Ηδιαβόητη, πλέον, φράση του Ρουπακιά «είμαι δικός σας, είμαι της Χρυσής Αυγής» προς αστυνομικούς, δεν μαθεύτηκε παρά 8 μήνες μετά τη δολοφονία. Κι αυτό γιατί η ΕΛ.ΑΣ έκανε ό,τι μπορούσε για να μην καταθέσουν οι αστυνομικοί της Άμεσης Δράσης, Νικόλαος Ντάφος και Δημήτρης Κουρετζής, στους οποίους την απεύθυνε ο δολοφόνος. Ο Ν. Ντάφος, οδηγός του περιπολικού, κατέθεσε στο εφετείο της εγκληματικής οργάνωσης την 1η Φλεβάρη (23η συνεδρίαση), σε μια κατάθεση-καταπέλτη τόσο για την ΧΑ, όσο και για την ΕΛΑΣ, παρά την προσπάθειά του να μην εκθέσει την υπηρεσία του.
«Στις 12 παρά 5 λάβαμε σήμα για ενίσχυση ομάδων ΔΙΑΣ στην τότε λεωφόρο Τσαλδάρη. Σε τρία λεπτά είχαμε φτάσει στο σημείο... Έκλεισα το ρεύμα της Τσαλδάρη προς Γρ. Λαμπράκη. Υπήρχε ένα αυτοκίνητο σταθμευμένο αντίθετα, με φώτα ανοιχτά... Ο συνοδηγός μου πήγε στον τραυματία. Ήταν εν ζωή, αλλά είχε αρχίσει να χάνει το χρώμα του... Ο Ρουπακιάς καθόταν στο αυτοκίνητο... Του δώσαμε εντολή να βγει και τον δεσμεύσαμε. Στη μπροστά ρόδα του αυτοκινήτου ήταν ένα μαχαίρι. Φέραμε γάντια και μια σακούλα για να το παραδώσουμε...
Στη διάρκεια της διαδρομής προς το ΑΤ εξηγήσαμε στον δράστη ότι συλλέξαμε το μαχαίρι χωρίς να το ακουμπήσουμε, άρα αν έχει δακτυλικά αποτυπώματα θα βρεθούν. Μας λέει: “ναι, εγώ τον μαχαίρωσα”. Τον ρώτησα γιατί. Απάντησε ότι “την πέσανε σε κάποιους δικούς μας”. Ρώτησα “τι δικούς μας”, μήπως επρόκειτο για οπαδούς. Μου λέει “όχι, είμαι της Χρυσής Αυγής. Είμαστε δικοί σας, μην το πείτε πουθενά”. Την ώρα εκείνη φτάναμε στο τμήμα. Πήρα την υπηρεσία και ενημέρωσα ότι έχουμε αποσπάσει ομολογία δράστη».
Σε ερωτήσεις διευκρίνισε ότι η ενημέρωσή του προς την υπηρεσία είχε σαν σκοπό να γνωρίζει η αστυνομία ότι «ψάχνουμε άτομα της Χρυσής Αυγής» - κι αυτό, εκτός των άλλων, αποδεικνύει πως οποιεσδήποτε δηλώσεις άγνοιας (είτε από την ηγεσία της ΧΑ, είτε από την ΕΛ.ΑΣ, είτε από τα ΜΜΕ) είναι μέρος της συγκάλυψης. Αμέσως μετά την ενημέρωση οι δυο αστυνομικοί «παραδώσαμε τον δράστη και το μαχαίρι. Αφήσαμε τα τηλέφωνά μας στον αξιωματικό υπηρεσίας του τμήματος για ό,τι χρειαστεί».
Επιχείρηση συγκάλυψης
Αλλά αυτό φαίνεται ήταν ψιλά γράμματα για την ΕΛ.ΑΣ. «Μάθαμε προς το τέλος της βάρδιας ότι ο Φύσσας είχε πεθάνει. Δεν μας είχε καλέσει κάποιος. Μετά από δυο ημέρες υποβάλαμε αναφορά στην υπηρεσία για ό,τι είχε συμβεί». Η υπηρεσία όμως δήλωσε ότι το πλήρωμα αυτό «είχε διατεθεί για εκτέλεση υπηρεσίας στην Αστυνομική Διεύθυνση Πειραιά» και με τη δικαιολογία αυτή δεν έστειλε τα στοιχεία των αστυνομικών στις αρμόδιες αρχές όταν ζητήθηκαν!
Η προσπάθεια ήταν να συγκαλυφθεί η τρομερή αδράνεια της ΔΙΑΣ: «Πρόεδρος: χειροπέδες ποιος έβαλε; Ντάφος: ο Κουρετζής. Πρ: Τι είχαν κάνει οι συνάδελφοί σας πριν; Ντ: Έλεγχαν τον χώρο. Πρ: Και τον Ρουπακιά τον είχαν αφήσει στο αυτοκίνητο ανεπίβλεπτο; Ντ: ήταν οι ΔΙΑΣ εκεί. [...] Πρ: Ήταν αναμένη η μηχανή; Ήταν έτοιμος να φύγει; Ντ: Ενδεχομένως. Πρ: Θα μπορούσε να φύγει πριν έρθετε εσείς; Ντ: Θα μπορούσε». Στη δε ερώτηση της πολιτικής αγωγής «Ποιος εντόπισε το μαχαίρι;» η απάντησή του ήταν «Εγώ το είδα, στη ρόδα».
Ρωτηθείς για άλλες επιθέσεις της ΧΑ περιέγραψε: «Σε έναν υπόγειο αυτοσχέδιο χώρο λατρείας, μουσουλμανικό στα Καμίνα έγινε επίθεση από άτομα με ρόπαλα, φωτοβολίδες κλπ. Ο υπεύθυνος του χώρου μάς είπε ότι ήταν άτομα της ΧΑ». Επίσης ο μάρτυρας είπε ότι ο συνάδελφός του έχει δεχθεί απειλές: «Είχε βρει φθορές στο αυτοκίνητο και είχε δεχθεί τηλεφωνικές απειλές όπως “θα πονάνε τα γόνατά σου όταν χειμωνιάζει”». Όταν ρωτήθηκε γιατί μπορεί να είπε ο Ρουπακιάς «είμαι δικός σας» είπε «Υποθέτω επειδή είχε υψηλά εκλογικά ποσοστά στο σώμα».
Στις 3/2 (24η συνεδρίαση) κατέθεσε και ο Μιχαήλ Ξυπόλητος, φίλος του Παύλου Φύσσα και θύμα της επίθεσης. Στην κατάθεσή του ήταν πολύ ξεκάθαρα τα οργανωμένα χαρακτηριστικά της επίθεσης, ο ενδυματολογικός κώδικας των χρυσαυγιτών και, φυσικά, ο οπλισμός τους. Επίσης, ήταν μια ακόμη κατάθεση-καταπέλτης για τη στάση της ΕΛΑΣ, όχι μόνο των ομάδων ΔΙΑΣ που δεν έκαναν τίποτα την ώρα της δολοφονίας αλλά και των υπόλοιπων αστυνομικών.
Ο μάρτυρας αρχικά τόνισε ότι παρατήρησε τον κατηγορούμενο Μιχάλαρο στο μαγαζί «Κοράλλι», εκεί όπου οι χρυσαυγίτες εντόπισαν τα θύματά τους: «Φορούσε αμάνικη μπλούζα και παντελόνι παραλλαγή και είχε τατουάζ έναν μαίανδρο». Μέσα στο μαγαζί είπε ότι είδε επίσης τους κατηγορούμενους Άγγο και Τσαλίκη. Όταν τελείωσε ο αγώνας και η παρέα των θυμάτων βγήκε έξω, είδαν τους συγκεντρωμένους χρυσαυγίτες με «κάτι μαδέρια που τα είχαν ακουμπήσει στο αυτοκίνητο... Αισθάνθηκα ότι κινδυνεύαμε γιατί είδα ανθρώπους με ρόπαλα». Σε ερωτήσεις της πολιτικής αγωγής συγκεκριμενοποίησε ότι είδε «4-5 [ξύλα] σίγουρα».
Περιέγραψε τη διαδικασία της «μεσολάβησης» από τον σωφρονιστικό υπάλληλο Δ. Χατζησταμάτη που βρέθηκε τυχαία εκεί, κατά την οποία οι χρυσαυγίτες έκαναν σαφές στα θύματα ότι δεν θα τα αφήσουν να πάρουν τα αυτοκίνητά τους, μπροστά από τα οποία είχαν παραταχθεί. Η παρέα αποφασίζει να φύγει χωρίς τα αυτοκίνητα για να ηρεμήσει η κατάσταση. Καθώς απομακρύνονται «στρίβει ένα αυτοκίνητο με παρατεταγμένες από πίσω 5-6 μηχανές. Είχαν 2 άτομα η καθεμία. Όταν σταμάτησε ο οδηγός του αυτοκινήτου οι μηχανές σταμάτησαν πίσω του», τόνισε, πράγμα που αποτελεί την χαρακτηριστικότερη περιγραφή ενός «κονβόι». «Ο οδηγός ρώτησε τον Παύλο αν αυτή είναι η Κεφαλληνίας και ο Παύλος απάντησε ναι». Επρόκειτο για τον Ρουπακιά που, σύμφωνα με πολλούς μάρτυρες, με αυτόν τον τρόπο μπόρεσε να δει και να «ζυγίσει» τον στόχο του.
Τραγική ειρωνία
Ακολούθησαν οι δραματικές στιγμές της επίθεσης τις οποίες ο μάρτυρας περιέγραψε στο δικαστήριο. Η παρέα σκόρπισε στα γύρω στενά και οι χρυσαυγίτες κυνηγούσαν «με μίσος, επιμονή και σθένος». Τα θύματα κάλεσαν την αστυνομία. Όταν έφτασε το περιπολικό «βγήκαμε για να τους πούμε ότι εμείς είμαστε που καλέσαμε και χρειαζόμαστε βοήθεια. Αντ' αυτού οι αστυνομικοί πέρασαν χειροπέδες σε μας. Πήγαμε στο ΑΤ και εκεί συνεχίστηκε η περίεργη συμπεριφορά. Μας έγδυσαν για σωματικό έλεγχο, ενώ εξηγούσαμε ότι εμείς καλέσαμε την αστυνομία. Μας έβαλαν σε ένα γραφείο, εκεί καθόταν ένας τύπος που αργότερα μάθαμε ότι ήταν ο Ρουπακιάς. Κατά τραγική ειρωνία, νομίζαμε ότι ήταν αστυνομικός, μάλιστα ζητήσαμε την άδεια για να κάτσουμε και να χρησιμοποιήσουμε τα κινητά μας. Ακόμα πιο τραγικά, μας την έδωσε την άδεια».
«Μας ρώτησε τι είχε γίνει. Αν είμαστε πολιτικοποιημένοι, αν έγινε κάποια φασαρία ή κάτι έξω... Όπως κι εμείς έτσι κι αυτός είχε το κινητό και έστελνε μηνύματα συνέχεια... Μάλλον μετέφερε πληροφορίες... Προσπαθούσε να μάθει κάτι που θα τον βοηθούσε σε κατάθεση που θα έδινε μετά... Μετά μάθαμε μέσω Σεϊρλή ότι είναι νεκρός ο Παύλος Φύσσας και υπήρξε μια τεράστια ένταση. Εκείνη την ώρα ο Ρουπακιάς έκανε νόημα σε έναν αστυνομικό για να τον μεταφέρει».
Ο μάρτυρας δέχτηκε επίθεση από χρυσαυγίτες και στον Κορυδαλλό, τη μέρα έναρξης της δίκης σε πρώτο βαθμό: «Μας επιτέθηκαν μέλη της ΧΑ, με τον ίδιο ενδυματολογικό κώδικα όπως το βράδυ της δολοφονίας. Μας ρώτησαν πρώτα πού πάμε, τους απάντησε ο Ν. Μαντάς [σ.σ: φίλος του Π. Φύσσα] ότι είμαστε μάρτυρες. Μας χτύπησαν, έσπασαν τη μύτη της κοπέλας που ήταν μαζί μας και εγώ δέχτηκα χτυπήματα στο κεφάλι και είχα ράγισμα στο ρινικό οστό». Όλα αυτά σε έναν χώρο γεμάτο αστυνομικούς.
Μέσα από τις ερωτήσεις της πολιτικής αγωγής ο μάρτυρας υπογράμμισε τις ομοιότητες των δυο επιθέσεων της ΧΑ που έχει ζήσει και των υπόλοιπων για τις οποίες γνωρίζει: υπεραριθμία, ταχύτητα, ενδυμασία, ναζιστικά σύμβολα και συνήθως επιλογή νυχτερινής ώρας. Για την επίθεση στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ είπε ότι γνωρίζει προσωπικά τα θύματα, «τον Πουντίδη, τον Πουλικόγιαννη και τον Διαμαντάκη. Δέχτηκαν επίθεση με ρόπαλα που είχαν πάνω καρφιά. Τα θύματα είχαν τρύπες στις πλάτες τους, άνοιξαν κεφάλια».
Όταν ρωτήθηκε αν η ομοιόμορφη ενδυμασία τους στοχοποιούσε ως ΧΑ (καθώς μια υπερασπιστική γραμμή είναι ότι μια «καλά οργανωμένη» επίθεση θα είχε σαν στόχο να μην αποκαλυφθούν οι δράστες), απάντησε: «Νομίζω ότι η τακτική τους ήταν αυτή, να γνωρίζει ο κόσμος τι είναι». Για το αν θεωρεί την επίθεση οργανωμένη ή όχι τόνισε: «Δεν μπορεί κανείς τυχαία μέσα σε λίγα λεπτά να συσπειρώσει 40 άτομα».
Μετά από μια ακόμα συγκλονιστική κατάθεση, η υπεράσπιση, σαν πνιγμένος που πιάνεται από τα μαλλιά του, ζήτησε από το δικαστήριο να λάβει ακόμα αυστηρότερα μέτρα σε βάρος της Χ. Τοσλούκου. Πρόκειται για τη σύντροφο του Π. Φύσσα η οποία δεν ήρθε να καταθέσει στις 3/2. Η υπεράσπιση λέει ξεδιάντροπα –σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων και τίποτα παραπάνω– ότι η γυναίκα που έχασε τον σύντροφό της στα χέρια της κάτι κρύβει, κι ότι η πολιτική αγωγή «εξαφανίζει» μάρτυρες. Την Παρασκευή 10 Φλεβάρη το δικαστήριο έχει καλέσει τους μάρτυρες Ν. Μαντά και Δ. Χατζησταμάτη.
Επόμενες δικάσιμοι
Φλεβάρης: 10/2, 13/2, 15/2, 17/2, 20/2
Μάρτης: 3/3, 10/3, 15/3, 17/3, 22/3, 24/3, 29/3, 31/3

