Διεθνή
Κάτω τα χέρια από τη Βενεζουέλα

«Σταματήστε την Αμερικάνικη επιθετικότητα - Όχι πόλεμος στη Βενεζουέλα». Φωτό: ΑΡ

«Θα διοικήσουμε τη χώρα μέχρι να μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε μια ασφαλή, ορθή και συνετή μετάβαση. Το μέλλον θα καθοριστεί από την ικανότητα προστασίας του εμπορίου, του εδάφους και των πόρων που είναι ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια. Αυτοί είναι οι σιδερένιοι νόμοι που πάντα καθόριζαν την παγκόσμια δύναμη – και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε έτσι. Δεν ξεχνάμε πια το Δόγμα Μονρόε. Η κυριαρχία των ΗΠΑ στο δυτικό ημισφαίριο δεν θα αμφισβητηθεί ποτέ ξανά – δεν θα συμβεί. Θα στείλουμε τις πολύ μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες των Ηνωμένων Πολιτειών, τις μεγαλύτερες σε ολόκληρο τον κόσμο, να εισέλθουν».

Με αυτά τα λόγια ο Τραμπ δικαιολόγησε την αμερικανική επίθεση στην Βενεζουέλα και την απαγωγή-σύλληψη του προέδρου της Μαδούρο και της συζύγου του. Φυσικά, δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός βομβαρδίζει μια χώρα, επιχειρεί πραξικόπημα ή απαγάγει τον πρόεδρό της. Αλλά ο Tραμπ δεν έχει ανάγκη να εφεύρει «τα χημικά όπλα του Σαντάμ» όπως ο Μπους το 2003  ούτε άλλες δικαιολογίες όπως η «υπεράσπιση της δημοκρατίας» απέναντι στην «κομμουνιστική απειλή» ή την «τρομοκρατία». 

Πρόκειται καταρχάς για μια ανοιχτή αναγνώριση της κρίσης της αμερικανικής ηγεμονίας πολύ μακριά από τον «αμερικανικό 21ο αιώνα» που διατυμπάνιζε ο Μπους και το επιτελείο του πριν από 20 χρόνια. Οι ΗΠΑ βγήκαν ηττημένες από τους πολέμους και την κατοχή που επιχείρησαν στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Στη συνέχεια, η στρατηγική της «στροφής προς τον Ειρηνικό» και τον βασικό τους ανταγωνιστή την Κίνα, βάλτωσε στο μακροχρόνιο πόλεμο δια αντιπροσώπου με τη Ρωσία στην Ουκρανία και στο νέο μέτωπο που άνοιξε το Ισραήλ στην Παλαιστίνη. 

Η νέα στροφή που επιχειρεί σήμερα ο Τραμπ είναι προϊόν αυτής της κρίσης ηγεμονίας αλλά δεν σημαίνει το τέλος του αμερικανικού ιμπεριαλισμού – κάθε άλλο. Είναι μια στροφή προς έναν πιο ανοιχτά επιθετικό ιμπεριαλισμό και μια ανανεωμένη εστίαση στην κυριαρχία του λεγόμενου δυτικού ημισφαίριου, ολόκληρης της αμερικανικής ηπείρου και της Γροιλανδίας για την οποία ο Τραμπ δήλωσε ότι «η απόκτησή της αποτελεί προτεραιότητα εθνικής ασφάλειας για τις ΗΠΑ και είναι ζωτικής σημασίας για την αποτροπή των αντιπάλων μας στην περιοχή της Αρκτικής». 

Πρωταρχικός στόχος της αμερικανικής επίθεσης στη Βενεζουέλα είναι να επιβεβαιώσει τον έλεγχο των ΗΠΑ σε ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο και να προκαλέσει τρόμο σε όλους όσους τολμήσουν να τον αμφισβητήσουν. Αυτό αφορά φυσικά τις κυβερνήσεις του Καναδά και της Λατινικής Αμερικής. Αφορά τις χώρες της ΕΕ, όπως η Δανία υπό τον έλεγχο της οποίας βρίσκεται η Γροιλανδία αλλά και τις ισπανικές επενδύσεις στη Λατινική Αμερική. Αφορά την οικονομική διείσδυση της Κίνας, της Ρωσίας και του Ιράν στο νότο της αμερικανικής ηπείρου. Πέρα από το να επιτεθούν στη Βενεζουέλα, οι ΗΠΑ συνεχίζουν τον ναυτικό αποκλεισμό έχοντας προχωρήσει σε πειρατεία σε πέντε ρωσικά και κινέζικα δεξαμενόπλοια.

Η επίθεση στη Βενεζουέλα δεν γίνεται απλά ως επίδειξη δύναμης για την εμπέδωση του νέου δόγματος. Μέσω της στρατιωτικής ισχύος, στον ενεργειακό τομέα ο Τραμπ θέλει να βάλει στο χέρι τα μεγαλύτερα κοιτάσματα αργού πετρελαίου στον κόσμο και τον μεγάλο ορυκτό πλούτο όχι μόνο της Βενζουέλας αλλά ολόκληρης της αμερικανικής ηπείρου. Στον οικονομικό τομέα θέλει να ελέγξει τις αγορές τους. Στον γεωπολιτικό τομέα, θέλει να ελέγξει τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής ώστε να εξυπηρετούν αυτόν τον προσανατολισμό. 

Η οικονομική στήριξη και η παρέμβασή του στις πρόσφατες εκλογές στην Αργεντινή προς τον ομογάλακτό του Μιλέι το 2025 ήταν ένα πρώτο βήμα σε αυτήν την κατεύθυνση. Το 2026 ξεκίνησε με την απαγωγή του Μαδούρο και τον πειθαναγκασμό του καθεστώτος του υπό τη νέα προέδρο Ροντρίγκες να συμμορφωθεί με το νέο δόγμα σε μια χρονιά που ακολουθούν εκλογές στη Βραζιλία, την Κολομβία, την Κόστα Ρίκα, την Αϊτή και το Περού.  

Αλλά η στροφή προς το νέο δόγμα έχει προβλήματα στην εφαρμογή, καταρχάς από τα πάνω. Ο Τραμπ μπορεί να βομβάρδισε το Καράκας αλλά δεν έχει τη δύναμη ούτε την πρόθεση να επιχειρήσει μια εισβολή δημιουργώντας το δικό του Βιετνάμ ή Ιράκ στη Βενεζουέλα. Δεν μπορεί, και προς το παρόν δεν έχει την πρόθεση να επιχειρήσει ένα πραξικόπημα αλά Πινοσέτ, ούτε καν να στηρίξει την αγαπημένη του Ματσάδο να επιστρέψει στην εξουσία, προτιμώντας να συναλλάσσεται με την πρώην αντιπρόεδρο του Μαδούρο. 

Επιπλέον το νέο δόγμα δεν μοιάζει να πείθει ιδιαίτερα τις αμερικανικές πολυεθνικές του πετρελαίου (πέρα από τη Chevron που ήδη βρίσκεται στη Βενεζουέλα) να επενδύσουν εκεί.  Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε στους Financial Times ένας εκπρόσωπος πολυεθνικής: «Κανείς δεν θέλει να πάει εκεί μέσα όταν ένα τυχαίο γαμημένο tweet μπορεί να αλλάξει ολόκληρη την εξωτερική πολιτική της χώρας». 

Η έλλειψη εμπιστοσύνης δεν αφορά μόνο τις πολυεθνικές. Την προηγούμενη εβδομάδα ο Τραμπ έγινε έξαλλος γιατί με τις ψήφους πέντε Ρεπουμπλικάνων γερουσιαστών, η Γερουσία ενέκρινε ψήφισμα το οποίο υπαγορεύει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί να αναλάβει ξανά στρατιωτική δράση, χωρίς έγκριση του Κογκρέσου, όπως έκανε με τη Βενεζουέλα. 

Οι πολυεθνικές ζητάνε «εγγυήσεις» γιατί φοβούνται την επόμενη ντρίπλα του Τραμπ, το αν αυτή ή η επόμενη διακυβέρνηση των ΗΠΑ θα συνεχίσει το νέο δογμα. Αλλά αυτό που φοβούνται περισσότερο από όλα είναι τους «από τα κάτω». Οι παντοδύναμες αμερικάνικες πολυεθνικές γνωρίζουν πάρα πολύ καλά ότι παρά την υποστήριξη της κυβέρνησής τους, παρά τα πραξικοπήματα που επιχείρησαν στη Βενεζουέλα δεν κατάφεραν να εμποδίσουν την εθνικοποίηση του πετρελαίου από τη μπολιβαριανή επανάσταση τη δεκαετία του 2000. Το φάντασμα του Τσάβες και ακόμη πιο πολύ της ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, που ξεκινώντας από τη Βενεζουέλα απλώθηκε στη Βολιβία, τον Ισημερινό, τη Βραζιλία και όλη τη Λατινική Αμερική, μπορεί να μην ήταν το φάντασμα του κομμουνισμού, αλλά τους στοιχειώνει ακόμη. 

Οι μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Τσάβες δεν περιορίστηκαν στην εθνικοποίηση του πετρελαίου που ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι το «έκλεψε» από τις αμερικάνικες εταιρίες. Ο Τσάβες ήρθε στην εξουσία το 1999 εν μέσω μιας μαζικής αντίστασης στον νεοφιλελευθερισμό που είχε ξεκινήσει από το 1989 και την εξέγερση του Καρακάσο κόντρα στα πακέτα «διαρθρωτικών προσαρμογών» του ΔΝΤ, με τους εργάτες και τους αγρότες στην πρώτη γραμμή. 

Μπολιβαριανή επανάσταση

Η κορύφωση της «μπολιβαριανής επανάστασης» τη δεκαετία του 2000 άλλαξε τη ζωή εκατομμυρίων Βενεζουελάνων της εργατικής τάξης και έγινε φάρος για όλους όσους ήθελαν μια εναλλακτική λύση στον νεοφιλελευθερισμό και τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Τα ποσοστά φτώχειας μειώθηκαν σχεδόν στο μισό μεταξύ 2003 και 2011. Υπήρχε οργάνωση από τη βάση – κοινοτικά συμβούλια στις φτωχές περιοχές, ανεξάρτητη οργάνωση των εργαζομένων στην ομοσπονδία συνδικάτων UNT και συζητήσεις για τον έλεγχο των εργαζομένων στο χαλυβουργείο Sidor. 

Ωστόσο, οι μορφές οργάνωσης από τα κάτω δεν εξελίχθηκαν σε όργανα της εργατικής τάξης που θα μπορούσαν να αρχίσουν να διοικούν την κοινωνία από τα κάτω. Το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας παρέμεινε σε ιδιωτικά χέρια. Οι κρατικές βιομηχανίες εξακολουθούσαν να λειτουργούν σύμφωνα με τη λογική του κέρδους.  

Όταν την δεύτερη δεκαετία του αιώνα η τιμή του πετρελαίου άρχισε να κατρακυλάει, ακριβώς την περίοδο που ο Μαδούρο ανέλαβε την εξουσία, η αναδιανομή του πλούτου και οι μεταρρυθμίσεις άρχισαν να περιορίζονται όλο και περισσότερο, Οι οικονομικές κυρώσεις των ΗΠΑ δυσκόλεψαν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Όπως σημεριώνει η Φύλλια Πολίτη στο νέο τεύχος του περιοδικού Σοσιαλισμός από τα Κάτω που κυκλοφορεί:

«Όταν ο Μαδούρο διαδέχτηκε τον Τσάβες, βρέθηκε αντιμέτωπος με την πτώση των τιμών του πετρελαίου αλλά και τη διαρκή προσπάθεια της δεξιάς αντιπολίτευσης και των ΗΠΑ να τον ανατρέψουν. Η ρητορική της κυβέρνησης παρέμενε η ίδια αλλά η πολιτική της ήταν γεμάτη με συμβιβασμούς. Έκανε ανοίγματα σε τμήματα της δεξιάς αντιπολίτευσης ελπίζοντας σε καλύτερη αντιμετώπιση, και φρόντισε να μην πειραχτούν τα κέρδη των μεγάλων εταιρειών. Παραχώρησε μεγάλο τμήμα του ελέγχου του κράτους στους στρατιωτικούς που μαζί με ντόπιους καπιταλιστές συνθέτουν μία νέα αυταρχική και διεφθαρμένη γραφειοκρατία. Το 2017 ο Μαδούρο προσπάθησε να αγκαλιάσει ακόμα και τον Τραμπ, κάνοντας νύξεις για “καλή εξέλιξη” σε περίπτωση νίκης του, αλλά και προσφέροντας στην προεκλογική του καμπάνια μέσω της θυγατρικής που έχει η βενεζουελάνικη πετρελαιοβιομηχανία στις ΗΠΑ. Λίγες μέρες πριν τον απαγάγουν οι αμερικανοί κομάντος, ο Μαδούρο δήλωνε ανοιχτός στο να συζητήσει με τον Τραμπ και να βρουν μία συμβιβαστική λύση σε όλα τα ζητήματα που έθεταν οι ΗΠΑ».

Η Ντέλσι Ροντρίγκες συνεχίζει στη γραμμή Μαδούρο καταγγέλλοντας την απαγωγή του αλλά δηλώνοντας έτοιμη να συνεργαστεί με την αμερικανική κυβέρνηση μέσα από «ένα πρόγραμμα διαλόγου μεταξύ  ΗΠΑ και Βενεζουέλας βασισμένο στον αμοιβαίο σεβασμό και το διεθνές δίκαιο».

Δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτε από το «διεθνές δίκαιο». Ο μόνος δρόμος για να σπάσει ο νέος επικίνδυνος τσαμπουκάς του Τραμπ στην αμερικανική ήπειρο και σε όλο τον κόσμο, είναι η οικοδόμηση ενός μαζικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος. Αυτή η προσπάθεια, όπως έδειξαν τα εκατοντάδες μαζικά συλλαλητήρια αλληλεγγύης σε όλο τον κόσμο είναι ήδη ξεκινημένη. 

Στην ίδια τη Βενεζουέλα, οργανώσεις της Αριστεράς και συνδικάτα καταγγέλλουν την απαγωγή Μαδούρο και την αμερικανική επέμβαση αλλά ταυτόχρονα απαιτούν από την κυβέρνηση της Βενεζουέλας να άρει όλες τις επιθέσεις εναντίον της αριστεράς και της οργανωμένης εργατικής τάξης, ξεκινώντας με την απελευθέρωση αγωνιστών-ριών και συνδικαλιστών, προκειμένου οι εργαζόμενοι, οι αγρότες και τα φτωχά στρώματα να οργανώσουν από τα κάτω την αντίσταση και την άμυνα που απέτυχε, εκ του αποτελέσματος, να εφαρμόσει το καθεστώς Μαδούρο.

Η δύναμη που μπορεί να τσακίσει τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό είναι η εργατική τάξη και τα φτωχά στρώματα της Βενεζουέλας και των υπόλοιπων χωρών της Λατινικής Αμερικής. Και βέβαια η εργατική τάξη των ΗΠΑ που αυτές τις μέρες δίνει τη μάχη γειτονιά τη γειτονιά ενάντια στις στρατιωτικού τύπου επιχειρήσεις του Τραμπ.