Ιδέες
Ιδέες για διάβασμα: Τζάρεντ Ντάιαμοντ "Όπλα, μικρόβια και ατσάλι"

Το βιβλίο του Τζάρεντ Ντάιαμοντ «Όπλα, μικρόβια και ατσάλι» είναι διπλά επίκαιρο. Απέναντι στα ρατσιστικά στερεότυπα που μας βομβαρδίζουν τα παπαγαλάκια της Ευρώπης-φρούριο απέναντι στους ‘εισβολείς’ πρόσφυγες, καταρρίπτει μια σειρά από μύθους σχετικά με την ανάπτυξη των ανθρώπινων κοινωνιών που κυκλοφορούν οι υποστηρικτές της «ανωτερότητας του ευρωπαϊκού πολιτισμού». Κι απ’ την άλλη, είναι χρήσιμο που μας θυμίζει, μέσα στην πανδημία του κορονοϊού, το πώς τα μικρόβια και οι ιοί που έφεραν μαζί τους οι ευρωπαίοι εισβολείς και κατακτητές στην αμερικανική ήπειρο πριν από 500 χρόνια, δημιούργησαν πανδημίες που εξολόθρευσαν πάνω από το 80% του γηγενούς πληθυσμού.

Το σημείο αφετηρίας του συγγραφέα είναι το ερώτημα γιατί ήταν οι άνθρωποι από τη δυτική Ευρώπη που μπόρεσαν να αναπτύξουν τις ιδιότητες του σύγχρονου ‘πολιτισμού’ και να τον χρησιμοποιήσουν για να κατακτήσουν τον υπόλοιπο κόσμο. Απορρίπτει κάθε εξήγηση που αποδίδει το γεγονός αυτό σε μια υποτιθέμενη διανοητική ανωτερότητα των Ευρωπαίων. Αντίθετα, ο Ντάιαμοντ στηρίζει την ανάλυσή του στο τρόπο με τον οποίο κάποιοι πληθυσμοί ξεκίνησαν, πριν 13.000 χρόνια, να βρίσκουν νέους τρόπους να αποσπούν τα προς το ζην από τη φύση. Αυτοί οι πληθυσμοί από τροφοσυλλέκτες, με το κυνήγι και το μάζεμα καρπών, πέρασαν στα πρώτα στάδια της γεωργίας χρησιμοποιώντας τσάπες ή ραβδιά για να ανοίγουν αυλάκια στα οποία καλλιεργούσαν. 

Στο πέρασμα μερικών εκατοντάδων χρόνων κάποιες κοινωνίες έκαναν κι άλλες προόδους προς μια πιο εντατική γεωργία χρησιμοποιώντας άρδευση ή υποζύγια που έσερναν το αλέτρι. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να παράγουν ένα πλεόνασμα αγαθών, πέρα από το απολύτως αναγκαίο για να επιβιώσει ο πληθυσμός. 

Αυτό το πλεόνασμα –το υπερπροϊόν– μπορούσε κατόπιν να χρησιμοποιηθεί για να τροφοδοτήσει ειδικευμένους τεχνίτες, να στηρίξει τη συγκρότηση μόνιμων ‘επαγγελματικών’ στρατών και να εξασφαλίζει τις ανέσεις και τη πολυτέλεια μιας άρχουσας τάξης που ζούσε από την αρπαγή. Το υπερπροϊόν που παρήγαγε η κοινωνία μπορούσε επίσης να εξασφαλίσει την ύπαρξη μιας κάστας ιερωμένων και γραφειοκρατών, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν σημάδια για να συμβολίσουν λέξεις και έτσι άνοιξαν το δρόμο για τη γραφή και την ανάγνωση. 

Ο Ντάιαμοντ δείχνει πώς με αυτές τις αλλαγές στην παραγωγή των υλικών αγαθών μεταμορφώθηκε κι όλη η ζωή της κοινωνίας. Οι τροφοσυλλέκτες ζούσαν σε ‘νομαδικές’ εξισωτικές κοινωνίες χωρίς κράτος. Τη μη-εντατική γεωργία τη χρησιμοποιούσαν μικρές κοινότητες αγροτών στις οποίες συνέχιζε να επικρατεί ο εξισωτισμός στη διανομή των υλικών αγαθών, παρόλο που κάποια άτομα σε αυτές τις κοινότητες απολάμβαναν ιδιαίτερο κύρος. Η εντατική γεωργία συνοδεύτηκε από μια αυξανόμενη κοινωνική διαστρωμάτωση και την εμφάνιση ‘φυλάρχων’, όπου κάποιες οικογένειες απολάμβαναν ιδιαίτερα κληρονομικά προνόμια απέναντι στις υπόλοιπες. Από αυτό το σημείο και μετά, δεν χρειαζόταν και πολύ για την εμφάνιση κανονικών αρχουσών τάξεων που συνοδεύονταν από το κράτος τους. Αυτές οι άρχουσες τάξεις συγκέντρωναν το υπερπροϊόν στα δικά τους χέρια μέσω της εκμετάλλευσης του υπόλοιπου πληθυσμού και έχτιζαν αυτοκρατορίες στις πλάτες άλλων πληθυσμών. 

Αυτή η διαδικασία είναι που επέτρεψε σε πολέμαρχους σαν τον Μέγα Αλέξανδρο ή τον Ιούλιο Καίσαρα να φτιάξουν αυτοκρατορίες που περιλάμβαναν μεγάλα κομμάτια του αρχαίου κόσμου. Η ίδια διαδικασία επέτρεψε στους ‘νεοφερμένους’, τις άρχουσες τάξεις της βορειο-δυτικής Ευρώπης να έχουν κατακτήσει τα 2/3 του κόσμου στις αρχές του 20ου αιώνα. 

Αλλαγές στην παραγωγή

Ο Ντάιαμοντ, που είναι καθηγητής γεωγραφίας στο πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες, αποδεικνύει ότι οι αλλαγές στην παραγωγή που έκαναν αυτές τις κατακτήσεις δυνατές γίνονταν μόνο αν εκπληρώνονταν δυο προϋποθέσεις. Η πρώτη ήταν ότι οι άνθρωποι έπρεπε να έχουν κίνητρο για να τις επιδιώξουν, αφού πολλές φορές η επιβίωση μέσω της γεωργίας ήταν πολύ πιο επίπονη από τη συλλογή τροφής. Γι’ αυτό το λόγο οι αλλαγές στη παραγωγή πραγματοποιούνταν μόνο όταν οι κλιματικές ή οι περιβαλλοντικές συνθήκες έκαναν πιο δύσκολη την επιβίωση με τους παλιούς τρόπους. 

Η δεύτερη προϋπόθεση ήταν ότι το γεωγραφικό περιβάλλον έπρεπε να προσφέρει τα μέσα για να είναι εφικτή αυτή η κίνηση. Έπρεπε να υπάρχουν είδη φυτών και ζώων που θα μπορούσε εύκολα να καλλιεργήσει ή να εξημερώσει ο άνθρωπος. Αλλά, όπως υποστηρίζει ο Ντάιαμοντ, τέτοιες συνθήκες υπήρχαν μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές της υδρογείου, στην ‘εύφορη ημισέληνο’ της Μέσης Ανατολής, στην Κίνα, στην Κεντρική Αμερική στην περιοχή που καλύπτουν σήμερα το Μεξικό και η Γουατεμάλα, στη Νότια Αμερική στις εκτάσεις που τώρα βρίσκεται το Περού και ο Ισημερινός. Μόνο η διάχυση νέων τεχνολογιών από αυτές τις περιοχές μπορούσαν να βοηθήσουν τις ανθρώπινες κοινωνίες να κάνουν την απαιτούμενη μετάβαση. Όμως, γεωγραφικά εμπόδια μπορούσαν να εμποδίσουν ή να καθυστερήσουν τη διάχυση τέτοιων τεχνολογιών σε ευρύτερες περιοχές της υδρογείου.

Για παράδειγμα, η μεγάλη έκταση της Ευρασιατικής ηπείρου κατά μήκος ενός άξονα ανατολής-δύσης ήταν ένα πλεονέκτημα. Ο προσανατολισμός ανατολή-δύση (που αφορούσε, δηλαδή, περιοχές με παρόμοιο γεωγραφικό πλάτος) επέτρεπε τη διάχυση εξημερωμένων ειδών φυτών και ζώων ειδών σε απομακρυσμένα μέρη που, όμως, είχαν παρόμοιες κλιματικές και γεωγραφικές συνθήκες. Αντίθετα, ο άξονας βορράς-νότος που είναι προσανατολισμένη η αμερικάνικη και η αφρικανική ήπειρος, στάθηκε εμπόδιο καθώς οι κλιματικές διαφοροποιήσεις είναι τεράστιες (πχ από τον παγωμένο Καναδά, στα υψίπεδα του Μεξικού κι από εκεί στην τροπική ζώνη του Αμαζονίου). Τελικά η Ευρώπη ήταν πιο ευνοημένη: αρχικά η Μεσόγειος ‘υιοθέτησε’ τα ζώα, τα φυτά και τις τεχνικές της ‘εύφορης ημισελήνου’ την πρώτη χιλιετηρίδα προ Χριστού, για ν’ ακολουθήσει την επόμενη χιλιετηρίδα η υπόλοιπη Ευρώπη. Ο ιμπεριαλισμός των ευρωπαϊκών αρχουσών τάξεων στηρίχθηκε, κατά τον Ντάιαμοντ, στη στρατιωτική ανωτερότητα (όπλα), στην ανοσία σε αρρώστιες άγνωστες σε άλλους λαούς (μικρόβια) και στις κατασκευαστικές δυνατότητες, ιδιαίτερα σε μέσα μεταφοράς (ατσάλι).

Το «Όπλα, μικρόβια και ατσάλι» στηρίζεται σε μια οικο-γεωγραφική προσέγγιση της ιστορίας που βαθαίνει σε τεράστιο βαθμό τις γνώσεις μας για μερικές από τις σημαντικές αλλαγές που έχει γνωρίσει η ανθρώπινη κοινωνία. 

Αυτή η προσέγγιση, που είναι τόσο χρήσιμη για να εξηγήσουμε πώς αναπτύχθηκε η γεωργία, παρουσιάζει αδυναμίες όταν προχωράει στην ανάλυσης της πιο πρόσφατης ιστορίας. Γιατί δεν εξηγεί επαρκώς το λόγο που μια από τις πιο καθυστερημένες περιοχές της Ευρασίας, η βορειο-δυτική Ευρώπη, έφτασε να είναι κυρίαρχη. Από μόνη της η γεωγραφία δεν αρκεί για να εξηγήσουμε τι συμβαίνει από τη στιγμή που εμφανίζονται ταξικές κοινωνίες. Από αυτό το σημείο και μετά, υπάρχει ένας άλλος παράγοντας, που ο Ντάιαμοντ δεν παίρνει υπόψη του, και που παίζει όλο και πιο σημαντικό ρόλο –η αλληλεπίδραση ανάμεσα στους τρόπους δημιουργίας πλούτου και στους καθιερωμένους θεσμούς που χρησιμοποιεί η κάθε άρχουσα τάξη. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Μαρξ, η αλληλεπίδραση ανάμεσα στη ‘βάση’ και το ‘εποικοδόμημα’. Αυτό το μειονέκτημα, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται για ένα πραγματικά συναρπαστικό βιβλίο που αξίζει να διαβάσουμε.


Διαβάστε επίσης