Oι αντιπρόσωποι των 27 κρατών-μελών της ΕΕ κατέληξαν σε μία (κατ’ αρχήν) συμφωνία για τη σύναψη της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου με το μπλοκ χωρών της "Mercosur" στη Λατινική Αμερική, έπειτα από διαπραγματεύσεις 25 χρόνων. Η απόφαση δεν ήταν ομόφωνη. Κατά ψήφισαν η Γαλλία, η Πολωνία, η Αυστρία, η Ιρλανδία και η Ουγγαρία (το Βέλγιο απείχε) κάτω και από την πίεση των αγροτικών κινητοποιήσεων. Η Ελλάδα ψήφισε υπέρ. Ωστόσο η συμφωνία δεν μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή χωρίς την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που δεν είναι βέβαιο ότι θα την έχει.
Η Mercosur ιδρύθηκε το 1991 από την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη. Εκτός από τα 4 ιδρυτικά μέλη υπάρχει και η Βολιβία ως “νέο κράτος-μέλος”, από τον Ιούλιο 2024, ενώ συνδεδεμένα μέλη είναι η Χιλή, Κολομβία, Ισημερινός, Γουιάνα, Παναμάς, Περού και το Σουρινάμ. Η Βενεζουέλα είναι σε "αναστολή δικαιωμάτων/υποχρεώσεων".
Η Κομισιόν, και εδώ η κυβέρνηση της ΝΔ, προπαγανδίζει ότι αυτή η "σύνθετη συμφωνία" θα δημιουργήσει τη μεγαλύτερη ζώνη ελεύθερου εμπορίου στον κόσμο, καλύπτοντας μια αγορά με πάνω από 700 εκατομμύρια καταναλωτές, καταργώντας 4 δισεκατομμύρια ευρώ δασμών στις εξαγωγές της, συμπεριλαμβανομένων βασικών βιομηχανικών προϊόντων, όπως αυτοκίνητα (35%), μηχανήματα (14–20%) και φαρμακευτικά προϊόντα (14%), εκτιμώντας ότι έτσι θα αυξήσει τις ετήσιες εξαγωγές της ΕΕ προς την Mercosur έως και 39% (49 δις ευρώ). Το ίδιο "πανηγυρικό κλίμα" υπάρχει και στις κυβερνήσεις των χωρών της Mercosur.
Σε πολλούς αναλυτές υπάρχει μία "επιφανειακή ανάλυση" ότι αυτή η συμφωνία αποτελεί και ένα "γεωπολιτικό αντιστάθμισμα" και προς τον "δασμολογικό πόλεμο" που έχει εξαπολύσει ο Τραμπ προς την ΕΕ αλλά και ένα "φρένο" στην χειμαρρώδη διείσδυση της Κίνας στη Λατινική Αμερική.
Μεγάλες βιομηχανίες
Αλλά αυτά απέχουν πολύ από την ειδυλλιακή εικόνα που παρουσιάζεται. Το μόνο σίγουρο είναι ότι "κερδισμένες" από αυτή τη συμφωνία θα είναι μόνο οι μεγάλες βιομηχανίες της ΕΕ και της Λατινικής Αμερικής. Για την εργατική τάξη και τους αγρότες, και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, θα είναι μία καταστροφική συμφωνία.
Αν και η συμφωνία δεν αφορά μόνο τα αγροτικά προϊόντα, η συμφωνία ήταν και είναι για τους αγρότες, στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη, ένα "casus belli". Οι μικρομεσαίοι αγρότες και κτηνοτρόφοι έχουν κάθε λόγο να διαμαρτύρονται γιατί τα προϊόντα τους θα έχουν να αντιμετωπίσουν έναν "αθέμιτο ανταγωνισμό" πλήττοντας, έτσι, περαιτέρω το ήδη επιβαρυμένο εισόδημά τους. Αντίθετα, το "διατροφικό σύμπλεγμα" της βιομηχανίας τροφίμων, της βιομηχανίας αγροτικών μηχανημάτων, της βιομηχανίας λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων και των μεγάλων επιχειρήσεων εντατικής καλλιέργειας (μεγαλοαγρότες) έχουν κάθε λόγο να πανηγυρίζουν.
Η φον ντερ Λάιεν, σε μια προσπάθεια να δελεάσει τα κράτη-μέλη της ΕΕ και να παρακάμψει τις αντιδράσεις, πρότεινε την αύξηση των κονδυλίων για την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) κατά 45 δις ευρώ στο πλαίσιο του επόμενου επταετούς ευρωπαϊκού προϋπολογισμού (2028–2034) καθώς και μη εφαρμογή του φόρου άνθρακα στα λιπάσματα, από την 1η Ιανουαρίου, ζήτημα που απασχολεί ιδιαίτερα τους αγρότες. Την ίδια στιγμή, "διαβεβαιώνει" ότι για τα αγροτικά και ζωικά προϊόντα που θα εισάγονται από τις χώρες της Mercosur θα ισχύουν όλα τα περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα της ΕΕ. Παραμύθια. Ακόμα και αν η ΕΕ δώσει στους αγρότες επιπλέον 45 δις μέχρι το... 2034(!) αυτό είναι ένα μικρό κομμάτι από την κατακόρυφη μείωση των προϋπολογισμών της ΚΑΠ εξαιτίας των θηριωδών εξοπλισμών.
Αυξημένοι κίνδυνοι
Επιπλέον, δεν υπάρχει κανένας κρατικός ή ευρωπαϊκός μηχανισμός για να ελέγχει τα "περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα της ΕΕ" στα εισαγόμενα τρόφιμα ενώ, αντίθετα, υπάρχουν πολλά "κόλπα" για να εισέρχονται "νόμιμα" στην ΕΕ. Μόνο στην Αργεντινή και στη Βραζιλία καλλιεργούνται γενετικώς τροποποιημένα φυτά σε έκταση 900.000.000 στρεμμάτων. Η τροφή που θα φτάνει στα πιάτα μας, με ευθύνη του "διατροφικού συμπλέγματος", θα είναι ακόμα πιο επικίνδυνη για την υγεία μας. Η συμφωνία θα δώσει "ώθηση" στην εντατική κτηνοτροφία στη Λατινική Αμερική. Οι βοσκότοποι που τρέφουν τα κοπάδια της Βραζιλίας δημιουργούνται εις βάρος του ολοένα συρρικνούμενου δάσους του Αμαζονίου και αυτό σημαίνει επιδείνωση της κλιματικής κρίσης και αυξημένο κίνδυνο νέων ζωονόσων πανδημιών.
Ο υπουργός Γεωργίας, Τσιάρας, δηλώνει ότι η συμφωνία θα είναι μία πρόκληση για τις εξαγωγές ελληνικών αγροτικών προϊόντων σε μία "νέα αγορά". Μας κοροϊδεύει. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 η Ελλάδα εισήγαγε από τις χώρες της Μercosur αγροτικά προϊόντα, τρόφιμα και ποτά αξίας 452.105.624 ευρώ και εξήγαγε στις ίδιες χώρες αντίστοιχα προϊόντα αξίας μόλις 34.568.702 ευρώ. H αναλογία είναι 1 προς 13.
Η ακροδεξιά "σπεκουλάρει" ενάντια στην συμφωνία από εθνικιστική σκοπιά. Κραυγάζοντας για περισσότερο "προστατευτισμό" των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων, ρίχνει ρατσιστικό δηλητήριο στους λαούς της Λατινικής Αμερικής. Η απάντηση της Αριστεράς δεν πρέπει να είναι το "εθνικό συμφέρον της οικονομίας" αλλά ο διεθνισμός.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς αρνήθηκαν να δεχτούν ότι είτε οι δασμοί είτε το ελεύθερο εμπόριο θα ωφελούσαν τους εργαζόμενους και τους αγρότες. Το 1845 ο Ένγκελς έγραψε: «Δεν έχουμε καμία πρόθεση να υπερασπιστούμε τους προστατευτικούς δασμούς, όπως και το ελεύθερο εμπόριο, αλλά μάλλον να επικρίνουμε και τα δύο συστήματα από τη δική μας κομμουνιστική σκοπιά».
Αλλά οι σοσιαλιστές δεν μένουν ουδέτεροι. Είμαστε κάθετα ενάντια στη συμφωνία ΕΕ-Mercosur γιατί αυτό σημαίνει καταστροφή για τους φτωχούς αγρότες και στην Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική, καταστροφή για την διατροφή και την υγεία της εργατικής τάξης και στην Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική αλλά και καταστροφή για το περιβάλλον. Όμως, όπως έγραψε και ο μαρξιστής οικονομολόγος Ρούντολφ Χίλφερντινγκ, η λύση βρίσκεται «ούτε στον προστατευτισμό ούτε στο ελεύθερο εμπόριο, αλλά στον σοσιαλισμό, στην οργάνωση της παραγωγής, στον συνειδητό έλεγχο της οικονομίας όχι από και προς όφελος των καπιταλιστών αλλά από και για την κοινωνία στο σύνολό της».

