Ούτε Ουάσινγκτον, ούτε Μόσχα

Οι τέσσερις συζητήσεις του μονοήμερου, που έγινε την Κυριακή 13 Απρίλη στην ΑΣΟΕΕ, ήρθαν ακριβώς τη στιγμή που ξαναφουντώνουν οι ανταγωνισμοί με την κυβέρνηση της Ουκρανίας και τον Πούτιν να αποστέλλουν τελεσίγραφα. Η προσέλευση του κόσμου αλλά και οι 33 παρεμβάσεις που ακολούθησαν τις εισηγήσεις των ομιλητών, αποδεικνύουν την ανάγκη του κόσμου για συζήτηση και πολιτικά ξεκαθαρίσματα.

Στη συζήτηση με θέμα «Ρώσικη Επανάσταση, το πανηγύρι των καταπιεσμένων», την οποία εισηγήθηκε ο Λέανδρος Μπόλαρης αναδείχθηκε ο ρόλος της Τσαρικής αυτοκρατορίας, κάτω από την μπότα της οποίας στέναζαν για αιώνες, μέχρι την ανατροπή της το 1917, μια σειρά από καταπιεζόμενα έθνη και οργανώνονταν πογκρόμ ενάντια στους εβραίους. Η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν η δύναμη που απελευθέρωσε την εργατική τάξη, τις γυναίκες και τις καταπιεσμένες εθνότητες από αυτήν την μεγάλη «φυλακή των λαών».

Στην κουβέντα άνοιξε πιο συγκεκριμένα το ζήτημα της Ουκρανίας. Συζητήθηκε το γεγονός πως στην Ουκρανία η επανάσταση του 1917 -παρά την καταπίεση από τους Ρώσους φεουδάρχες στη μεγαλυτέρη σιτοπαραγωγική περιοχή της αυτοκρατορίας αλλά και την μικρή δύναμη των μπολσεβίκων εκεί- κατάφερε τελικά να ξεπεράσει την δυσπιστία. Επίσης, πώς τα αντιπολεμικά και διεθνιστικά διατάγματα της επανάστασης, που μιλούσαν ξεκάθαρα για την αυτοδιάθεση των λαών, κέρδισαν κομμάτια Ουκρανών επαναστατών και τη συνεργασία των Ουκρανών αγροτών με τον Κόκκινο Στρατό στον κρίσιμο εμφύλιο πόλεμο.

Όμως, η διεθνιστική θέση των μπολσεβίκων για την αυτοδιάθεση των λαών που κέρδισε τις καταπιεσμένες εθνότητες στην προοπτική της επανάστασης ανατράπηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1920 από την σταλινική αντεπανάσταση. Μαζί τσακίστηκαν μια σειρά εργατικών και κοινωνικών κατακτήσεων που κέρδισε η Οκτωβριανή επανάσταση.

Αυτό ήταν ένα από τα βασικά συμπεράσματα που βγήκαν στην δεύτερη συζήτηση του μονοήμερου με θέμα «Ο Στάλιν και ο κρατικός καπιταλισμός» με εισηγητή τον Πάνο Γκαργκάνα. Τα ερωτήματα, πολλά: Πώς έγινε αυτή η ανατροπή; Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά του νέου καθεστώτος κρατικού καπιταλισμού και πόση σχέση είχαν με τα πρώτα χρόνια της επανάστασης; Ηταν μονόδρομος ότι η επανάσταση θα κατέληγε εκεί;

Την δεκαετία του ’20, η ήττα των επαναστάσεων που ξέσπασαν στη Γερμανία, την Ουγγαρία και άλλες χώρες, οδηγεί στην απομόνωση της ρώσικης επανάστασης, την αποδυνάμωση του νεοσύστατου εργατικού κράτους και την ανάδυση μιας νέας δύναμης της γραφειοκρατίας μέσα στο κόμμα με πολιτικό εκφραστή τον Στάλιν. Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 αυτή η γραφειοκρατία έχοντας ήδη καταφέρει να βγάλει από την μέση τον Τρότσκι και όσους υπερασπίζονταν την προοπτική μιας παγκόσμιας επανάστασης, μετατρέπεται σε μια νέα άρχουσα τάξη.

«Σε μιά χώρα»

Η γραμμή του Στάλιν για το χτίσιμο του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» την δεκαετία του ’30 στην ουσία σήμανε το χτίσιμο ενός μεγάλου καπιταλισμού που έβαλε στόχο να πετύχει μέσα σε 10 χρόνια ό,τι κατάφερε η βρετανική αυτοκρατορία σε ενάμισι αιώνα, να γίνει, μετά το τέλος και του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, ο δεύτερος παίκτης μετά τις ΗΠΑ στον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό χάρτη.

Οι παρεμβάσεις των συντρόφων έβαλαν παραδείγματα σε σχέση με την ανάπτυξη του ρώσικου ιμπεριαλισμού και τις «σοσιαλιστικές» του επεμβάσεις από την Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία μέχρι το Αφγανιστάν. Ενας ιμπεριαλισμός που βασίστηκε πάνω στη συσσώρευση κεφαλαίου, την υπερεκμετάλλευση της εργατικής τάξης στο εσωτερικό, τον οικονομικό και εξοπλιστικό ανταγωνισμό με την δύση, την αρπαγή των κατακτήσεων της επανάστασης, που επανέφερε την καταπίεση πάνω στις εθνότητες και αναβίωσε τον μεγαλορώσικο εθνικισμό. Το πλεόνασμα της παραγωγής τότε πήγαινε σε πολεμικούς εξοπλισμούς και βαριά βιομηχανία, όχι στην οικοδόμηση μιας οικονομίας προς όφελος των εργατών.

Ο Σωτήρης Κοντογιάννης στην εισήγησή του στο θέμα «Γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και ιμπεριαλισμός σήμερα» εξήγησε πως 25 χρόνια μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του κρατικού καπιταλισμού και του «ψυχρού πολέμου» οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί εξακολουθούν να είναι σήμερα ολοζώντανοι σε όλο τον πλανήτη.

Κομμάτι αυτής της συζήτησης απασχόλησαν οι εξελίξεις στην Ουκρανία, με τους ανταγωνισμούς σε συνθήκες παγκόσμιας οικονομικής κρίσης να οξύνονται - ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την επεκτατική της πολιτική στην Ουκρανία από τη μια, και τον Πούτιν που έτρεξε να αρπάξει την Κριμαία από την άλλη.

Τονίστηκε η ανάγκη η αριστερά να κοντράρει τους εθνικούς ανταγωνισμούς και να τους μετατρέψει σε ανοίγματα επαναστατικών διαδικασιών. Αρκετές τοποθετήσεις υποστήριξαν ότι δεν γίνεται να παλέψεις τον ιμπεριαλισμό στηρίζοντας τους «μικρότερους» ιμπεριαλιστές ενάντια στους μεγάλους και πως οι απαντήσεις που διαλέγουν τον Πούτιν σαν το «μικρότερο κακό» στην Ουκρανία υποτιμούν το ρόλο και τις δυνατότητες της εργατικής τάξης να δώσει την δική της εναλλακτική διέξοδο. Ότι στην Ουκρανία, όπως και στην Ρωσία υπάρχουν οι δυνάμεις για να παλέψουν και Πούτιν και ΕΕ και η αριστερά πρέπει να σταθεί στο πλευρό τους και να τις δυναμώσει.

Η συζήτηση πήγε και πίσω στον Λένιν, τον Μπουχάριν που πρώτοι ανέπτυξαν την σύγχρονη θεωρία για τον ιμπεριαλισμό, ότι δεν πρόκειται για σχέσεις εξάρτησης ή για φυσικό φαινόμενο επιβολής του ισχυρού στον ανίσχυρο, αλλά για το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού.

Ο Λένιν το 1915 στο συνέδριο του Τσίμερβαλντ έδωσε μάχη όχι μόνο για την εξήγηση του ιμπεριαλισμού αλλά και για την τακτική αντιμετώπισής του. Πρότεινε τη διακοπή των σχέσεων των επαναστατών με τη σοσιαλδημοκρατία που είχε μπει με όλες της τις δυνάμεις στον Α’ Παγκόσμιο και τη μετατροπή του πολέμου σε εμφύλιο καλώντας την εργατική τάξη κάθε χώρας να παλέψει και να καταστρέψει τους δικούς της ιμπεριαλιστές αντί να σκοτώνεται κατά εκατομμύρια σε ένα πόλεμο για τα συμφέροντά τους. Απόψεις, που ήταν μειοψηφικές τότε - δυο χρόνια μετά όμως η επανάσταση στη Ρωσία τις έκανε πράξη σταματώντας τον πόλεμο.

Στη συνέχεια αναδείχτηκε η αναγκαιότητα το εργατικό κίνημα να παίξει ενεργό ρόλο ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και τη συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτές, με παραδείγματα από το κίνημα ενάντια στον πόλεμο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στη Σερβία.

Το μονοήμερο έκλεισε με τη συζήτηση για «την εργατική τάξη και το επαναστατικό κόμμα τότε και σήμερα». Την εισήγηση έκανε η Μαρία Στύλλου. Συνεχίζοντας από την προηγούμενη συζήτηση, εξήγησε πως ο Λένιν είχε τη δύναμη να κάνει πράξη αυτά που έλεγε στο Τσίμερβαλντ για τρεις λόγους. Η αντίληψή του για τον ιμπεριαλισμό αλλά και για την εργατική τάξη έπαιξαν ρόλο. Το πιο σημαντικό, που έφτασε να αποδείξει την ορθότητα των ισχυρισμών του, ήταν ότι είχε ένα εργαλείο, το επαναστατικό κόμμα των μπολσεβίκων.

Μια σειρά από εμπειρίες και κρίσιμες επιλογές των μπολσεβίκων μεταξύ 1905- 1917 ξεκαθάρισαν το τοπίο στα ζητήματα της τακτικής και της στρατηγικής, αποκτώντας ταυτόχρονα δύναμη μέσα στα εργοστάσια της Πετρούπολης, εκδίδοντας καθημερινή επαναστατική εφημερίδα. Η επιλογή του χτισίματος ενός κόμματος ξεκάθαρου στη στρατηγική της επανάστασης - όχι ελιτίστικο, όχι ξεκομμένο από το εργατικό κίνημα, όχι υποκατάστατο της αυτενέργειας της εργατικής τάξης- οδήγησε στη νίκη του 1917.

Αυθορμητισμός και στρατηγική

Στη συζήτηση που ακολούθησε άνοιξε το ζήτημα της σύνδεσης της αυθόρμητης κίνησης της τάξης με την επαναστατική στρατηγική. Ο Μαρξ και ο Λένιν υποστήριζαν πως αρχή των πάντων είναι η κίνηση της τάξης και ότι με τη δράση ξεπερνιέται η κυριαρχία των ιδεών της άρχουσας τάξης πάνω στις μάζες. Γιατί η εργατική τάξη δεν βγαίνει από τις μάχες που δίνει κουβαλώντας τις ίδιες ιδέες με πριν. Όμως χρειάζεται να έχει στην ηγεσία της ένα κόμμα της εργατικής πρωτοπορίας οργανωμένο δημοκρατικά - συγκεντρωτικά ώστε να διδάσκεται και να διδάσκει γενικεύοντας τις εμπειρίες της τάξης. Έτσι οι επαναστάτες μπορούν να καθορίσουν ότι οι επαναστάσεις θα καταφέρουν να πετύχουν τον στόχο τους να ανατρέψουν το καπιταλισμό και να χτίσουν μια άλλη κοινωνία.

Η ανάκαμψη της επαναστατικής αριστεράς σήμερα, φέρνει στο προσκήνιο ξανά τη δυνατότητα οικοδόμησης ενός μεγάλου, δυνατού επαναστατικού κόμματος με μέλη που χτίζουν το κίνημα, καθορίζουν τις ιδέες της τάξης και τη στρατηγική του κινήματος.