Πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή οι βουλευτικές εκλογές στην Πορτογαλία αναδεικνύοντας στην πρώτη θέση με -μια ανέλπιστη για τον πρωθυπουργό Κόστα αυτοδυναμία- το Σοσιαλιστικό Κόμμα που πήρε το 41,68% των ψήφων ανεβάζοντας το ποσοστό του κατά 5% συγκριτικά με τις εκλογές του 2019. Το αποτέλεσμα διέψευσε τις προβλέψεις που ήθελαν τα δεξιά κόμματα ως τα κυρίως ωφελημένα από τις πρόωρες εκλογές με το PSD να παίρνει το 27,80% και τους Φιλελεύθερους 4,98%.
Κύριοι χαμένοι των εκλογών ήταν τα κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς που από το 2015 στήριξαν με τις ψήφους τους στην Βουλή την κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος: Το Μπλόκο της Αριστεράς πήρε 4,46% σημειώνοντας πτώση 5,2%, ενώ ο Ενιαίος Δημοκρατικός Συνασπισμός, η συμμαχία δηλαδή του Κομμουνιστικού Κόμματος με τους Πράσινους πήρε 4,39% χάνοντας 2,1%. Αρνητική εξέλιξη ήταν επίσης η άνοδος του ακροδεξιού CHEGA που πήρε 7,15% υπερτριπλασιάζοντας τα ποσοστά του.
“Κυβερνησιμότητα”
Συνολικά η συμμετοχή στις εκλογές σκαρφάλωσε στο 58% παρά τις συνθήκες πανδημίας, ενώ αθροιστικά το ποσοστό των ψήφων των τριών μεγάλων κομμάτων της Αριστεράς ήταν 50,6%, δηλαδή 1,5% λιγότερο από το 2019.
Τα προγνωστικά που ήθελαν την κεντροδεξιά να βγαίνει κερδισμένη μπορεί να μην επαληθεύτηκαν αλλά η κυρίαρχη ανάγνωση των αποτελεσμάτων εστιάζει στη «στροφή προς την κεντροαριστερά» με επιχείρημα ότι ο κόσμος ψήφισε με κριτήρια «κυβερνησιμότητας» εγκαταλείποντας τα ριζοσπαστικά κόμματα της Αριστεράς. Πρόκειται για μια ανάγνωση που στα καθ’ ημάς βολεύει αφενός και για προφανείς λόγους το ΚΙΝΑΛ του Νίκου Ανδρουλάκη αφετέρου βολεύει τον Τσίπρα και τη συνέχιση της δεξιόστροφης πορείας του ΣΥΡΙΖΑ κόντρα στην οποιαδήποτε αριστερή αντιπολίτευση ενόψει του επερχόμενου συνεδρίου.
Αλλά πρόκειται για μια λάθος ανάγνωση. Οι εκλογές στην Πορτογαλία προέκυψαν πρόωρα το φθινόπωρο όταν το Μπλόκο και ο συνασπισμός στον οποίο ηγείται το ΚΚ αποφάσισαν -σωστά- να μην ψηφίσουν τον προϋπολογισμό λιτότητας για πρώτη φορά μετά από εφτά ολόκληρα χρόνια. Πώς προέκυψε όμως αυτή η αλλαγή στη στάση τους;
«Από το 2018 και μετά, οι απεργίες και οι διαδηλώσεις έχουν γίνει κομμάτι της καθημερινότητας, ιδιαίτερα εκείνες στα σχολεία και στα νοσοκομεία με αιτήματα καλύτερους μισθούς και προσλήψεις», ανέφερε ο Xoan Vazquez στην ανταπόκρισή του στην εφημερίδα Socialist Worker λίγο μετά τις τοπικές εκλογές και την κατάρρευση της κυβέρνησης το περασμένο φθινόπωρο. «Είδαμε απεργίες να ξεσπάνε σε μια σειρά από χώρους, στις συγκοινωνίες, στο μετρό, στους οδηγούς βυτιοφόρων, στα ΕΚΑΒ. Σε κάποιες περιπτώσεις η κυβέρνηση απάντησε κινητοποιώντας τον στρατό ενώ σε άλλες επιδίωξε να περιορίσει το δικαίωμα στην απεργία. Το 2021 κλείνει με 72.000 περισσότερους ανέργους από εταιρίες όπως ο αερομεταφορέας TAP και η Banco Santander. Δεν είναι έκπληξη ότι στις τοπικές εκλογές του Σεπτέμβρη το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα σημείωσε πτώση ενώ ακόμη μεγαλύτερη ήταν η πτώση του Μπλόκου και του ΚΚ».
Ήταν αυτή ακριβώς η κινητοποίηση του κόσμου και η δυσαρέσκεια στις τοπικές εκλογές που χτύπησε καμπανάκια για τις ηγεσίες των κομμάτων της αριστεράς και τις ανάγκασε να αποσύρουν την υποστήριξή τους στην κυβέρνηση Κόστα το φθινόπωρο. Μόνο που αυτό που συνέβη ήταν “πολύ λίγο και πολύ αργά”.
Η κυβέρνηση Κόστα σχηματίστηκε το 2015 λίγους μήνες μετά την προδοσία του δημοψηφίσματος από τον Τσίπρα στην Ελλάδα. Πτέρυγες της Αριστεράς πρόβαλαν τότε το παράδειγμα της Πορτογαλίας σαν εναλλακτική. Η Αριστερά δεν πήρε υπουργεία, αλλά θα μπορούσε να “ελέγχει” και να “εκβιάζει” την κυβέρνηση ώστε να επιβάλλει φιλολαϊκά μέτρα υποτίθεται. Κάτι που τα πρώτα χρόνια έγινε μερικώς δυνατό, αλλά για λόγους που είχαν να κάνουν κυρίως με την αλλαγή πλεύσης των «θεσμών», την χαλάρωση των μέτρων της Τρόικας και την μείωση των επιτοκίων.
Όμηρος
Όταν αυτή έλαβε τέλος, η Αριστερά δεν βρέθηκε να ελέγχει την κυβέρνηση, αντίθετα βρέθηκε όμηρος να τη στηρίζει σε κάθε της κίνηση, για να μην “παίξει το παιχνίδι της δεξιάς”. Αποκορύφωμα ήταν, πέρα από τις διαδοχικές στηρίξεις στον προϋπολογισμό το γεγονός ότι ο μεγαλύτερος αγώνας των τελευταίων χρόνων, η απεργία των εκπαιδευτικών, αφέθηκε χωρίς κεντρική πολιτική στήριξη από την Αριστερά που έβαλε προτεραιότητά της να μην πέσει η κυβέρνηση. Στις εκλογές του 2019 επαναλήφθηκαν οι ίδιες επιλογές, μόνο που η Αριστερά έχασε ψήφους και το Σοσιαλιστικό Κόμμα κέρδισε. Και όταν είδε ότι ο δρόμος που είχε διαλέξει δεν φέρνει αποτελέσματα, συνέχισε να μην προτείνει σαν εναλλακτική τους αγώνες, αλλά να ελπίζει σε καλύτερους «πολιτικούς χειρισμούς».
Αυτοί ήταν οι λόγοι που τα κόμματα της Αριστεράς στην Πορτογαλία ηττήθηκαν στις πρόσφατες εκλογές και όχι το ότι ο κόσμος «τα τιμώρησε» επειδή απέσυραν την στήριξή τους στο Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ο κόσμος ψήφισε το Σοσιαλιστικό Κόμμα επειδή στο τέλος δεν έβρισκε και καμιά διαφορά ανάμεσα στην πολιτική του και την πολιτική των κομμάτων της Αριστεράς -ψήφισε την «ορίτζιναλ» εκδοχή του ρεφορμισμού και όχι τις απομιμήσεις. Πρόκειται για μια επανάληψη των όσων έχουμε δει να συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια σε όλη την Ευρώπη, σε όποιο σημείο τα κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς έκαναν την κίνηση να προσδεθούν στο άρμα της «ρεαλιστικής» λύσης διαφόρων μορφών κυβερνητικής συνεργασίας με τα σοσιαλδημοκρατικά ακόμη και τα δεξιά κόμματα. Όπου αυτή συνέβη αποδείχτηκε καταστροφή:
Η συμμετοχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης στην κυβέρνηση Πρόντι στην Ιταλία στα μέσα της δεκαετίας του 2000, το μόνο που πέτυχε ήταν οδηγήσει την ιταλική αριστερά σε μια από τις χειρότερες ήττες της. Η συμμετοχή του Die Linke στη Γερμανία, σε τοπικές κυβερνήσεις των γερμανικών κρατιδίων αλλά και η προσαρμογή του προς τα δεξιά σε ζητήματα όπως το μεταναστευτικό είχε σαν αποτέλεσμα στις πρόσφατες εκλογές να χάσει τη μισή του εκλογική δύναμη. Το Podemos και η συγκυβέρνηση με το Σοσιαλιστικό Κόμμα στο ισπανικό κράτος είναι άλλο ένα παράδειγμα.
Το μόνο που επιβεβαιώνει το παράδειγμα της Πορτογαλίας είναι ότι η προοπτική των συνεργασιών που ονειρεύεται ο Τσίπρας ως μια νέα «ρεαλιστική» εναλλακτική από τα πάνω απέναντι στους μητσοτάκηδες ούτε την εργατική τάξη ούτε την Αριστερά πρόκειται να ωφελήσει. Η δύναμη της αριστερής εναλλακτικής δεν βρίσκεται εκεί, αλλά στους αγώνες και τη σύγκρουση με το σύστημα, στην αντικαπιταλιστική προοπτική της εργατικής τάξης.

