Διεθνή
Πυροβολημένος Τραμπ

Ο Ντόναλντ Τραμπ φυγαδεύεται από το Δείπνο μετά τους πυροβολισμούς. Φωτό: ΑΡ/Sciefelbein

«Οι Ιρανοί είναι σαφώς ισχυρότεροι από ό,τι αναμενόταν και οι Αμερικανοί σαφώς δεν έχουν ούτε μια πραγματικά πειστική στρατηγική στις διαπραγματεύσεις. Το πρόβλημα με συγκρούσεις όπως αυτή είναι πάντα το εξής: δεν αρκεί απλώς να εμπλακείς, πρέπει και να αποσυρθείς. Το είδαμε αυτό με πολύ οδυνηρό τρόπο στο Αφγανιστάν, για 20 χρόνια. Το είδαμε και στο Ιράκ. Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ μπήκαν σε αυτόν τον πόλεμο χωρίς καμία στρατηγική, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολο να τερματιστεί η σύγκρουση. Ειδικά δεδομένου ότι οι Ιρανοί διαπραγματεύονται προφανώς με μεγάλη επιδεξιότητα – ή απλώς με μεγάλη επιδεξιότητα δεν διαπραγματεύονται. Ένα ολόκληρο έθνος ταπεινώνεται από την ιρανική ηγεσία. Πρόκειται για μια περίπλοκη κατάσταση. Και μας κοστίζει πολλά χρήματα».

Η παραπάνω δήλωση του γερμανού καγκελάριου Μερτς αποτυπώνει την κατάσταση ακριβώς δύο μήνες μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν και τρεις εβδομάδες μετά από την κατάπαυση πυρός και την εκκίνηση διαπραγματεύσεων που ανακοίνωσε το Πακιστάν.

Οι νέες απειλές του Τραμπ περί ισοπέδωσης του Ιράν αν δεν υπάρξει συμφωνία στο τέλος της προθεσμίας την περασμένη Τετάρτη, δεν απέδωσαν. Η προθεσμία πέρασε και ο Τραμπ σιωπηρά επέκτεινε την εκεχειρία με τον αμερικανικό στρατό να συνεχίζει τον αποκλεισμό του Ιράν, το Ιράν να συνεχίζει τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ και τις έμμεσες επαφές να συνεχίζονται.

Στις 24 Απριλίου ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι οι Κούσνερ και Γουίτκοφ πάνε στο Ισλαμαμπάντ για συνομιλίες με το Ιράν. Αλλά την επομένη, ακυρώθηκε και αυτή η αποστολή καθώς το Ιράν ανακοίνωσε ότι δεν πρόκειται να συμμετέχει σε άμεσες συνομιλίες αν δεν σταματήσει ο αμερικανικός αποκλεισμός. Ο υπ.Εξ του Ιράν Αραγτσί πήγε στο Ισλαμαμπάντ όπου πραγματοποίησε συναντήσεις με τους διαπραγματευτές του Πακιστάν, της Αιγύπτου, της Τουρκίας και του Κατάρ και αποχώρησε. Ακολούθησαν επισκέψεις του Αραγτσί στο Ομάν και με τον Πούτιν στη Ρωσία, και στη συνέχεια το Ιράν απέστειλε στις ΗΠΑ σχέδιο το οποίο σύμφωνα με τo Reuters περιλαμβάνει: 

«Σαν πρώτο βήμα τερματισμό του πολέμου και εγγυήσεις ότι η Ουάσιγκτον δεν θα τον ξαναρχίσει», στη συνέχεια «επίλυση του αμερικανικού αποκλεισμού και της τύχης των Στενών του Ορμούζ» -και «μόνο τότε, συνομιλίες που θα επεκταθούν σε άλλα ζητήματα, όπως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν». 

Ανακοίνωση

Σε μια πρώτη ξεκαρδιστική ανακοίνωση ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε σχετικά με την πρόταση ότι «πρόκειται για ευαίσθητες διπλωματικές συζητήσεις και οι ΗΠΑ δεν θα διαπραγματευτούν μέσω του Τύπου». Στη συνέχεια ανακοίνωσε ότι «η πρόταση εξετάζεται» αλλά με τις διαρροές να αναφέρουν ότι  Τραμπ είναι δυσαρεστημένος με την πρόταση -και το CNN να θεωρεί «απίθανο να την αποδεχτεί».

Έχει κάθε λόγο να είναι δυσαρεστημένος. Η πρόταση του Ιράν οδηγεί ακριβώς στο σημείο που ήταν τα πράγματα πριν ο Τραμπ εξαπολύσει τον πόλεμο. «Πίσω στην αφετηρία» για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του αγαπημένου επιτραπέζιου του Τραμπ. 

Η ιρανική πρόταση πιέζει τον Τραμπ στο ευαίσθητο σημείο του, δηλαδή τις οικονομικές επιπτώσεις του κλεισίματος του Περσικού Κόλπου (η τιμή του πετρελαίου συνεχίζει να ανεβαίνει -μόνιμα πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι). Τη Δευτέρα, 90 χώρες προχώρησαν στον ΟΗΕ σε κοινή δήλωση ζητώντας το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Η δήλωση στρέφεται προς το Ιράν αλλά αποδέκτης είναι και ο Τραμπ. Μιλώντας εντός της αίθουσας, ο γγ του ΟΗΕ Γκουτέρες είπε: «Καλώ τα μέρη: ανοίξτε το στενό. Αφήστε τα πλοία να περάσουν. Χωρίς διόδια. Χωρίς διακρίσεις. Αφήστε το εμπόριο να ξαναρχίσει». Το αραβικό Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, (οι χώρες του οποίου πλήττονται από τον διπλό αποκλεισμό) πραγματοποιούσε την Τρίτη 28/4 έκτακτη σύνοδο κορυφής στη Τζέντα.

Η πίεση αυξάνεται και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Μέσα στις τελευταίες εβδομάδες ο Τραμπ έχει αναγκαστεί να παραιτήσει τον Αρχηγό ΓΕΣ, τον νο 2 της Αντιτρομοκρατικής του Υπηρεσίας και τον Υπουργό Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ. Το Δημοκρατικό Κόμμα χρησιμοποιεί ένα νόμο του 1973 που προβλέπει μη εξουσιοδοτημένες στρατιωτικές επιχειρήσεις (ο Τραμπ δεν πήρε την έγκριση του Κογκρέσου για τον πόλεμο στο Ιράν) να τερματίζονται εφόσον έχουν διαρκέσει 60 μέρες (αν και δίνεται η δυνατότητα παράτασης ακόμη 30 ημερών). Το περιοδικό Foreign Policy, ανέφερε ότι «αν ο πόλεμος ξεπεράσει τη νομική προθεσμία (29 Απρίλη) θα ενταθούν οι πιέσεις προς τους Ρεπουμπλικάνους του Κογκρέσου να ψηφίσουν υπέρ της λήξης του». 

Προς το παρόν δεν μοιάζει να βρίσκεται σε εξέλιξη κάποια «ανταρσία» στους ρεπουμπλικάνους. Το Δημοκρατικό Κόμμα με τους κοινοβουλευτικούς του ελιγμούς περισσότερο αποσκοπεί να κερδίσει τις εντυπώσεις στα εκατομμύρια που ετοιμάζονται να διαδηλώσουν ξανά μαζικά την Πρωτομαγιά στις ΗΠΑ. Και φυσικά κατήγγειλε ως «τρομοκρατική» επίθεση το περιστατικό με τους πυροβολισμούς στη δεξίωση για τον Τύπο στεκόμενο στο πλευρό του Τραμπ και της Μελάνια που κατήγγειλαν ως υπεύθυνη την Αριστερά.  

Αλλά η ίδια η επίθεση είναι ενδεικτική της τεράστιας κοινωνικής πόλωσης στις ΗΠΑ. Ο μοναχικός, όπως όλα δείχνουν, τριαντάχρονος δράστης Κόουλ Τόμας Άλεν δεν ήταν κάποιος «τζιχαντιστής» αλλά ένας δάσκαλος από την Καλιφόρνια, ψηφοφόρος της Κάμαλα Χάρις και χριστιανός. Στο «μανιφέστο» που έστειλε για δημοσίευση πριν την επίθεση δήλωσε ότι η επίθεση στόχευε στον Τραμπ και το υπουργικό του συμβούλιο. Όπως ανέφερε: «Δεν είμαι εγώ αυτός που βιάστηκε σε ένα στρατόπεδο κράτησης. Δεν είμαι εγώ ο ψαράς που εκτελέστηκε χωρίς δίκη. Δεν είμαι ένας μαθητής που ανατινάχθηκε, ούτε ένα παιδί που πέθανε από την πείνα, ούτε μια έφηβη που υπέστη κακοποίηση από τους πολλούς εγκληματίες αυτής της κυβέρνησης. Το να γυρίζεις το άλλο μάγουλο όταν “κάποιος άλλος” καταπιέζεται δεν είναι χριστιανική συμπεριφορά· είναι συνενοχή στα εγκλήματα του καταπιεστή».