Η δολοφονία της Μπεναζίρ Μπούτο είναι το τελευταίο δραματικό επεισόδιο της κρίσης που μαστίζει εδώ και καιρό τη χούντα του Μουσάραφ στο Πακιστάν. Μόλις μαθεύτηκε η είδηση της δολοφονίας, εκατοντάδες χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους όλων των μεγάλων πόλεων διαδηλώνοντας ενάντια στον Μουσάραφ. Οι νεκροί από τις συγκρούσεις με την αστυνομία έχουν φτάσει τους 60, δεκάδες γραφεία του κόμματος που έχει στήσει ο Μουσάραφ έχουν πυρποληθεί. Οι διαδηλωτές φώναζαν «Μουσάραφ σκυλί, δολοφόνε». Την οργή τους συνεχίζουν να τροφοδοτούν οι υποκριτικές απόπειρες της χούντας να καλύψει τα ίχνη της.
Ο Μουσάραφ αμέσως μετά τη δολοφονία της Μπούτο βγήκε στη τηλεόραση για να εκφράσει τον «αποτροπιασμό» του και να ρίξει την ευθύνη για τη δολοφονία στους «τρομοκράτες της Αλ-Κάϊντα» που είναι η «απειλή για τη δημοκρατία» στο Πακιστάν. Οτι και να λεει ο δικτάτορας και οι απολογητές του στα διεθνή ΜΜΕ, ο Μουσάραφ είναι ένοχος για τη δολοφονία της Μπούτο. Αυτό το καταλαβαίνει ο κόσμος στο Πακιστάν που βγαίνει στους δρόμους για να εκφράσει την οργή του. Αυτές τις μέρες, ήρθαν στο φως της δημοσιότητας στοχεία ότι τη μέρα της δολοφονίας της η Μπούτο θα συναντιόταν με ένα αμερικάνο γερουσιαστή κι ένα μέλος του Κογκρέσσου για να τους αποκαλύψει στοιχεία του σχεδίου νοθείας των εκλογών της 8 Γενάρη που έστηναν οι μυστικές υπηρεσίες για λογαριασμό του Μουσάραφ.
Σύμφωνα με την έκθεση που είχε η Μπούτο στα χέρια της η πανίσχυρη ISI, η μυστική υπηρεσία του πακιστανικού στρατού, χρηματοδοτούσε το σχέδιο νοθείας με κονδύλια της αμερικανικης «βοήθειας» στη χούντα του Μουσάραφ στα πλαίσια του πολέμου «κατά της τρομοκρατίας». Η βρετανική εφημερίδα Τάϊμς της 1 Γενάρη αναφέρει συγκεκριμένα:
«Η έκθεση που υποτίθεται ότι θα έδειχνε η Μπούτο στους αμερικάνους πολιτικούς, περιείχε την πιο σημαντική κατηγορία ότι η ISI ήταν άμεσα αναμιγμένη στο σχέδιο νοθείας των εκλογών και ότι χρησιμοποιούσε αμερικάνικο χρήμα γι’ αυτό το σκοπό.
Οι ΗΠΑ έχουν δώσει τουλάχιστον 10 δισεκατομμύρια δολάρια στο Πακιστάν από τις επιθέσεις της 11 Σεπτέμβρη, όταν ο πρόεδρος Μουσάραφ συμφώνησε να στηρίξει τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας..Δεν υπήρχε κανένας έλεγχος για αυτά τα κονδύλια, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων εστάλησαν σε μετρητά κατευθείαν στο υπουργείο Αμυνας και οι επικριτές του προέδρου Μουσάραφ λένε ένα μεγάλο μέρος τους ξοδεύτηκε για άλλους σκοπούς όπως την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων στα σύνορα με την Ινδία και για να γεμίσουν διάφοροι τις τσέπες τους.»
Σύμμαχος
Το Πακιστάν είναι ο πιο σημαντικός σύμμαχος των ΗΠΑ στην περιοχή. Οι μυστικές υπηρεσίες του Πακιστάν είχαν ενισχύσει τους Ταλιμπάν και όταν οι ΗΠΑ εισέβαλαν στο Αφγανιστάν τους «έπεισαν» να εγκαταλείψουν γρήγορα την εξουσία. Η κατοχή του Αφγανιστάν όμως έχει αρχίσει να γίνεται εφιάλτης για τον Μπους και το ΝΑΤΟ, με τους Ταλιμπάν να ανακάμπτουν και να ελέγχουν τη μισή χώρα. Οχι μόνο αυτό, αλλά η κρίση διαχέεται στο Πακιστάν.
Στη Βορειοδυτική Περιοχή, στα σύνορα με το Αφγανιστάν, οι τοπικές φυλές έχουν ξεκινήσει αντάρτικο. Κι η καταστολή από τον πακιστανικό στρατό δεν καταφέρνει να αντιμετωπίσει τους «ντόπιους Ταλιμπάν».
Η κυβέρνηση Μπους με την οικονομική και πολιτική της στήριξη, έστησε το μηχανισμό που δολοφόνησε τη Μπεναζίρ Μπούτο. Οτι και να λέει ο Μπους, που έκανε επίσημες δηλώσεις καταδίκης της δολοφονίας, οι ΗΠΑ είναι ο ηθικός αυτουργός του εγκλήματος. Το γεγονός ότι τα όπλα των δολοφόνων στράφηκαν ενάντια στη πολιτικό που έκανε το κάθε τι για να πείσει τις ΗΠΑ ότι είναι δικός τους άνθρωπος, δείχνει σε τι αδιέξοδο και κρίση έχει μπει ο «διαρκής πόλεμος» του Μπους.
Ο Τάρικ Αλι, βετεράνος αγωνιστής του αντιπολεμικού κινήματος, που είναι από το Πακιστάν, περιγράφει με λεπτομέρειες τη πολιτική πορεία της Μπούτο και του κόμματός της, από τις υποσχέσεις για κοινωνική δικαιοσύνη και αντιμπεριαλισμό, στα σκάνδαλα της διαφθοράς του νεοφιλελευθερισμού και στη συνεργασία με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Σε ένα άρθρο του που έγραψε λίγο πριν τη δολοφονία της Μπούτο, την ονομάζει «Κόρη της Δύσης» (σε αντιδιαστολή με το τίτλο της αυτοβιογραφίας της «Κόρη της Ανατολής».)
Ο Τ. Αλι παρουσιάζει τα παζάρια που έκανε η Μπούτο με τον Μουσάραφ με τη μεσολάβηση του Τζον Νεγκροπόντε, του απεσταλμένου του Μπους. «Και τα δυο μέρη έκαναν παραχωρήσεις. Εκείνη συμφώνησε ότι ο Μουσάραφ θα έβγαζε τη στολή του μετά την ‘επανεκλογή’ του από το κοινοβούλιο αλλά ότι αυτό έπρεπε να γίνει πριν τις επόμενες εκλογές. Εκείνος πέρασε ένα νόμο περί ‘Εθνικής Συμφιλίωσης’ με τον οποίο αποσύρονταν όλες οι κατηγορίες για διαφθορά εις βάρος πολιτικών οι οποίοι κατηγορούνταν για λεηλασία του κρατικού θησαυροφυλάκιου. Αυτός ο νόμος ήταν κρίσιμος για εκείνη, επειδή ήλπιζε ότι έτσι θα σταματούσαν οι διώξεις εις βάρος της για ξέπλυμα μαύρου χρήματος και διαφθορά που είχαν ξεκινήσει στα δικαστήρια τριών ευρωπαϊκών πόλεων, της Βαλένσια, της Γενεύης και του Λονδίνου.
Πολλοί Πακιστανοί, κι όχι μόνο οι συνήθεις αντιρρησίες που οδηγούνται στη φυλακή κατά τακτά χρονικά διαστήματα, αηδίασαν από αυτή τη συμφωνία και η κάλυψή της από τα ανεξάρτητα ΜΜΕ ήταν γενικώς εχθρική. Ωστόσο, αυτό το ‘βήμα μπροστά’ διαφημίστηκε με τυμπανοκρουσίες στη Δύση και τα κανάλια σε ΗΠΑ κα Βρετανία παρουσίασαν μια αναβαπτισμένη Μπούτο ως την υπέρμαχο της δημοκρατίας στο Πακιστάν –οι δημοσιογράφοι τους την ανέφεραν ως ‘η πρώην πρωθυπουργός του Πακιστάν’ αντί για φυγάδα πολιτικό που αντιμετώπιζε δίκες για διαφθορά σε μια σειρά χώρες.
Η Μπούτο είχε ήδη ανταποδώσει τη χάρη εκφράζοντας την υποστήριξή της για τους πολέμους των ΗΠΑ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, δειπνώντας με τον ισραηλινό πρέσβη στον ΟΗΕ και υποσχόμενη ότι ‘θα ξεριζώσει τη τρομοκρατία’ στη χώρα της. Το 1979, ένας άλλος στρατιωτικός δικτάτορας είχε δολοφονήσει τον πατέρα της με την έγκριση της Ουάσινγκτον και ίσως να σκέφτηκε ότι θα ήταν ασφαλέστερο για εκείνη να ζητήσει μόνιμο καταφύγιο κάτω από την ομπρέλα της αυτοκρατορίας. Ο εκδοτικός οίκος Χάρπερ Κόλινς της προκατέβαλε μισό εκατομμύριο δολάρια για να γράψει ένα βιβλίο. Ο προσωρινός τίτλος που είχε επιλέξει ήταν ‘Συμφιλίωση’.»
Aπόπειρα
Η Μπούτο επέστρεψε στο Πακιστάν και τότε έγινε η πρώτη απόπειρα δολοφονίας της, μια βομβιστική επίθεση που στοίχισε 130 νεκρούς. Και μετά στις 3 Νοέμβρη ήρθε το «πραξικόπημα μέσα στο πραξικόπημα» η κήρυξη της κατάστασης πολιορκίας από τον Μουσάραφ.
Με αυτή τη κίνηση ο δικτάτορας ήθελε να ξεφορτωθεί το Ανώτατο Δικαστήριο που έδειχνε «ασεβή» σημάδια ανεξαρτησίας και να εξασφαλίσει ότι θα έχει το πάνω χέρι και μετά τις στημένες ψευτοεκλογές που ετοίμαζε με τη συναίνεση της Μπούτο. Οπως σημειώνει ο Τ. Αλι «οι ΗΠΑ είχαν ενημερωθεί από βδομάδες για αυτή τη κίνηση και είχαν δώσει το πράσινο φως, το ίδιο και η Βρετανία κάπως αργότερα».
Τι έκανε η Μπούτο; «Στο πρώτο 24ωρο στάθηκε ανίκανη να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση. Εφτασε στο σημείο να ασκήσει κριτική στον αρχιδικαστή επειδή τάχα ήταν πολύ προκλητικός. Μετά από έντονες επικοινωνίες πείστηκε να επιστρέψει στο Καράτσι. Για να τη βάλουν στη θέση της, οι αρχές άφησαν το αεροπλάνο της να περιμένει για ώρες στη πίστα.
Τα στελέχη του κόμματός της που την υποδέχτηκαν της είπαν ότι αν δεν κατάγγελνε τη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης θα γινόταν διάσπαση στο κόμμα. Εγκαταλειμένη από τον Μουσάραφ, δεν είχε τη πολυτέλεια να χάσει και το μισό της κόμμα. Γι’ αυτό κατάγγειλε την επιβολή κατάστασης πολιορκίας και –σαν να βάζει άλλο κραγιόν- δήλωσε ότι θα τεθεί επικεφαλής του αγώνα ενάντια στον δικτάτορα.»
Είναι ίσως ειρωνεία της τύχης, αλλά η συμφωνία που έκανε η Μπούτο, να συμμετέχει στις εκλογές της 8 Γενάρη, ήταν και η κίνηση που άναψε το πράσινο φως για τη δολοφονία της. Αυτή τη στιγμή, όμως, η κρίση που προκάλεσε η δολοφονία συγκλονίζει από τα θεμέλιά τους και τη χούντα του Μουσάραφ και τα σχέδια των ΗΠΑ. Η ελπίδα για τη δημοκρατία στο Πακιστάν δεν είναι οι διάδοχοι της Μπούτο, αλλά ο κόσμος που βγαίνει στο δρόμο ενάντια στη δικτατορία και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.

