Στη διάρκεια των βομβαρδισμών, σύμφωνα με τη διεθνή οργάνωση προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Human Rights Watch, 500 περίπου άμαχοι έχασαν τη ζωή τους. Το Βελιγράδι έκανε λόγο για 5.000 νεκρούς αμάχους στη διάρκεια των επιχειρήσεων. Το ίδιο το ΝΑΤΟ δεν έδωσε ποτέ στη δημοσιότητα στοιχεία για τις απώλειες μεταξύ των αμάχων.
Όλη αυτή η καταστροφή είχε την ταμπέλα της “ανθρωπιστικής επέμβασης”. Αυτό που υποστήριζε ο Δημοκρατικός πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον, αλλά και οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες της Ευρώπης που τάχθηκαν στο πλευρό του, ήταν ότι η επέμβαση γίνεται για να προστατέψει τους Αλβανούς της επαρχίας Κόσοβο, από την καταπίεση του καθεστώτος του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς.
“Νέο” ΝΑΤΟ
Στην πραγματικότητα η επίθεση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία ήταν μία ιμπεριαλιστική επέμβαση, ήταν ο πρώτος πόλεμος του «νέου» ΝΑΤΟ. Στη σύνοδο κορυφής της Συμμαχίας που έγινε εκείνο τον Απρίλη στην Ουάσιγκτον, για να «τιμήσει» τα πενήντα χρόνια της, αποφασίστηκε ότι το ΝΑΤΟ θα μπορεί να διεξάγει πια και επιχειρήσεις εκτός των εδαφών που καλύπτουν τα κράτη μέλη του.
Ήταν κομμάτι μιας συνολικότερης προσπάθειας των ΗΠΑ – που ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ - να κατοχυρώσουν την παρουσία τους σαν μοναδική υπερδύναμη στον πλανήτη και να αποκτήσουν την ηγεμονία στο παιχνίδι των ανταγωνισμών στην Ευρώπη και την Ασία. Η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ το 1999, Μαντλίν Ολμπράιτ, αποκάλυψε τα πραγματικά κίνητρα του ΝΑΤΟ όταν δήλωσε στους αμερικανούς στρατηγούς ότι: ”τυχόν απώλεια του Κόσοβου θα έβλαπτε τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Ευρώπη” και “θα απειλούσε την άσκηση ηγεσίας από τις ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ”.
Η επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία σηματοδότησε ταυτόχρονα και την κατάντια - πέραν της Σοσιαλδημοκρατίας - και κομματιών της επίσημης Αριστεράς και των Πρασίνων. Τόσο η Γαλλική πληθυντική Αριστερά που βρίσκονταν στην κυβέρνηση του Λιονέλ Ζοσπέν, όσο και η ιταλική κεντροαριστερή κυβέρνηση του Ντ’ Αλέμα, αλλά και η γερμανική κυβέρνηση του Σρέντερ, στην οποία συμμετείχαν και οι Πράσινοι, στήριξαν τον πόλεμο. Ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, Ρόμπιν Κουκ εξήγησε τη στάση της κυβέρνησης των Εργατικών λέγοντας: «Το ΝΑΤΟ γεννήθηκε από την ήττα του φασισμού. Πενήντα χρόνια αργότερα δεν μπορούσαμε να ανεχθούμε την αναγέννηση του φασισμού στην ήπειρό μας», εννοώντας το καθεστώς Μιλόσεβιτς.
Βέβαια, οι ΗΠΑ δεν αντιμετώπιζαν πάντα το Μιλόσεβιτς σαν «νέο Χίτλερ». Όταν στις αρχές της δεκαετίας του '90 η Γιουγκοσλαβία μπήκε σε βαθιά εσωτερική κρίση, με όλες τις πλευρές της πρώην ενιαίας άρχουσας τάξης να παίζουν το χαρτί του εθνικισμού, οι δυτικές δυνάμεις έτρεξαν να υιοθετήσουν πλευρά για να εξασφαλίσουν την παρουσία τους στην περιοχή των Βαλκανίων, καλυπτόμενες πίσω από διάφορα σχέδια για την «ειρηνική επίλυση» της διαμάχης. Για παράδειγμα, αρχικά, η Γερμανία «υιοθέτησε» την Κροατία, ενώ οι ΗΠΑ τον Μιλόσεβιτς της Σερβίας. Οι ΗΠΑ δεν είχαν κανένα πρόβλημα να συνεργάζονται μαζί του, παρά το γεγονός ότι από τα μέσα της δεκαετίας του '80 είχε χρησιμοποιήσει την εθνική καταπίεση για να κατακτήσει και να διατηρήσει την εξουσία.
Λίγο αργότερα, όταν ο Μιλόσεβιτς έχασε τον πόλεμο με την Κροατία, οι ΗΠΑ άλλαξαν στάση και την περίοδο του πολέμου της Βοσνίας βρέθηκαν στην απέναντι όχθη. Όχι όμως για πολύ. Το 1995, όταν τέλειωνε ο πρώτος γύρος της αιματοχυσίας στα Βαλκάνια με τη Συμφωνία του Ντέιτον, ο τότε ειδικός απεσταλμένος του Κλίντον, ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ περιέγραφε τον Μιλόσεβιτς ως έναν «ηγέτη με τον οποίο μπορείς να κάνεις μπίζνες». Στα πλαίσια της συμφωνίας του Ντέιτον επικυρώθηκε ο διαμελισμός της Βοσνίας σε χωριστές εθνότητες και το Κόσοβο παρέμεινε σαν η πιο φτωχή και στρατοκρατούμενη επαρχία της Σερβίας.
Τα επόμενα τέσσερα χρόνια, ο Μιλόσεβιτς αντιμετώπισε κινήματα που απείλησαν να τον ανατρέψουν. Το 1996 μετά τον τερματισμό του πολέμου στη Βοσνία, κύμα διαδηλώσεων συγκλόνισε το Βελιγράδι. Στη διάρκεια του πολέμου ο αριθμός των ανυπότακτων και των λιποτακτών είχε φτάσει τις 100.000 και πολύ περισσότεροι είχαν διαφύγει στο εξωτερικό. Ο συνδυασμός φτώχειας και εθνικής καταπίεσης δεν άργησε να εκραγεί και στους δρόμους της Πρίστινα, της μεγαλύτερης πόλης του Κόσοβου. Οι δυτικές κυβερνήσεις αρχικά κατήγγειλαν τους διαδηλωτές σαν «τρομοκράτες του UCK», αλλά τελικά αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το Κόσοβο για να μπουν δυναμικά στην περιοχή.
UCK
Το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν στη διάρκεια του πολέμου τον UCK - τον «Απελευθερωτικό Στρατό Κόσοβου» σαν τις χερσαίες δυνάμεις τους. Μετά τον πόλεμο, οι οπλαρχηγοί του έγιναν οι μαφιόζοι πολιτικοί του προτεκτοράτου που έστησε η Δύση στο Κόσοβο.
Στην πραγματικότητα τα ανθρώπινα δικαιώματα στο όνομα των οποίων υποτίθεται ότι έγινε ο πόλεμος, υποβαθμίστηκαν ακόμα περισσότερο. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλη αυτή την περίοδο οι ευρωπαϊκές χώρες έκλειναν τα σύνορα για να μην περάσουν αυτοί για τους οποίους υποτίθεται ότι γίνονταν ο πόλεμος. Ούτε η Βρετανία, ούτε η Γαλλία δέχτηκαν τους Κοσοβάρους ως πρόσφυγες. Από την έναρξη των βομβαρδισμών μέχρι την υπογραφή της ανακωχής στις 3 Ιούνη του 1999, οι πρόσφυγες ξεπερνούσαν τις 800.000.
Σήμερα το Κόσοβο είναι στην ουσία ένα αμερικάνικο ΝΑΤΟϊκό προτεκτοράτο, στο οποίο σταθμεύουν χιλιάδες στρατιώτες της Συμμαχίας, ανάμεσά τους και μια ελληνική ταξιαρχία. Οσοι είχαν αυταπάτες για ένα ελεύθερο ειρηνικό Κόσοβο με τη βοήθεια των μεγάλων δυνάμεων, βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι με μια στρατιωτική κατοχή που συνοδεύεται από τη φτώχεια, την πορνεία και τον εθνικισμό να εξακολουθεί να υποβόσκει.
Μια έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας αποκαλύπτει ότι πάρα πολλές γυναίκες απαγάγονται, βιάζονται και κακομεταχειρίζονται εξ αιτίας του «εμπορίου» πορνείας στο Kόσοβο, που έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις από τότε που μπήκαν το NATO και οι δυνάμεις του OHE. Πολλές από τις 2.000 γυναίκες που αναγκάστηκαν να βγουν στην πορνεία είναι κάτω από 14 χρονών. Για το 80% των εσόδων αυτού του «εμπορίου» είναι υπεύθυνα τα στρατεύματα του NATO, η αστυνομία του OHE, της Bρετανίας και της Δύσης.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν έμεινε έξω από αυτά τα εγκλήματα. Η κυβέρνηση του Σημίτη στον πόλεμο του 1999 έδωσε όσες διευκολύνσεις μπορούσε στην πολεμική μηχανή του ΝΑΤΟ, προσπαθώντας να αξιοποιήσει τον πόλεμο προς όφελος του ελληνικού καπιταλισμού. Τα ιπτάμενα ραντάρ του ΝΑΤΟ διευκολύνονταν από την βάση των AWACS στο Ακτιο, ο στόλος που εξαπέλυε τους πυραύλους Κρουζ διευκολύνονταν από τη βάση της Σούδας, ενώ στο Αιγαίο έπλεαν αμερικάνικα πλοία με 2000 πεζοναύτες. Παραμονές του Πάσχα ο Σημίτης με διάγγελμά του δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα διευκολύνει το ΝΑΤΟ αν χρειαστεί να κλιμακώσει περισσότερο την επέμβασή του. Ηταν μια πολιτική που έρχονταν σαν συμπλήρωμα της ελληνικής οικονομικής κυριαρχίας σε μια σειρά χώρες των Βαλκανίων.
Αν ο Σημίτης δεν μπόρεσε να μπει πιο βαθιά στον πόλεμο του 1999, αυτό οφείλεται στην αντίσταση των εργαζόμενων και της νεολαίας, στο αντιπολεμικό κίνημα που ξεπήδησε εκείνους τους δυο μήνες. Δύο μέρες μετά τους βομβαρδισμούς, στις 26 Μάρτη η Αθήνα πλημμύρισε από 100.000 διαδηλωτές που κατευθύνθηκαν στην αμερικάνικη πρεσβεία. Η ΓΣΕΕ, η ΑΔΕΔΥ, η ΟΛΜΕ και άλλα συνδικάτα, κάλεσαν σε στάση εργασίας και συμμετοχή στο συλλαλητήριο. Δεκάδες χιλιάδες πήραν μέρος στις αντιπολεμικές συναυλίες. Στις 30 Μάρτη η Πανελλήνια Ομοσπονδία Σιδηροδρομικών (ΠΟΣ) αποφάσισε να κηρύξει απεργία σε περίπτωση που υπάρξει απόπειρα μεταφοράς ΝΑΤΟϊκού οπλισμού και εφοδίων με τρένα του ΟΣΕ, ένα παράδειγμα που ενέπνευσε το αντιπολεμικό κίνημα σε όλο τον κόσμο.
Συνένοχοι
Το απεργιακό κύμα στα νοσοκομεία και στους Δήμους που ξέσπασε τον Απρίλη του '99 έβαλε στο στόχαστρό του τον πόλεμο και τη συνενοχή της ελληνικής κυβέρνησης. Μία απεργιακή συγκέντρωση των εργαζόμενων στους Δήμους στις αρχές Απρίλη, βάδισε προς την αμερικάνικη πρεσβεία. Τα σωματεία των τριών νοσοκομείων του Πειραιά αποφάσισαν να προχωρήσουν σε αντιπολεμική στάση εργασίας και κοινή συγκέντρωση στην πύλη του Τζάνειου Νοσοκομείου. Στις 28 Απρίλη, ο Σύνδεσμος Σιδηροδρομικών Βορείου Ελλάδας σταμάτησε με απεργία ένα τρένο φορτωμένο με άρματα μάχης του ΝΑΤΟ.
Βρέθηκαν τότε πολλοί – αρκετοί μάλιστα κάνοντας κριτική «εξ αριστερών» - που επιτέθηκαν σε αυτό το κίνημα, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι αντιπολεμικό, αλλά «πατριωτικό» και γι’ αυτό είναι περιορισμένο μόνο στην Ελλάδα. «Εκσυγχρονιστές» δημοσιογράφοι με προοδευτικές περγαμηνές, όπως πχ ο Ρ. Σωμερίτης, επιτίθονταν σε όποιον κατέβαινε στις διαδηλώσεις σαν «εθνικιστή» και οπαδό του καθεστώτος Μιλόσεβιτς.
Ηταν ένα χοντροκομμένο ψέμα και αποδείχτηκε αυτό λίγα χρόνια αργότερα: το αντιπολεμικό κίνημα του 1999 αποτέλεσε μεγάλη παρακαταθήκη για την αντιπολεμική έκρηξη ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ, το 2003, το μέγεθος της οποίας δεν άφησε κανένα περιθώριο για σκόπιμες παρερμηνείες.
Η εξέγερση που γκρέμισε τον Μιλόσεβιτς στη Σερβία το 2000, αν μη τι άλλο, έδειξε ότι οι ίδιοι άνθρωποι που υπερασπίζονταν με τα κορμιά τους τις γέφυρες του Βελιγραδίου από τις βόμβες ένα χρόνο πριν, δεν ήταν «οπαδοί» του Μιλόσεβιτς, αλλά κόσμος που ήταν εχθρικός εξίσου ενάντια στο Μιλόσεβιτς και το ΝΑΤΟ – και σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να είναι.
Σήμερα, που τα γεράκια του ΝΑΤΟ με τη στήριξη των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, ανάμεσά τους και της κυβέρνησης Παπανδρέου, εξαπολύουν μια νέα επίθεση στη Λιβύη, δήθεν για να τιμωρήσουν τον Καντάφι, είναι κρίσιμο να θυμηθούμε εκείνο το αντιπολεμικό κίνημα και τους δρόμους που άνοιξε για το προχώρημα του αγώνα κόντρα στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό.

