Πορτογαλία 1974: Η Επανάσταση με τα Γαρύφαλλα

Η αλήθεια δεν άργησε να φανεί: η αναμετάδοση από το ραδιόφωνο ενός απαγορευμένου από τη δικτατορία τραγουδιού, του ‘Grandola Vila Morena’, ήταν το σύνθημα για ένα πραξικόπημα μερικών αξιωματικών του στρατού ενάντια στη δικτατορία. Ο κόσμος βρέθηκε γρήγορα στους δρόμους αγκαλιάζοντας τους φαντάρους, βάζοντας κόκκινα γαρύφαλλα στις κάνες των τουφεκιών τους, σκαρφαλώνοντας στα τανκς στη διάρκεια αυθόρμητων διαδηλώσεων, οδηγώντας τους στρατιώτες στα κρησφύγετα των χαφιέδων της μυστικής αστυνομίας. Ο παγκόσμιος τύπος ανακήρυξε αυτή την ανατροπή σαν την ειρηνική «επανάσταση των γαρυφάλλων». Όμως, οι επόμενοι δεκαοκτώ μήνες αποδείχθηκε ότι ήταν κάθε άλλο παρά «ειρηνικοί». Η 25η Απρίλη του 1974 ήταν το ξεκίνημα μιας πραγματικής επανάστασης σε μια χώρα μέσα στην καρδιά της Ευρώπης.

Η Πορτογαλία ήταν η τελευταία ευρωπαϊκή αποικιακή δύναμη, αλλά ταυτόχρονα ήταν και η πιο φτωχή χώρα της Ευρώπης. Η ελάχιστα ανταγωνιστική οικονομία της κατέρρεε μέσα στην παγκόσμια καπιταλιστική κρίση της δεκαετίας του ’70. Οι προσπάθειές της να κρατήσει υπό την κατοχή της τις αφρικανικές αποικίες της Ανγκόλας, της Μοζαμβίκης και της Γουινέας-Μπισάου, την είχαν οδηγήσει σε πολέμους ενάντια στα απελευθερωτικά κινήματα, που δεν μπορούσε να τους αντέξει οικονομικά, ούτε μπορούσε όμως και να τους κερδίσει. Αυτό το αδιέξοδο έσπρωξε ένα μεγάλο μέρος της άρχουσας τάξης να επιδιώξει την ανατροπή του δικτάτορα Καετάνο και την αντικατάστασή του από τον στρατηγό Σπίνολα, ένα παλιό φασίστα.

Όμως, η οργάνωση της 25ης Απρίλη ήταν αποτέλεσμα της δράσης μιας ομάδας 400 μεσαίων αξιωματικών που αυτοαποκαλούνταν Κίνημα των Ενόπλων Δυνάμεων, MFA. Το υπόβαθρό τους γενικά, ήταν συντηρητικό. Όμως, η ίδια η δική τους εμπειρία είχε οδηγήσει πολλούς από αυτούς να μισούν το φασιστικό καθεστώς, το οποίο το κατηγορούσαν για τον αποικιακό πόλεμο και για την υπανάπτυξη της πορτογαλικής κοινωνίας. Αυτό που ήθελαν οι περισσότεροι ήταν μια «ήρεμη» μεταπολίτευση, όπου οι ίδιοι θα έπαιζαν ένα ρόλο μεσολαβητή ανάμεσα στο λαό και στη νέα εξουσία μέχρι να «ομαλοποιηθούν» τα πράγματα. Ο παράγοντας που δεν άφησε τα πράγματα να εξελιχθούν έτσι ήταν η μαζική ορμητική εισβολή της εργατικής τάξης στο προσκήνιο που παρέσυρε μαζί της και τους απλούς στρατιώτες.

Ελεύθερη Πρωτομαγιά

Μια βδομάδα μετά το πραξικόπημα οι εργάτες κι οι εργάτριες της Πορτογαλίας γιόρτασαν την Πρωτομαγιά ελεύθερα για πρώτη φορά στη ζωή τους. Εκατό χιλιάδες βγήκαν διαδηλώνοντας στους δρόμους της Λισαβόνας, κρατώντας κόκκινα πανό. Αλλά μετά δεν πήγαν απλά στα σπίτια τους. Κάθε χώρος δουλειάς είχε αιτήματα που συσσωρεύονταν χρόνια. Τώρα, προχωρούσαν όλοι σε απεργία για να απαιτήσουν την ικανοποίηση αυτών των αιτημάτων. Ούτε έβαζαν μόνο οικονομικές διεκδικήσεις: απαιτούσαν saneamento – που σήμαινε «κάθαρση» από τους φασίστες διευθυντές και τους χαφιέδες.

Στη Λισαβόνα και στη γύρω περιοχή εκλέχτηκαν επιτροπές στους χώρους δουλειάς. Οι επιτροπές σε πολλά εργοστάσια ή κλάδους άρχισαν να εκδίδουν κανονικά εφημερίδες και ενημερωτικά φυλλάδια. Στις 15 Μάη οι 8400 εργάτες των ναυπηγείων Λισνάβε στη Λισαβόνα κατέλαβαν το ναυπηγείο. Το κύμα των απεργιών απλώθηκε ραγδαία. Οι νέοι κυβερνώντες της χώρας βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια μαζική έκρηξη εργατικών αγώνων – μόνο το Μάη κατέβηκαν σε απεργία 200.000 εργάτες σε 158 χώρους. Σε μια προσπάθεια να κατευνάσουν τα πράγματα, παραχώρησαν αυξήσεις 30% στον κατώτατο μισθό και απόλυσαν χίλιους διευθυντές κρατικών επιχειρήσεων που είχαν φασιστικές διασυνδέσεις.

Όμως, τον Ιούνη ξεκίνησαν καταλήψεις ενάντια στις απολύσεις και τα κλεισίματα. Μέχρι το Φλεβάρη του 1975 εκατοντάδες εργοστάσια είχαν καταληφθεί και πολλά από αυτά άρχισαν να λειτουργούν κάτω από εργατικό έλεγχο. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να κάνει μαζικές κρατικοποιήσεις στις μεγάλες βιομηχανίες.

Κομμάτι αυτής της έκρηξης ήταν και η μάχη για τον έλεγχο της μαζικής ενημέρωσης. Σε δυο εφημερίδες και σε ένα ραδιοσταθμό, το Radio Renascenca, οι εργαζόμενοι προχώρησαν σε κατάληψη ενάντια στις απολύσεις. Οι στρατιώτες που στάλθηκαν για να τους πετάξουν έξω, συναδελφώθηκαν μαζί τους. Το Radio Renascenca, που παλιά ανήκε στην Καθολική εκκλησία, με πρωτοβουλία των αγωνιστών της επαναστατικής αριστεράς έγινε η φωνή όλων των αγώνων στην Πορτογαλία.

Εκατοντάδες κτίρια – πολυτελή ξενοδοχεία, εγκαταλειμμένα δημόσια κτίρια, βίλες πλουσίων – καταλήφθηκαν από επιτροπές γειτονιάς και λαϊκές συνελεύσεις για να στεγάσουν χιλιάδες άστεγες οικογένειες ή για να μετατραπούν σε παιδικούς σταθμούς, πολιτιστικά κέντρα και ΚΑΠΗ. Το Κίνημα των Ενόπλων Δυνάμεων (MFA) αναγκάστηκε να νομιμοποιήσει όλες αυτές τις ενέργειες.

Στις 11 Μάρτη 1975, η αντίδραση αποφάσισε να χτυπήσει. Ο στρατηγός Σπίνολα επιχείρησε ένα πραξικόπημα. Οι αριστεροί αξιωματικοί του MFA στάθηκαν αμήχανα και διστακτικά. Όμως, την απάντηση την έδωσαν οι εργάτες. Η περιγραφή της εφημερίδας O Seculo είναι εντυπωσιακή:

Οδοφράγματα

«Οι εργαζόμενοι στον ραδιοφωνικό σταθμό Radio Renascenca άρχισαν ν’ αναμεταδίδουν τα γεγονότα. Οι εργάτες της Λισαβόνας έκλεισαν τις τράπεζες. Τα μαγαζιά και τα γραφεία έκλεισαν και τα τηλέφωνα σταμάτησαν να λειτουργούν. Οι σειρήνες των εργοστασίων χτυπούσαν συνεχώς καθώς οι εργάτες έφτιαχναν ομάδες γύρω από τα οδοφράγματα όπου σταματούσαν και έλεγχαν όλα τα οχήματα.

Στο Σαβασέμ, ένας αντιπρόσωπος από την εργατική επιτροπή μιας τοπικής κατασκευαστικής επιχείρησης πήγε στο στρατόπεδο και ζήτησε να εξοπλιστούν οι εργάτες για να μπορούν να πάρουν μέρος στις μάχες. Στο Καρτάξο, το οδόφραγμα στήθηκε με φορτηγά από ένα κατειλημμένο εργοστάσιο μπύρας. Στα ναυπηγεία Λισνάβε οι εργάτες πήγαν στα οδοφράγματα και έστειλαν περιφρούρηση στο τοπικό σχολείο για να προστατέψουν τα παιδιά. Σε όλους τους συνοριακούς δρόμους προς την Ισπανία στήθηκαν μπλόκα. Στην Κόιμπρα, ο διάδρομος προσγείωσης του τοπικού αεροδρόμιου μπλοκαρίστηκε με αυτοκίνητα».

Η απόπειρα δεξιού πραξικοπήματος κατέρρευσε.

Η ανώτατη δύναμη έμοιαζε να είναι το Κίνημα των Ενόπλων Δυνάμεων, το MFA. Στην πραγματικότητα, οι ηγέτες του MFA είχαν πολύ λίγη εξουσία. Αποτελούσαν μειοψηφία ανάμεσα στους αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων. Ήταν διασπασμένοι σε μια δεξιά πτέρυγα και σε μια αριστερή, με ηγέτη τον Οτέλο ντε Καρβάλιο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, ένα σταλινικό ρεφορμιστικό κόμμα που είχε τη μεγαλύτερη επιρροή στην εργατική τάξη, έβαζε σαν κύριο στόχο όχι το προχώρημα της επανάστασης, αλλά την κατάληψη όσο το δυνατόν περισσότερων κυβερνητικών θέσεων σε συνεργασία με το Κίνημα των Ενόπλων Δυνάμεων. Κρατούσε στάση ενάντια στους αγώνες όταν αυτοί «ξεπερνούσαν τα όρια», όπως για παράδειγμα στο Radio Renascenca, φτάνοντας σε σημείο υπουργοί του να τους καταγγέλλουν.

Το αποτέλεσμα ήταν να σπέρνει τη σύγχυση και την απογοήτευση στους εργάτες και τελικά να ενισχύει το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που πρακτικά ήταν ανύπαρκτο λίγους μήνες πριν. Το χαρτί της σοσιαλδημοκρατίας ήταν αυτό που επέλεξε η άρχουσα τάξη για να χτυπήσει το κίνημα. Στις εκλογές που έγιναν τον Απρίλη του 1975 το ΣΚ ήρθε πρώτο, αλλά αποχώρησε αμέσως μετά από την κυβέρνηση κινδυνολογώντας ότι η χώρα βαδίζει σε εμφύλιο πόλεμο. Με την εργατική τάξη και τους αριστερούς φαντάρους χωρίς επαναστατική ηγεσία, στις 25 Νοέμβρη του 1975 η δεξιά, με την ανοχή του ΣΚ, πέρασε στην αντεπίθεση καταλαμβάνοντας τα αριστερά στρατόπεδα και συλλαμβάνοντας τους αριστερούς αξιωματικούς.

Η επαναστατική αριστερά ήταν σχετικά αδύναμη. Η πιο σοβαρή από τις οργανώσεις της ήταν το PRP, το Επαναστατικό Κόμμα του Προλεταριάτου, με σημαντική επιρροή στους φαντάρους. Ένα κόμμα που υποστήριζε την ανάγκη για μια εργατική επανάσταση στηριγμένη σε εργατικά συμβούλια, αλλά που έδινε πολύ περισσότερη έμφαση στην τεχνική, ένοπλη προετοιμασία απ’ ότι στην πολιτική κινητοποίηση των μαζών. Έκανε μεγαλύτερες προσπάθειες για να επηρεάσει τους αριστερίζοντες αξιωματικούς του στρατού, παρά για να κερδίσει τους εργάτες από την επιρροή του Κομμουνιστικού και του Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Όμως, ακριβώς επειδή οι εργάτες είχαν φτάσει να πιστεύουν τόσο πολύ στο Κίνημα των Ενόπλων Δυνάμεων και να στηρίζουν τις ελπίδες σε αυτό, ξεχνώντας ότι χωρίς τη δική τους μαζική δράση το MFA ποτέ δεν θα είχε κάνει τα βήματα που έκανε, οι περισσότεροι από αυτούς ένιωσαν ότι είχαν χάσει τα πάντα στις 25 Νοέμβρη.

Ο δυτικός καπιταλισμός μπορούσε πια να βγάλει έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

Κώστας Πίττας