Διεθνή
Άλεξ Καλλίνικος: Η συρρικνούμενη «αξιοπιστία» της αμερικάνικης ηγεμονίας

Τα drones Shahed-136 είναι ένα κρίσιμο εργαλείο στο οπλοστάσιο του Ιράν.

Η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν έχει τραβήξει όλη την προσοχή των μίντια. Κάτι παράξενο αν σκεφτεί κανείς ότι ένας μεγάλος πόλεμος μπορεί να σιγοβράζει όχι μακριά από εκεί που ο Τρωικός Πόλεμος υποτίθεται πως συνέβη, στη σημερινή Τουρκία. Είναι επίσης παράξενο ότι ο Οδυσσέας στην ταινία, καθώς επιστρέφει από τον πόλεμο, ανησυχεί για “το τέλος του πολιτισμού”, μια έννοια εντελώς απούσα στο πραγματικό ομηρικό έπος.

Παράξενο αλλά εξηγήσιμο. Γιατί η υποχώρηση της ηγεμονικής ιμπεριαλιστικής δύναμης, των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι πλέον το κυρίαρχο θέμα στην παγκόσμια πολιτική. Ενα πρόσφατο άρθρο στο περιοδικό Φόρειν Αφέαρς, γραμμένο από τον πολιτικό επιστήμονα Ρόμπερτ Πέιπ, εξηγεί τι συμβαίνει. Το Φόρειν Αφέαρς είναι περιοδικό που βγαίνει από το εσωτερικό των μηχανισμών εθνικής ασφαλείας των ΗΠΑ.

Ο Πέιπ, γράφοντας το Φλεβάρη και Μάρτη, προειδοποιούσε πως οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα δυσκολεύονταν να κερδίσουν το Ιράν μόνο μέσω της επίθεσης από αέρος και πως διακινδύνευαν να χάσουν τον έλεγχο της διαδικασίας κλιμάκωσης του πολέμου. Αποδείχθηκε πως είχε δίκιο. Καθώς τις τελευταίες βδομάδες, οι συγκρούσεις ξαναξέσπασαν, είναι το Ιράν που κλιμακώνει ώστε να κρατήσει τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ.

Ιστορικό πλαίσιο

Το άρθρο του Πέιπ τοποθετεί αυτο το αναποδογύρισμα σε ιστορικό πλαίσιο. Ξεκινάει από τη στρατιωτική επίθεση το Γενάρη του 1991, όταν οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν βόμβες και πυραύλους ακριβείας για να καταστρέψουν τον τεράστιο, τύπου Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στρατό του Σαντάμ Χουσεΐν. Το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο η βαθύτερη επιβεβαίωση της κυριαρχίας της Δύσης στον Κόλπο, υποστηρίζει ο Πέιπ, αλλά και ότι εγκαινίασε την εποχή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

“Αυτή η πραγματικότητα πατούσε πάνω σε τέσσερις παραδοχές: α. Οι ΗΠΑ μπορούσαν εύκολα να καθορίζουν τα στρατιωτικά αποτελέσματα. β. Η Ουάσιγκτον κατείχε ασύγκριτη κυριαρχία στην κλιμάκωση, ικανότητα να κατατροπώνει γρήγορα και φθηνά μεγάλες απειλές. γ. Η αμερικανική ισχύς εξασφάλιζε τη ροή των εμπορευμάτων στις παγκόσμιες εμπορικές αρτηρίες. δ. Η αντίσταση στην αμερικανική ισχύ ήταν τελικά μάταιη”.

Όμως, ισχυρίζεται ο Πέιπ, “η ίδια η επιτυχία της μεταψυχροπολεμικής τάξης πραγμάτων οδήγησε στο ξήλωμα αυτής της τάξης”. Οι τεχνολογίες στις οποίες βασιζόταν το Πεντάγωνο για τα χτυπήματα ακριβείας του ήταν μονοπώλιο των ΗΠΑ και των στενών τους συμμάχων το 1991. Αλλά στις επόμενες δεκαετίες, έγιναν πιο φθηνές και εξαπλώθηκαν. Έτσι, δυνάμεις πολύ πιο αδύναμές κατάφεραν να αναπτύξουν στρατιωτικές ικανότητες για χτυπήματα ακριβείας.

“Το ντρόουν Σαχέντ-136 είναι κατεξοχήν δείγμα αυτού του μετασχηματισμού”, λέει ο Πέιπ. “Αντί να βασίζεται σε ακριβή και εκλεπτυσμένη στρατιωτική τεχνολογία, συνδυάζει τσιπάκια πλοήγησης, μονάδες αδρανειακής μέτρησης, δορυφορικούς δέκτες, μονάδες επικοινωνίας, επεξεργαστές και λογισμικό που όλα διατίθενται στο εμπόριο… μαζί με ένα απλό κέλυφος και μηχανή. 

Το αποτέλεσμα είναι ένα όπλο ακριβείας που συναρμολογείται με εξαρτήματα που είναι προσβάσιμα χάρη στις ίδιες εμπορικές εφοδιαστικές αλυσίδες που κινούν την ψηφιακή οικονομία. Το ζήτημα δεν είναι ότι το Σαχέντ είναι τεχνολογικά πολύπλοκο. Το ζήτημα είναι ακριβώς ότι δεν είναι”. Εξ ου και η μετατόπιση στην ισορροπία ισχύος στον Κόλπο.

Στρατιωτικές συνθήκες

Ένα σημαντικό σημείο του επιχειρήματος του Πέιπ είναι ότι αναδεικνύει τις στρατιωτικές συνθήκες από τις οποίες εξαρτήθηκε η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Στις δεκαετίες του ‘90 και του 2000 δεν σταματάγαμε να ακούμε ότι τα κράτη και ο στρατιωτικός ανταγωνισμός θα ξεπερνιούνταν όλο και περισσότερο. Όμως, αξίζει να επιμείνουμε πως εκείνη η διαδικασία είχε επίσης και οικονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις. Ξεχωρίζει το λεγόμενο σοκ του Βόλκερ τον Οκτώβρη του 1979, όταν ο επικεφαλής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας ανέβασε απότομα τα επιτόκια, εξαπολύοντας μια επίθεση από πλευράς αφεντικών μέσα στις ΗΠΑ και αναγκάζοντας τις χρεωμένες χώρες του Τρίτου Κόσμου να αποδεχθούν τις νεοφιλελεύθερες “μεταρρυθμίσεις”.

Ούτε πρέπει να ξεχνάμε πως οι ΗΠΑ υπέστησαν σοβαρές στρατιωτικές ήττες στη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης εποχής, στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Όπως και στον πόλεμο του Βιετνάμ, αυτές οι ήττες έδειξαν ότι οι ΗΠΑ μπορούσαν να θριαμβεύουν στις ανοιχτές μάχες αλλά δεν μπορούσαν να κερδίσουν σε εκστρατείες ενάντια σε αντάρτικα και την αντίσταση στην ύπαιθρο. Η διαφορά σήμερα είναι ότι η εξάπλωση των δυνατοτήτων για χτυπήματα ακριβείας σημαίνει πως γίνεται όλο και πιο δύσκολο για τις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν τη ναυτική και αεροπορική τους ισχύ για να κυριαρχήσουν σε στρατηγικές περιοχές. Ο Πέιπ λέει πως η Κίνα μπορεί να βρεθεί σε παρόμοιες δυσκολίες αν επιχειρήσει να κατακτήσει την Ταϊβάν. 

Συνοψίζοντας, ο Πέιπ λέει: “Η γεωπολιτική ισχύς μιας μεγάλης δύναμης, όπως οι ΗΠΑ, δεν μετριέται τόσο με τη δυνατότητά της να ελέγχει τους άλλους, όσο αποτελεί ένα καθρέφτισμα της εμπιστοσύνης που έχουν οι άλλοι στα συστήματα που αυτή ελέγχει και σταθεροποιεί”. Η “αξιοπιστία” (για να χρησιμοποιήσουμε μια αγαπημένη λέξη του αμερικάνικου κατεστημένου) των ΗΠΑ συρρικνώνεται με ταχύτητα. Το μάθημα από αναλύσεις όπως αυτή του Πέιπ είναι ότι αυτό δεν οφείλεται απλά και μόνο στον Τραμπ. Χρειάζεται να εξασφαλίσουμε ότι ο πολιτισμός θα επιβιώσει μετά το τέλος της σημερινής αυτοκρατορίας.