70 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ: Χρειαζόμαστε ένα «νέο ΕΑΜ»;

Πολύ σύντομα το ΕΑΜ –κι ο στρατός του, ο ΕΛΑΣ, έγιναν ουσιαστικά συνώνυμα με την Αντίσταση στη φασιστική κατοχή. Το φθινόπωρο του 1944, όταν ήρθε η ώρα της απελευθέρωσης από τους φασίστες, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ έλεγχε τα 2/3 της χώρας, στις οργανώσεις του συμμετείχαν εκατοντάδες χιλιάδες κι ο ΕΛΑΣ ξεπερνούσε τις 100.000 ενόπλους.

Για τους εργάτες, τους αγρότες και τη νεολαία που έδωσαν τη ψυχή και το αίμα τους σ’ αυτό, το ΕΑΜ έγινε κάτι πολύ περισσότερο από μέτωπο για την εθνική απελευθέρωση. Το γνωστό αντιστασιακό τραγούδι που λέει ότι «το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα θα μας σώσει πάλι απ’ τη σκλαβιά», συμπληρώνει «κι έχει πρόγραμμα Λαοκρατία». Όμως, στο επίσημο πρόγραμμα του ΕΑΜ, από την αρχή μέχρι το τέλος της Κατοχής, όχι μόνο η λέξη «Λαοκρατία» δεν υπήρχε αλλά ούτε καν η κατάργηση της μοναρχίας που είχε ταυτιστεί με τη φιλοφασιστική δικτατορία του Μεταξά. Η ριζοσπαστικοποίηση του κόσμου της Αντίστασης τράβαγε πολύ πέρα από το πρόγραμμα του ΕΑΜ.

Μια άλλη απόδειξη της ριζοσπαστικοποίησης ήταν η γιγάντωση του ΚΚΕ. Στο τέλος της κατοχής είχε φτάσει τα 400.000 μέλη. Γι’ αυτόν τον κόσμο, το ΚΚΕ ήταν το κόμμα των επαναστατικών αγώνων των προηγούμενων δεκαετιών που μάλιστα καλυπτόταν με την αίγλη της Ρωσίας, της χώρας που για εχθρούς και φίλους ήταν «κομμουνιστική».

Σήμερα, τα ανοιχτά ή πιο περιφραστικά καλέσματα για ένα «νέο ΕΑΜ» προκύπτουν από μια ερμηνεία για την κρίση, τα Μνημόνια και τη φτώχεια που αυτή σκορπάει. Η Ελλάδα, υποστηρίζει αυτή η ερμηνεία, είναι μια χώρα υπό κατοχή, έχει χάσει την εθνική της κυριαρχία κι η κυβέρνηση του ΓΑΠ είναι κάτι αντίστοιχο της κυβέρνησης των δωσιλόγων της κατοχής. Η «χώρα μετατρέπεται σε αποικία», «εκποιείται», «λεηλατείται από το Δ’ Ράιχ», ο Παπανδρέου εκτός από ΔΕΚΟ και δημόσιες υπηρεσίες «πουλάει και το Αιγαίο». Άρα χρειαζόμαστε ένα νέο 1821 ή νέο ΕΑΜ, ένα κίνημα τέλος πάντων που θα χουν θέση όλες οι «πατριωτικές δυνάμεις».

«Δ’ Ράιχ»;

Η «Σπίθα»-ΚΑΠ του Μίκη Θεοδωράκη πρωταγωνιστεί σε τέτοια κηρύγματα, ο Δ. Καζάκης και το ΕΠΑΜ εκφράζουν μια πιο αριστερή εκδοχή τους, αλλά δεν είναι καθόλου μόνοι. Ένα μεγάλο μέρος της «πάνω πλατείας» στο Σύνταγμα και σε άλλες «πλατείες», ήταν αυτής της αντίληψης. Τμήματα της αριστεράς την αναπαράγουν. Είτε ως πιασάρικη συνθηματολογία για το «Δ’ Ράιχ» των γερμανικών τραπεζών είτε ως απόρροια των εκτιμήσεων για τον εξαρτημένο και στρεβλό χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού: οι καπιταλιστές είναι ξενόδουλοι κι η Αριστερά πρέπει να σηκώσει το εθνικό λάβαρο μαζί με το κοινωνικό, να συνδέσει το «εθνικό με το κοινωνικό» -όπως στην Αντίσταση, όπως το ΕΑΜ…

Πρόκειται για αναλύσεις που μπάζουν από όλες τις πλευρές: και οικονομικά και πολιτικά και ιστορικά. Ας ξεκινήσουμε από τις πρώτες δυο.

Το πρώτο και βασικό, είναι ότι τέτοιες αναλύσεις ψάχνουν να βρουν «ειδικές» αιτίες για την όξυνση της κρίσης χρέους και της οικονομικής ύφεσης ενώ η πραγματική αιτία αγκαλιάζει, για την ακρίβεια ξεκίνησε, από τα πιο ανεπτυγμένα κέντρα του παγκόσμιου καπιταλισμού και απειλεί να τον αγκαλιάσει ολόκληρο. Ακόμα κι αν κοιτάξουμε την ΕΕ, θα δούμε την κρίση να χτυπάει την Ισπανία που μόνο «αποικία» δεν μπορεί να την χαρακτηρίσει κανένας και να χτυπάει τις πόρτες του «πυρήνα» της, τον ιταλικό και γαλλικό καπιταλισμό.

Προφανώς οι γερμανικές τράπεζες ούτε τη διάθεση έχουν αλλά ούτε και τα περιθώρια να χάσουν ούτε ένα ευρώ από το ελληνικό δημόσιο χρέος, ούτε η Ζήμενς τις χιλιομιζαρισμένες αγορές της. Όμως, το γερμανικό κεφάλαιο δεν οφείλει την ηγετική θέση του στην εκμετάλλευση κάποιων νέο-αποικιών στην περιφέρεια της Ευρώπης, ούτε ο ελληνικός καπιταλισμός είναι θύμα. Η Γερμανία έγινε εξαγωγικό εργοστάσιο εντείνοντας την εκμετάλλευση των εργατών στην Γερμανία. Δέκα και παραπάνω χρόνια «συμπίεσης του μισθολογικού κόστους» έδωσαν τα περιθώρια στις γερμανικές πολυεθνικές να «χτυπάνε» τις αγορές της Κίνας και τις γερμανικές τράπεζες να απολαμβάνουν τα οφέλη.

Όσο για τον ελληνικό καπιταλισμό, η μαυρίλα του σήμερα έχει τις ρίζες της στα πανηγύρια του χθες, όταν η γαλανόλευκη κατακτούσε τα Βαλκάνια με παραστάτες το ευρώ από τη μια και τις ΝΑΤΟϊκές βόμβες από την άλλη. Είναι αλήθεια ότι το πραγματικό μπόι του ελληνικού καπιταλισμού ήταν κατά πολύ μικρότερο της σκιάς του, των φιλοδοξιών του. Το εφοπλιστικό κεφάλαιο γνωρίζει πολύ καλά ότι ο ελληνικός πολεμικός στόλος δεν μπορεί να περιφρουρήσει τα παγκόσμια συμφέροντά του, γι’ αυτό χρειάζεται τον αμερικάνικο. Το ίδιο ισχύει και για τα «ελληνικά επιχειρηματικά συμφέροντα» στη Μέση Ανατολή.

Όμως, αυτή η ένταξη του ελληνικού καπιταλισμού στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα δεν σημαίνει ότι η άρχουσα τάξη έχει χάσει την εθνική κυριαρχία. Ο έλεγχος του ελληνικού κράτους παραμένει στα χέρια αυτής της τάξης. Πολύς λόγος γίνεται για παράδειγμα για τους «ευρωπαίους επίτροπους» που θα εγκατασταθούν στα υπουργεία. Όμως, εδώ υπάρχει ήδη μια παρουσία της ΕΕ και μάλιστα πάνοπλη για την οποία δεν παραπονείται κανείς της λεγόμενης πατριωτικής αριστεράς. Το όνομά της είναι Frontex, περιπολεί στο Αιγαίο και τον Έβρο και είναι υπεύθυνη για το θάνατο εκατοντάδων μεταναστών και προσφύγων. Για την κυρίαρχη τάξη εκτός από τον ιδεολογικό ρόλο στην υποδαύλιση του ρατσισμού, η παρουσία της FRONTEX εξασφαλίζει πόντους στον ανταγωνισμό της με την τούρκικη άρχουσα τάξη. Μια επιβεβαίωση ότι τα «σύνορα της Ελλάδας είναι σύνορα της ΕΕ».

Η πολιτική πλευρά της όλης αυτής συζήτησης έχει άμεση σχέση με την ιστορία κι εν προκειμένω με το ΕΑΜ. Όσοι αναφέρονται στο ΕΑΜ ως την πανηγυρική δικαίωση της «σύνθεσης του εθνικού με το κοινωνικό» που μάλιστα έβγαλε τους κομμουνιστές από το περιθώριο, θα πρέπει να δώσουν μια συνολική εξήγηση για την ήττα του. Οι απαράδεκτοι συμβιβασμοί, οι Συμφωνίες του Λιβάνου ή η ντροπιαστική συνθηκολόγηση της Βάρκιζας ήταν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής, και όχι κάποια «προσωπικά λάθη» κάποιων ηγετών. Αυτή η πολιτική είχε ένα όνομα: «Εθνική Ενότητα». Ήταν η αντίληψη ότι «όλοι οι Έλληνες» έχουν κοινά συμφέροντα, πατριωτικά.

Εθνική ενότητα = ταξικός συμβιβασμός

Στην ουσία αυτό σήμαινε ότι το τέλος της κατοχής δεν έπρεπε να βρει τους εργάτες με την εξουσία στα χέρια. Από την στιγμή που αυτή η προοπτική είχε αποκλειστεί, η μόνη στρατηγική που απέμεινε ήταν η αναζήτηση συμβιβασμών, που γίνονταν όλο και πιο ταπεινωτικοί μέχρι που το κίνημα πλήρωσε με το γνωστό αντίτιμο: αίμα, εκτελέσεις, τρομοκρατία.

Οι «Βάρκιζες» δεν ήταν, επίσης, απλά προϊόν κάποιων λανθασμένων επιλογών της ηγεσίας εξαιτίας των πιέσεων που έβαζε η συμμαχία του Στάλιν με τον Ρούζβελτ και τον Τσόρτσιλ. Τα θεμέλιά τους είχαν μπει από τη δεκαετία του ’30. Τότε, από το 1934 και μετά, το ΚΚΕ εγκατέλειψε τη στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης για χάρη κάποιων ενδιάμεσων σταδίων. Τότε έγινε «πραγματικά πατριωτικό κόμμα» καλώντας σε συμμαχία τα «πατριωτικά» τμήματα των αστών. Αρχικά, αυτή η στροφή συνοδεύτηκε με ριζοσπαστική φρασεολογία, ενάντια στην «ιμπεριαλιστική εξάρτηση». Ο Παντελής Πουλιόπουλος, ο μεγάλος επαναστάτης μαρξιστής, προειδοποιούσε από τότε κιόλας τι καταστροφικές επιπτώσεις θα έχει μια πολιτική που ύψωνε τείχη ανάμεσα στην πάλη για κοινωνική απελευθέρωση και στη σύγκρουση με το «ξένο» κεφάλαιο. Δικαιώθηκε τραγικά λίγα χρόνια μετά.

Υπήρχαν χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες της Αντίστασης που δυσανασχετούσαν με τους συμβιβασμούς, ένιωθαν ότι όχι μόνο το δίκιο αλλά και η δύναμη ήταν δικιά τους. Δεν είχαν όμως ούτε τη θεωρία, ούτε την πολιτική «γραμμή», ούτε, εξίσου σημαντικό, την ανεξάρτητη οργάνωση για να επιβάλουν τις θελήσεις τους.

Αυτές δεν είναι διαπιστώσεις αφ’ υψηλού και εκ των υστέρων. Οι πιέσεις ήταν τεράστιες. Ο φασισμός είχε καταπιεί την Ευρώπη, λεηλατούσε χώρες, εξόντωνε βιομηχανικά ολόκληρους πληθυσμούς που θεωρούσε «υπανθρώπους». Η αντίσταση στην καταναγκαστική εργασία και τα στρατόπεδα εξόντωσης φλόγιζε την καρδιά των εργατών παντού. Οι ηγεσίες που μιλούσαν για «πατριωτική αντιφασιστική ενότητα» μπορούσαν να περιθωριοποιούν τις φωνές που προειδοποιούσαν ότι χωρίς κοινωνική επανάσταση αυτή η ενότητα θα είχε τραγικό τέλος.

Σήμερα, όμως, ούτε καν εκείνες οι δικαιολογίες δεν υπάρχουν. Θα ήταν καθαρή πολιτική αυτοκτονία τα πρωτοπόρα κομμάτια των εργατών και της νεολαίας που παλεύουν ενάντια στην κυβέρνηση, την ΕΕ και το ΔΝΤ, να επιλέξουν πολιτικές τύπου «νέου ΕΑΜ». Είναι ψευδαίσθηση ο ισχυρισμός ότι μ’ αυτό τον τρόπο το εργατικό κίνημα και η Αριστερά θα καταφέρει να «μιλήσει λαϊκά», να κατακτήσει την «ηγεμονία» στα μεσαία στρώματα που χτυπιούνται από την κρίση, αλλά συγκινούνται από τα πατριωτικά καλέσματα. Η εργατική ηγεμονία δεν κατακτιέται ποτέ υποτάσσοντας το ταξικό στο εθνικό. Αντίθετα, έτσι το κίνημα κινδυνεύει να πλευροκοπηθεί από «εθνικά υπερήφανες» δυνάμεις που θέλουν να διασώσουν τον καπιταλισμό, μέσα στην ΕΕ και το ευρώ, αντί να τον ανατρέψουν.

Το εργατικό κίνημα θα κατακτήσει την περίφημη ηγεμονία του με τις δικές του ταξικές μεθόδους πάλης. Η άρνηση των συνδικάτων της ΔΕΗ να συλλέξουν το νέο χαράτσι στα ακίνητα, αν περάσει από τα λόγια στην πράξη, θα είναι ένα πανίσχυρο επιχείρημα ότι ο εργατικός έλεγχος της οικονομίας είναι προς το συμφέρον της μεγάλης πλειοψηφίας, πολλές φορές ισχυρότερο, γιατί θα βασίζεται σε απτές πράξεις όχι σε φλυαρίες, από τις πατριωτικές εκκλήσεις. Το ίδιο ισχύει με την πάλη για όλα τα αιτήματα του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, από τη διαγραφή του χρέους μέχρι την κρατικοποίηση των τραπεζών και την απαγόρευση των απολύσεων.

Η σύγκρουση είναι με τον καπιταλισμό, όχι με την «νέα κατοχή». Και σύμμαχοι σ’ αυτό τον αγώνα είναι τα ταξικά μας αδέλφια σε όλες τις χώρες του κόσμου, όχι κάποιες σκιώδεις «κοινωνικές συμμαχίες» εδώ. Δεν υπάρχουν «έξυπνες παρακάμψεις» απ’ αυτό το καθήκον. Εμπρός να χτίσουμε την Αριστερά που δεν λέει ψέματα για το είδος της μάχης που έχουμε μπροστά μας, αντίθετα την οργανώνει στο κάθε της βήμα. Την Αριστερά της επανάστασης, του σοσιαλισμού, της εργατικής εξουσίας. Την Αριστερά δηλαδή που έλειψε τόσο πολύ στη δεκαετία του ’40.