«Gotov je!» – «Τελείωσε!». Το σύνθημα που είχε ακουστεί στους δρόμους του Βελιγραδίου τον Οκτώβρη του 2000, όταν ανατράπηκε ο «χασάπης» Μιλόσεβιτς, επέστρεψε στις 25 Οκτώβρη με την εκλογική νίκη της «Φοιτητική Λίστας» (Φ.Λ.) και την ανατροπή του Βούτσιτς.
Η «Φοιτητική Λίστα» συγκέντρωσε το 53% (2.245.000 ψήφους) και 140 από τις 250 έδρες του κοινοβουλίου. Ο Βούτσιτς το 39% (1.670.000 ψήφους) και 104 έδρες, παρά την κινητοποίηση ολόκληρου του κρατικού και (του ακόμα ισχυρότερου) παρακρατικού μηχανισμού, των βιομηχάνων, της σέρβικης ορθόδοξης εκκλησίας, των ΜΜΕ και της εθνικιστικής ακροδεξιάς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η προεκλογική οργάνωση της κηδείας του «σφαγέα της Σρεμπρένιτσας», Μλάντιτς, υπό την «αιγίδα» του στρατού, με τον πατριάρχη και στενό σύμμαχο του Βούτσιτς, Πορφύριο, να ηγείται της νεκρώσιμης λειτουργίας παρουσία των υπουργών Άμυνας και Δικαιοσύνης και του γιού του Βούτσιτς.
Ο Βούτσιτς κυβερνούσε είτε ως πρόεδρος είτε ως πρωθυπουργός από το 2014. Ξεκίνησε από το ακροδεξιό κόμμα του Σέσελι και ήταν υπουργός Πληροφοριών στην κυβέρνηση Μιλόσεβιτς. Στη συνέχεια φόρεσε το κοστούμι του φιλοευρωπαϊκού εκσυγχρονιστή, χωρίς να εγκαταλείψει τον εθνικισμό και τον αυταρχισμό. Η οικονομική πολιτική του ήταν ιδιωτικοποιήσεις και προνόμια για ντόπιους και διεθνείς «επενδυτές». Η Σερβία έγινε πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα σε ευρωπαϊκά, κινεζικά και ρωσικά κεφάλαια, με τον Βούτσιτς να διατηρεί καλές σχέσεις με όλους. Η Κίνα είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Σερβίας πίσω από τη Γερμανία. Ο σερβικός στρατός έχει συμμετάσχει σε περισσότερες κοινές ασκήσεις με το ΝΑΤΟ παρά με τη Ρωσία τα τελευταία χρόνια. Και είναι η δεύτερη ευρωπαϊκή χώρα, πίσω από την Γερμανία, σε ροή στρατιωτικού υλικού στο Ισραήλ.
Πίσω από αυτά βρίσκονταν η φτώχεια, η επισφαλής εργασία, η διαφθορά και η διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών. Με μέσο μηνιαίο μισθό 1.035 ευρώ, κατώτατο μισθό 550 ευρώ, με ανεργία των νέων στο 22% και ποσοστό φτώχειας στο 20%, η Σερβία είναι μεταξύ των φτωχότερων χωρών της Ευρώπης.
Την 1η Νοέμβρη του 2024, η κατάρρευση του στεγάστρου στον πρόσφατα ανακαινισμένο, από κινέζικη τεχνική εταιρία, σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, με τους 16 νεκρούς, έφερε στην επιφάνεια, με τραγικό τρόπο, τις συνέπειες αυτής της πολιτικής.
Πιάνοντας το «νήμα» από τις διαδηλώσεις των προηγούμενων ετών, οι φοιτητές προχώρησαν σε καταλήψεις και διαδηλώσεις και η κυβέρνηση απάντησε με «κουκούλωμα» του εγκλήματος και καταστολή. Μαθητές, εκπαιδευτικοί, αγρότες και εργαζόμενοι μπήκαν και αυτοί στον αγώνα με την «υπόσχεση» να το πάνε μέχρι τέλους. Το κίνημα βάθαινε όλο και πιο πολύ την πολιτική κρίση του καθεστώτος. Ακόμη και η παραίτηση του Βούτσιτς από την προεδρία, για να διεκδικήσει την πρωθυπουργία σε αυτές τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές, αποτέλεσε έναν ακόμα αποτυχημένο ελιγμό διατήρησης της εξουσίας.
Πόρτα-πόρτα
Η νίκη της Φ.Λ. προετοιμάστηκε επί δύο χρόνια στους δρόμους και στις σχέσεις εμπιστοσύνης που είχαν χτιστεί μέσα από τις κινητοποιήσεις. Παρά το, σχεδόν, καθολικό αποκλεισμό από τα ΜΜΕ, η προεκλογική εκστρατεία πόρτα - πόρτα, οι συζητήσεις στις γειτονιές και στους χώρους δουλειάς και εκπαίδευσης κατάφερε να συσπειρώσει κόσμο που μέχρι τότε απείχαν ή δεν εμπιστεύονταν κανένα από τα υπάρχοντα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Οι 250 υποψήφιοι της Φ.Λ., «που έχουν αναλάβει τη μεταφορά μέρους του αγώνα που διεξάγουμε στους δρόμους μέσα στο κοινοβούλιο», επιλέχθηκαν μέσα από διαδικασίες συνελεύσεων, που ξεκίνησαν τον Μάιο του 2025, με μοναδικά κριτήρια την εξ’ αρχής υποστήριξής τους στο κίνημα και της μη συμμετοχής τους στο κυβερνών κόμμα ή στις κομματικές ηγεσίες της αντιπολίτευσης. Κανένας εν ενεργεία φοιτητής δεν συμμετείχε στο ψηφοδέλτιο. Παρουσιάστηκε ένα «ανομοιογενές» και «ετερογενές» πολιτικά και κοινωνικά, ψηφοδέλτιο από «ειδικούς». Από (πολλούς) πανεπιστημιακούς και επιστήμονες μέχρι εργαζόμενους, αγρότες και καλλιτέχνες. Και μαζί με αυτούς και ο πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας Ντέγιαν Σόσκιτς, ο «σέρβος Παπαδήμας» αλλά και ο νυν πρόεδρος της μπασκετικής Ευρωλίγκας, Ντέγιαν Μποντιρόγκα, που μπροστά της η διαφθορά στην ΕΟΚ του Λιόλιου μοιάζει με παιδική χαρά.
Αυτή η «ετερογένεια» αποτυπώνεται και στο εκλογικό της πρόγραμμα των 11 σημείων. Περιλαμβάνει, από τη μία, «αριστερά» αιτήματα: κατασκευή οικονομικά προσιτών κατοικιών, αυξήσεις στους μισθούς και μείωση της επισφαλούς εργασίας, βελτιωμένη υγειονομική περίθαλψη, δωρεάν σχολικά βιβλία, φθηνότερα και κρατικά επιδοτούμενα φάρμακα, επενδύσεις σε αγροτικές περιοχές, κατάργηση των μονοπωλίων των βιομηχάνων τροφίμων και μείωση των τιμών των τροφίμων, φορολογική μεταρρύθμιση που αυξάνει τους φόρους για τους πλούσιους και τους μειώνει για τους χαμηλού εισοδήματος. Αλλά, ταυτόχρονα, υπόσχεται ότι όλα αυτά θα υλοποιηθούν μέσα σε μια «ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς» από μία κυβέρνηση που θα στηρίζεται στην «αξιοκρατία», στην «λογοδοσία» και στους «ειδικούς».
Ο Σόσκιτς δήλωσε την νύχτα των εκλογών: «σταθερότητα, ειρήνη και δράση σύμφωνα με το νόμο… αυτά είναι τα πιο σημαντικά πράγματα τώρα για τον σχηματισμό μιας νέας κυβέρνησης… δεν θα υπάρξει ρεβανσισμός και επανάσταση», υποδηλώνοντας ότι ο μηχανισμός Βούτσιτς στο κράτος και στο «βαθύ κράτος», στη δικαιοσύνη, στο στρατό και στην αστυνομία θα μείνει ανέγγιχτος. Στην εξωτερική πολιτική, η πρόθεση είναι να συνεχίσουν την «πολυδιάσταση» του Βούτσιτς.
«Σε εγκάρδιο κλίμα»
Η ΕΕ, και ο Μητσοτάκης, έσπευσαν να συγχαρούν την Φ.Λ. για την εκλογική νίκη. Είναι υποκριτικά συγχαρίκια. Οι σχέσεις της ΕΕ με το κίνημα ήταν αμοιβαία μη φιλικές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ποτέ δεν εμφανίστηκαν σημαίες της ΕΕ στις διαδηλώσεις. Η ΕΕ αντιμετώπιζε τον Βούτσιτς ως τον «μοναδικό αξιόπιστο συνομιλητή» για την ένταξη της Σερβίας στην ΕΕ και δεν έδινε δεκάρα για την «ποιότητα» της διακυβέρνησής του. Το κοίτασμα λιθίου στο ορυχείο Jadar είναι στρατηγική προτεραιότητα της ΕΕ για την αυτοκινητοβιομηχανία της και γι’ αυτό στήριξε τον Βούτσιτς για την προώθηση της εξόρυξης παρά τις τεράστιες αντιδράσεις αγροτών και περιβαλλοντικών κινημάτων. Το ίδιο έκανε ακόμα και μετά το έγκλημα στο Νόβι Σαντ. Στις 5 Νοέμβρη του 2024, τέσσερις μόλις μέρες μετά το Νόβι Σαντ, ο Δένδιας συναντήθηκε στο Βελιγράδι με τον Βούτσιτς. Σε ανάρτηση στο Χ ο Δένδιας έγραφε: «Στη συνάντηση η οποία διεξήχθη σε εγκάρδιο κλίμα συζητήσαμε για τους ισχυρούς δεσμούς φιλίας Ελλάδας - Σερβίας και για την ενίσχυση της αμυντικής μας συνεργασίας».
Το μόνο σίγουρο είναι ότι η νέα κυβέρνηση θα βρεθεί μπροστά σε τεράστιες προκλήσεις και αντίρροπες δυνάμεις. Το πολιτικό σχέδιο για μια κυβέρνηση «ειδικών» που θα εξασφαλίσει δικαιοσύνη, αξιοκρατία και ευημερία θα δοκιμαστεί σκληρά και από την κιόλας πρώτη μέρα και στο εσωτερικό και στο διεθνές περιβάλλον.
Πώς θα αυξήσει τους μισθούς και τις κοινωνικές δαπάνες χωρίς να συγκρουστεί με τους εργοδότες και όταν υπόσχεται, ταυτόχρονα, και μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα; Πώς θα εκδημοκρατίσει το κράτος και τους θεσμούς όταν ο μηχανισμός του κράτους και του «βαθέως» κράτους που οικοδόμησε ο Βούτσιτς θα παραμένει στη θέση του; Πώς θα προστατεύσει το περιβάλλον όταν οι πολυεθνικές εξόρυξης θα ορμάνε σαν αρπακτικά; Η προσπάθεια για «πολυδιάστατες» σχέσεις με το Ισραήλ, τη Ρωσία, την Κίνα, τις ΗΠΑ, την ΕΕ, την Ουκρανία, το Κόσοβο σε μία περίοδο έντονων γεωπολιτικών συγκρούσεων θα προκαλέσουν αναπόφευκτα ρήξεις μέσα στην κυβέρνηση.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι μια ιστορική νίκη που δίνει αυτοπεποίθηση στους εργαζόμενους και στη νεολαία και όχι μόνο στη Σερβία. Στην γειτονική εξεγερμένη Αλβανία, ο Ράμα βλέπει εφιάλτες.
Γι’ αυτό είναι λάθος η εκτίμηση του ΚΚΕ ότι «οι εκλογές επισφράγισαν την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος προς μια πορεία ενσωμάτωσης των λαϊκών αγώνων». Όχι μόνο γιατί «αγνοεί» ένα κίνημα που γεννήθηκε από τα κάτω και κατάφερε να μετατρέψει την κοινωνική οργή σε πολιτική ανατροπή αλλά και γιατί προεξοφλεί την «ενσωμάτωση» του.
Το κίνημα πρέπει να διατηρήσει τις συνελεύσεις, τις οργανώσεις του και τη δυνατότητα ανεξάρτητης κινητοποίησης και αυτό θα ανοίξει δυνατότητες μεγαλώματος και νέα καθήκοντα στη σέρβικη αντικαπιταλιστική και ριζοσπαστική Αριστερά που αναδύθηκε μέσα από αυτό το κίνημα και «στήριξε κριτικά» την Φ.Λ.
Τα «αριστερά» αιτήματα που υπάρχουν στο προεκλογικό πρόγραμμα μπορούν να γίνουν η βάση για διεύρυνση και οργάνωση των μαχών για να γίνουν πράξη. Τα «δημοκρατικά πειράματα» οργάνωσης του φοιτητικού κινήματος θα χρειαστούν να συνδεθούν με τους χώρους δουλειάς για τη δημιουργία εργατικών συνδικάτων που δεν θα ελέγχονται από το κράτος ή τους εργοδότες, όπως συμβαίνει μέχρι τώρα.
Μόνο οι αγώνες μπορούν να δώσουν «πραγματικό» περιεχόμενο στην πολιτική αλλαγή και να γίνουν το αντίβαρο στις πιέσεις της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών. Και, ταυτόχρονα, να συνδεθούν με την πάλη ενάντια στον εθνικισμό, τον ρατσισμό, τον ιμπεριαλισμό και το ίδιο το σύστημα.

