Από το ξέσπασμα του Εμφυλίου Πολέμου η βρετανική αστική τάξη πίεζε το Βορρά να αφήσει τις Νότιες Πολιτείες να αποχωρήσουν ειρηνικά. Αιτία αυτής της πολιτικής ήταν η εξάρτηση της βρετανικής υφαντουργίας και της οικονομίας της γενικότερα από το βαμβάκι που εισήγαγε από τα λιμάνια του Νότου.
Απέναντι σε αυτές τις πιέσεις ο Μαρξ (που είχε προσληφθεί ως τακτικός αρθρογράφος από την New York Daily Tribune) ήταν ξεκάθαρος σε σχέση με την σημασία της νίκης του Βορρά απέναντι στον δουλοκτητικό Νότο. Πάλεψε για να πείσει την βρετανική εργατική τάξη ότι έπρεπε να υποστηρίξει το μπλοκάρισμα των λιμανιών του Νότου από τις ναυτικές δυνάμεις του Βορρά και έδινε έμφαση στο ότι ο Εμφύλιος ήταν μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο συστήματα που δεν μπορούσαν πλέον να συνυπάρχουν: το βιομηχανικό καπιταλισμό του Βορρά και την κοινωνία της δουλείας στο Νότο.
Εξηγούσε ότι η νίκη του Βορρά θα έφερνε την κατάργηση της δουλείας και ότι θα χρειαζόταν μια τρίτη (μετά την Αμερικάνικη Επανάσταση για την Ανεξαρτησία και τον Εμφύλιο), σοσιαλιστική επανάσταση που θα πετύχαινε πραγματική κοινωνική ισότητα για τις καταπιεσμένες μάζες των μαύρων και την απελευθέρωση ολόκληρης της εργατικής τάξης με την ανατροπή του ίδιου του καπιταλισμού.

