23 χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή του στα ελληνικά τον Μάη του 2003, κυκλοφορεί (σε τρίτη έκδοση) στο φεστιβάλ Μαρξισμού το κείμενο του Chris Harman «Ο Προφήτης και το Προλεταριάτο», ένα κείμενο σταθμός για την ερμηνεία του σύγχρονου ριζοσπαστικού Ισλάμ. Αποτελεί τον κορμό της ανανεωμένης έκδοσης του βιβλίου του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου «Η πάλη ενάντια στην Ισλαμοφοβία».
Λιγότερο από τρεις δεκαετίες πριν, η λέξη ισλαμοφοβία δεν υπήρχε σε κανένα λεξικό (αν και ο όρος είχε αρχίσει να ακούγεται από τις αρχές του 1980). Σήμερα είναι η κυρίαρχη μορφή του ρατσισμού στη Δύση και όχι μόνο.
Στην εκτενή εισαγωγή του στη νέα έκδοση του βιβλίου ο Κώστας Πίττας αναλύει το γιατί η ισλαμοφοβία σήμερα, σαν κύρια μορφή καλλιεργούμενου ρατσισμού από τις άρχουσες τάξεις της «Δύσης», έχει αντικαταστήσει τον αντισημιτισμό του 20ου αιώνα που τελικά οδήγησε στο Ολοκαύτωμα: «Η δαιμονοποίηση των ‘κακών’ ισλαμιστών από τις κυβερνήσεις, που δεν χάνουν ευκαιρία να αναδείξουν τους μουσουλμάνους σαν τον υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνο που απειλεί τον ‘δυτικό τρόπο ζωής’ και τις ίδιες τις ζωές μας, χρησιμοποιείται σαν πρόσχημα για ρατσιστικές κοινωνικές διακρίσεις, για push backs που καταλήγουν σε μαζικούς πνιγμούς μεταναστών και προσφύγων στη Μεσόγειο, για φράχτες στα σύνορα και για επιδρομές του λιμενικού και της αστυνομίας, λιπαίνοντας το έδαφος για την ακροδεξιά παντού. Το κόμμα της Λεπέν στη Γαλλία, το AfD στη Γερμανία, ο Φάρατζ στη Βρετανία, όλος ο ακροδεξιός συρφετός στην Ελλάδα έχουν στην αιχμή της προπαγάνδας τους τον ισλαμοφοβικό ρατσισμό. Ταυτόχρονα, η ισλαμοφοβία αξιοποιείται σαν μια από τις δικαιολογίες για όλες τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις από το Ιράν στη Μέση Ανατολή μέχρι το Μάλι στην Αφρική, για τη γενοκτονία του Ισραήλ στη Γάζα, για τη στήριξη στυγνών δικτατοριών όπως του Σίσι στην Αίγυπτο. Η ισλαμοφοβία είναι το δηλητήριο που θέλει να μας κάνει να καταπιούμε αυτή τη βαρβαρότητα ως πρόοδο».
Το βασικό κείμενο στο βιβλίο με τίτλο «Ο Προφήτης και το προλεταριάτο – Ριζοσπαστικό Ισλάμ, Ιμπεριαλισμός και Αριστερά» γράφτηκε από τον Chris Harman σε μάλλον «ανύποπτο» χρόνο, το 1994, και συμπληρώθηκε με νέα στοιχεία το 2002 μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους και την αμερικάνικη επέμβαση στο Αφγανιστάν.
Ανάλυση
Ο συγγραφέας επιχειρεί καταρχήν να δώσει μια συνολική ανάλυση του «φαινομένου» του σύγχρονου ισλαμικού ριζοσπαστισμού, ξεκινώντας από την ιστορική αναδρομή του Ισλάμ ως θρησκεία και ιδεολογία. Απορρίπτει όλα τα τυπικά στερεότυπα που θέλουν το Ισλάμ μια θρησκεία «αιώνια διαφορετική» από τις άλλες και από τη φύση της «οπισθοδρομική» και «επιθετική», και προχωράει στις αιτίες της ισλαμικής αναβίωσης δίνοντας βάρος στην ανάλυση της σημερινής ταξικής φύσης της και του χαρακτήρα της ως κοινωνικό κίνημα. Όπως γράφει: «Κάθε έκκληση για επιστροφή στις πρακτικές της εποχής του προφήτη [Μωάμεθ] δεν έχει να κάνει με τη διατήρηση του παρελθόντος, αλλά με την αναδιαμόρφωση της συμπεριφοράς του κόσμου σε μια εντελώς νέα κατεύθυνση».
Ο Harman εξετάζει τρεις παράγοντες που καθόρισαν την πορεία της ισλαμικής αναβίωσης: το ρόλο του ιμπεριαλισμού, το ρόλο των τοπικών καθεστώτων σε χώρες με πλειοψηφία μουσουλμανικού πληθυσμού και το ρόλο της Αριστεράς. Καταλήγει με μια αναλυτική εμβάθυνση του αντιφατικού χαρακτήρα των σύγχρονων ισλαμιστικών κινημάτων και των αδιεξόδων του λεγόμενου «πολιτικού Ισλάμ», χρησιμοποιώντας τα παραδείγματα μιας σειράς χωρών με έντονη (όταν γραφόταν το κείμενο) παρουσία των Ισλαμιστών –της Αιγύπτου, της Αλγερίας, του Σουδάν, του Ιράν και του Αφγανιστάν. Το συμπέρασμά του είναι πως «ήταν λάθος της Αριστεράς [και στις μουσουλμανικές χώρες και στη Δύση] να βλέπει τα ισλαμιστικά κινήματα είτε σαν αυτομάτως ‘αντιδραστικά’ και ‘φασιστικά’ [Αίγυπτος, Αλγερία], είτε σαν αυτομάτως ‘αντιιμπεριαλιστικά’ και ‘προοδευτικά’ [Ιράν]… Οι Ισλαμιστές δεν είναι σύμμαχοί μας… [Αλλά] σαν αριστεροί δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε τους ιμπεριαλιστές και το κράτος ενάντιά τους. Αυτοί που το κάνουν, στη βάση ότι οι ισλαμιστές απειλούν τις κοσμικές αξίες, απλά τους διευκολύνουν να παρουσιάζουν την αριστερά σαν τμήμα της ‘άπιστης’ συνεργασίας των καταπιεστών ενάντια στα πιο εξαθλιωμένα τμήματα της κοινωνίας…».
Το δεύτερο κείμενο έχει τίτλο «Επιστημονικά αντίδοτα στην ισλαμοφοβία» και είναι του Πάνου Γκαργκάνα. Γράφτηκε το Σεπτέμβρη του 2011 με αφορμή την παρουσίαση ενός βιβλίου για τον «Χρυσό Αιώνα των Αραβικών Επιστημών» στο περιοδικό Σοσιαλισμός από τα Κάτω. Ο συγγραφέας, αφού επισημαίνει αρχικά ότι οι προσπάθειες να ζωγραφιστεί το Ισλάμ με τα πιο μελανά χρώματα μιας «σκοτεινής απειλής» υπηρετούν πολλαπλές ρατσιστικές και ιμπεριαλιστικές σκοπιμότητες, αντλεί ιστορικά παραδείγματα για τη συμβολή του μουσουλμανικού κόσμου στην ανάπτυξη της σύγχρονης επιστήμης. Κάνοντας μια μαρξιστική προσέγγιση των επιτευγμάτων της ισλαμικής Αναγέννησης από το 750 ως το 1250 στα μαθηματικά, την ιατρική, τη χημεία, τη φιλοσοφία καταρρίπτει τα πλαστά στερεότυπα της ισλαμοφοβικής προπαγάνδας.
Η πάλη ενάντια στην ισλαμοφοβία δεν είναι μια ξεχωριστή μάχη για ένα επιμέρους ζήτημα. Είναι πάλη ενάντια στο ιδεολογικό εργαλείο που έχει διαλέξει ο αντίπαλος για να μας διασπάσει ενώ μας εξοντώνει. Η μαρξιστική ανάλυση για το τι είναι ο ρατσισμός και πώς παλεύεται είναι αναντικατάστατο όπλο στις αντιρατσιστικές, αντιφασιστικές, αντιπολεμικές και αντιιμπεριαλιστικές μάχες. Στόχος αυτού του βιβλίου είναι να συγκεκριμενοποιήσει, να βαθύνει και να επικαιροποιήσει αυτήν την ανάλυση με κέντρο την ισλαμοφοβία.

