Συνέντευξη με τον συγγραφέα του βιβλίου, Λέανδρο Μπόλαρη
Έχει σημασία η συζήτηση για τον Εμφύλιο σήμερα;
Όχι μόνο ο Εμφύλιος αλλά ολόκληρη η δεκαετία του 1940 είναι το πεδίο μιας συστηματικής και πολύπλευρης ιδεολογικής και πολιτικής επίθεσης της άρχουσας τάξης και της Δεξιάς. Ένα μοτίβο της συμπυκνώνεται στη γνωστή φράση του Μητσοτάκη ότι η «Ελλάδα βρέθηκε στη σωστή πλευρά της ιστορίας». Όπως με τον Τραμπ και τον Νετανιάχου για παράδειγμα σήμερα.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν μακρά ιστορία. Για δεκαετίες μετά την οριστική ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στο Βίτσι, τον Αύγουστο του 1949, η επίσημη ιστορία ήταν η προπαγάνδα περί των «τριών γύρων». Υποστήριζε ότι όλα όσα έγιναν εκείνη τη δεκαετία ήταν οι διαδοχικές απόπειρες των κομμουνιστών να καταλάβουν βίαια την εξουσία και να εγκαθιδρύσουν ένα ολοκληρωτικό καθεστώς στα πρότυπα του ανατολικού μπλοκ. Με άλλα λόγια η άρχουσα τάξη που κρατήθηκε στην εξουσία με τη βοήθεια του αγγλικού και αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και στην πορεία «ανακύκλωσε» όλον τον εσμό των δωσιλόγων συνεργατών των ναζί, ξανάγραφε την ιστορία καταπώς τη συνέφερε. Σήμερα αυτό το σχήμα επιστρατεύεται ξανά, ντυμένο με ένα μανδύα «αντικειμενικότητας». Χαρακτηριστικό παράδειγμα το βιβλίο «Εμφύλια πάθη 23+2 νέες ερωτήσεις και απαντήσεις για τον εμφύλιο» των Καλύβα-Μαραντζίδη.
Στο στόχαστρο των «αναθεωρητικών» αφηγήσεων δεν είναι ο Εμφύλιος καθαυτός, αλλά η πεποίθηση ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει συθέμελα,·ότι μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση είναι ρεαλιστικός στόχος και όχι ουτοπικός πόθος. Αυτόν ακριβώς τον στόχο τον υιοθετούσαν εκατομμύρια «απλοί» άνθρωποι στην Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης. Αυτό το βιβλίο επιχειρεί να επαναφέρει την εμπειρία τους στο κέντρο. Δεν πρόκειται για ουδέτερο βιβλίο, ούτε θα μπορούσε να είναι. Είναι γραμμένο από τη μεριά εκείνων που έχασαν,—της εργατικής τάξης, των φτωχών, των εκμεταλλευόμενων και με την πεποίθηση ότι η ήττα τους δεν ήταν αναπόφευκτη.
Ποιές είναι οι βασικές θέσεις του βιβλίου;
Η κεντρική θέση του βιβλίου είναι ότι ο ελληνικός Εμφύλιος δεν ήταν μια μοναδική ελληνική ιδιαιτερότητα, προϊόν κάποιας εγγενούς ροπής του τόπου στον διχασμό. Ήταν η τελευταία πράξη ενός πανευρωπαϊκού κύκλου επανάστασης και αντεπανάστασης που άνοιξε με τα κινήματα της Αντίστασης και τη συντριβή του φασισμού και έκλεισε με την εδραίωση του Ψυχρού Πολέμου, χονδρικά ανάμεσα στο 1943 και το 1948. Η κρίση του καπιταλισμού στη δεκαετία του ’30 είχε γεννήσει τον πόλεμο· ο πόλεμος με τη σειρά του γέννησε τις συνθήκες για την επανάσταση. Από το Μιλάνο μέχρι τις Βρυξέλλες και από τη Μασσαλία μέχρι την Αθήνα, η ίδια δυναμική ριζοσπαστικοποίησης συγκλόνισε την ήπειρο. Η Ελλάδα δεν ήταν η εξαίρεση, ήταν η οξύτερη εκδοχή ενός κανόνα.
Μια απόρροια αυτής της θέσης είναι η απόρριψη των «αρνητικών συσχετισμών» ως ερμηνείας για την ήττα της Αριστεράς. Η άποψη δηλαδή ότι το κίνημα δεν είχε κανένα περιθώριο, γιατί η μοίρα του είχε κριθεί στα παζάρια των Μεγάλων Συμμάχων στη Μόσχα το 1944 και τη Γιάλτα το 1945, κι ότι βρέθηκε «μόνο» του. Το βιβλίο αντιτείνει ότι ο πραγματικός σύμμαχος του ελληνικού κινήματος δεν βρισκόταν ποτέ στις πρωτεύουσες της Ανατολικής Ευρώπης. Βρισκόταν στα εργοστάσια του Τορίνο, στα ανθρακωρυχεία της Λιέγης, στους δρόμους του Παρισιού και, κάτι που συνήθως προσπερνιέται, στα μεγάλα αντιαποικιακά και απελευθερωτικά κινήματα που αναδύονταν σε Αφρική, Μέση Ανατολή και Ασία. Η εργατική τάξη της Ευρώπης, που έζησε τη δική της προεπαναστατική στιγμή, ήταν η δύναμη που μπορούσε να γείρει την πλάστιγγα. Η σταλινική ΕΣΣΔ δεν ήταν αυτή η δύναμη· ήταν, αντίθετα, ένας από τους παράγοντες που ανέκοψαν τη δυναμική της, ήταν κομμάτι της αντεπαναστατικής προσπάθειας που εκτυλίχτηκε εκείνα τα χρόνια όχι το αντίπαλο δέος της.
Η δεύτερη αφήγηση με την οποία συγκρούεται το βιβλίο είναι του λεγόμενου «αναθεωρητικού» ρεύματος που αναφέραμε πριν: ότι το ΚΚΕ, πίσω από τις διακηρύξεις του για συμφιλίωση, σχεδίαζε εξαρχής μια βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Το βιβλίο δείχνει ότι συνέβη το αντίθετο. Το ΚΚΕ δεν είχε μια «διπλή στρατηγική». Είχε μία, και αυτή δεν ήταν επαναστατική αλλά ρεφορμιστική, ένας «ένοπλος ρεφορμισμός», για να χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο ενός κεφαλαίου. Η ηγεσία του κόμματος δεν αντιμετώπιζε το μαζικό κίνημα ως τη δύναμη που θα άλλαζε την κοινωνία, αλλά ως πολιορκητικό κριό για να αποσπάσει έναν έντιμο συμβιβασμό με τους αστούς.
Άλλοτε το καλούσε σε «αυτοσυγκράτηση» και άλλοτε σε μαχητικές, συμβολικές ως επί το πλείστον, επιδείξεις δύναμης. Και σε κάθε στροφή η πρωτοβουλία έμενε στα χέρια της άρχουσας τάξης. Αυτή είναι η ιστορία της «διολίσθησης στον εμφύλιο» από το 1945 μέχρι και το 1947. Αυτή η πολιτική, και όχι κάποια αναπόδραστη γεωπολιτική πραγματικότητα, εξηγεί την ήττα. Όταν η ηγεσία ενός μαζικού κινήματος αρνείται να αξιοποιήσει μια επαναστατική κατάσταση, το εκκρεμές συχνά γυρίζει προς την αντίθετη κατεύθυνση: την αιματηρή αντεπανάσταση.
Πώς είναι δομημένο το βιβλίο;
Το πρώτο κεφάλαιο τοποθετεί τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στο έδαφος που τον γέννησε: την κρίση του καπιταλισμού του '30, την κούρσα των εξοπλισμών, τον ανταγωνισμό των ιμπεριαλισμών. Το δεύτερο καταπιάνεται με το πως εντάσσεται η Ελλάδα στο παζλ των παζαριών και των ανταγωνισμών των «Μεγάλων Συμμάχων». Για παράδειγμα τον Οκτώβρη του 1944 ο Τσόρτσιλ κι ο Στάλιν μοίρασαν την επιρροή τους στα Βαλκάνια με ποσοστά γραμμένα σε ένα χαρτί κι από εκεί βγήκε η ιδέα ότι όλα ήταν «κανονισμένα». Όμως τα ποσοστά έδειχναν τι ήθελαν οι ισχυροί, όχι τι μπορούσαν να επιβάλουν.
Για παράδειγμα, η δύναμή τους στηριζόταν σε στρατούς εκατομμυρίων που είχαν επιστρατευτεί για έναν, υποτίθεται, δίκαιο αντιφασιστικό πόλεμο και ήταν πια εξαντλημένοι, ανυπόμονοι να γυρίσουν σπίτι. Το κύμα ανταρσιών που σάρωσε τις συμμαχικές δυνάμεις—από το Καράτσι μέχρι το Παρίσι δείχνει πόσο εύθραυστη ήταν στην πραγματικότητα η συναίνεση πάνω στην οποία στηριζόταν η ιμπεριαλιστική επέμβαση.
Το τρίτο κεφάλαιο αναμετριέται με το «παράδοξο» του Δεκέμβρη του 1944, την ένοπλη σύγκρουση ενός κινήματος Αντίστασης με τους «Συμμάχους» του: το κίνημα έφτασε σε μια μάχη που η ηγεσία του δεν είχε επιλέξει αλλά χωρίς τα πολιτικά και οργανωτικά εργαλεία για να φτάσει στη νίκη. Το τέταρτο και το πέμπτο κεφάλαια φωτίζουν την περίοδο από τη Βάρκιζα ως τον Εμφύλιο από δύο αντίθετες σκοπιές: πρώτα του κινήματος, που ανασυγκροτήθηκε με εντυπωσιακή ταχύτητα κι έδωσε τις μεγάλες απεργιακές μάχες του 1945-46· κι ύστερα της άρχουσας τάξης, που έψαχνε τη «βιώσιμη λύση» της μέσα από την τρομοκρατία, τις νόθες εκλογές και την αμερικανική επέμβαση.
Το έκτο πιάνει το ζήτημα του λεγόμενου «διχασμού κοινωνικού χώρου της Αριστεράς»,—πόλη και ύπαιθρος—κι αμφισβητεί τις κυρίαρχες ερμηνείες στην αριστερή ιστοριογραφία για το πώς έσβησε το κίνημα στις πόλεις: αυτό που τσακίστηκε δεν ήταν κάποια συμμαχία με τα «μεσαία στρώματα», αλλά το ίδιο το εργατικό κίνημα. Το έβδομο κάνει μια γενίκευση: εκεί γίνεται η ανατομία του «ένοπλου ρεφορμισμού» για τον οποίο μιλήσαμε, της στρατηγικής των «σταδίων» που υπέταξε το κίνημα στους ελιγμούς με τα αστικά κόμματα.
Τα δύο τελευταία κεφάλαια βάζουν τον Εμφύλιο στο διεθνές του πλαίσιο. Το όγδοο κεφάλαιο βγαίνει από τα ελληνικά σύνορα κι αντιπαραβάλλει το Βέλγιο, τη Γαλλία και την Ιταλία: η ίδια δυναμική επανάστασης και αντεπανάστασης ήταν παρούσα παντού. Το ένατο γυρίζει στη σχέση του Εμφυλίου με τον Ψυχρό Πόλεμο: υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση με τον πόλεμο της Κορέας, ο ελληνικός Εμφύλιος δεν ανάγεται σε απλή υποπερίπτωσή του κι εκεί εξετάζονται και οι σχέσεις του ΚΚΕ με το «διεθνές κέντρο», δηλαδή την ΕΣΣΔ, ως τη «ρήξη Στάλιν-Τίτο» του 1948.
Ο επίλογος, τέλος, επιστρέφει στο ζήτημα της στρατηγικής που έφερε την ήττα. Από αυτή την άποψη, το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας είναι μια συμβολή στην προσπάθεια να χτίσουμε την επαναστατική Αριστερά που θα εξασφαλίσει ότι το κίνημα δεν θα γνωρίσει άλλες «Βάρκιζες».

