Ο Γιάννης Κιμπουρόπουλος μίλησε στη Λένα Βερδέ και την Εργατική Αλληλεγγύη για την απόλυσή του και τις μάχες στα ΜΜΕ.
Ποιοι είναι οι λόγοι της απόλυσής σου από την Εφημερίδα των Συντακτών;
Ισως αρκετοί έχουν ήδη διαβάσει κάποια πράγματα από την ανακοίνωση των συναδέλφων μου ή από αναρτήσεις μου. Οσο πιο συνοπτικά γίνεται θυμίζω τα εξής: Οταν με κάλεσαν να μου ανακοινώσουν την απόλυση, ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας και ο διευθυντής της εφημερίδας, τους ρώτησα «ποιος είναι ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο απολύομαι», γιατί αυτός ήταν ίσως ο σημαντικότερος όρος της συμφωνίας πώλησης του 51%. «Εκανες μεγάλο κακό στην εφημερίδα», μου απάντησαν. «Εγώ έκανα κακό ή η λογοκρισία και η αλλοίωση της ταυτότητας της ΕφΣυν;» αντέτεινα. Ρητορικό ήταν φυσικά το ερώτημά μου, δεν περίμενα κάποια ουσιαστική απάντηση. Κοιτάξτε, λίγο μετά τη μεταβίβαση του 51% στον όμιλο Μελισσανίδη άρχισαν να γίνονται πράγματα αδιανόητα. Απολύθηκαν συνάδελφοι που θεωρήθηκαν ανεπιθύμητοι ή περιττοί. Η πρώτη αντίδρασή μας, ένα σχεδόν ομόφωνο ψήφισμα της συνέλευσης του συνεταιρισμού, χαρακτηρίστηκε από τον βασικό μέτοχο «σκουπίδι». Ο συνεταιρισμός που διατηρεί το 43% στην εταιρεία είναι σαν να μην υπάρχει, ούτε οι στοιχειώδεις κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης δεν τηρούνται. Οταν λοιπόν οι απολύσεις συνεχίστηκαν και περίπου 60 εργαζόμενοι και συνεταιριστές, αλλά και 25 άμισθοι σταθεροί συνεργάτες της ΕφΣυν από τότε που εκδόθηκε, κορυφαίοι διανοούμενοι, υπογράψαμε κείμενα διαμαρτυρίας και ενημερώσαμε τις συνδικαλιστικές μας ενώσεις, η νέα ιδιοκτησία κυριολεκτικά το θεώρησε κήρυξη πολέμου...
Ναι, αλλά γιατί στοχοποίησαν εσένα;
Πολλούς στοχοποίησαν, όχι μόνο εμένα. Απλώς θεωρήθηκα ηθικός αυτουργός της συλλογικής μας αντίδρασης. Ο κ. Μελισσανίδης απαίτησε την απόλυσή μου, αλλά φαίνεται ότι κρίθηκε επικοινωνιακά ασύμφορη εκείνη τη στιγμή κι έτσι μου επιβλήθηκε μια εναλλακτική «τιμωρία»: λογοκρισία των ρεπορτάζ μου και της σαββατιάτικης στήλης μου. Για περίπου 50 μέρες «εξαφανίστηκα» από την εφημερίδα, από τα δεκάδες κείμενα που υπέβαλλα δημοσιεύτηκαν μόλις τρία. Επανήλθα στην κανονικότητα μόνο όταν δήλωσα «τέλος της σιωπής και της ανοχής» και ότι θα κατήγγειλα δημόσια την παράνομη μεταχείριση. Κι αυτή η κάποια κανονικότητα συνεχίστηκε για ένα μήνα, Οταν, λοιπόν, αιφνιδιαστικά κόπηκε η στήλη μου γιατί έγραψα κάτι που άγγιζε τη ΔΕΗ, μια από τις πολλές «ανέγγιχτες» εταιρείες υπό το νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς, αποφάσισα να το καταγγείλω δημόσια και να προσφύγω στο πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ κατά των αυτουργών του τελευταίου κι όλων των προηγούμενων κρουσμάτων λογοκρισίας. Επί της ουσίας, λοιπόν, ο βασικός λόγος απόλυσής μου είναι η στοιχειώδης άσκηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και υπεράσπισης της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Κι αυτό καθιστά εξ ορισμού παράνομη την απόλυση, έστω κι αν δεν προτίθεμαι να την προσβάλω δικαστικά.
Βλέπουμε λοιπόν ότι η "νέα σελίδα" της ΕφΣυν εξελίσσεται σε ένα κύμα λογοκρισίας και απολύσεων. Πού στοχεύει η επίθεση;
Ο Δ. Μελισσανίδης, αλλά και όσοι εντός της συνεταιριστικής ΕφΣυν φαίνεται πως δούλευαν εδώ και πολύ καιρό, ίσως και για χρόνια, για να περάσει η εφημερίδα στον έλεγχό του, πιθανότατα πίστεψαν ότι η οικονομική απελπισία που ώθησε όλους μας να αποδεχθούμε ομόφωνα τη συμφωνία πώλησης του 51% ήταν ταυτόχρονα μια δήλωση τυφλής υποταγής στο νέο αφεντικό. Καταλαβαίναμε βεβαίως ότι η απόκτηση της ΕφΣυν σχετιζόταν με την πρόθεσή του να στηρίξει πολιτικά το πολυαναμενόμενο τότε κόμμα Τσίπρα, υποψιαζόμασταν ότι θα υπήρχαν κάποια «απαγορευμένα ρεπορτάζ», αλλά δεν φανταζόμασταν τόσες πολλές απαγορευμένες ζώνες, τόσα προστατευόμενα πρόσωπα, ακόμη και κυβερνητικά στελέχη που έπρεπε να θωπεύει η κατά τα λοιπά αντικυβερνητική εφημερίδα, και κυρίως τόσες προστατευόμενες εταιρείες, είτε συμμάχους του ομίλου Μελισσανίδη είτε διαφημιζόμενες. Ούτε πιστεύαμε ότι αυτό το βήμα δημοκρατίας και ελεύθερης έκφρασης, που παρά τις προφανείς πολιτικές προτιμήσεις της, έδινε χώρο σε κάθε πολιτική δύναμη και κάθε άποψη, ανεξαρτήτως μεγέθους και επιρροής, ξαφνικά θα γέμιζε με «λίστες» ανεπιθύμητων αρθρογράφων και απαγορευμένων ρεπορτάζ, Επομένως, η αντίδραση της εργοδοσίας, δυστυχώς με τη στήριξη της διεύθυνσης, με τις απολύσεις αλλά και τους εκφοβισμούς, την αφόρητη εργασιακή παρενόχληση σε όσους «δεν συμμορφούνται προς τα υποδείξεις», αποσκοπεί στο ξεκαθάρισμα του δυναμικού από τους «απροσάρμοστους». Δεν είναι πρωτότυπο για τα δεδομένα των ελληνικών ΜΜΕ, αλλά είναι αληθινά αδιανόητο για την ΕφΣυν και την κουλτούρα ελευθεροτυπίας που εδώ και 13 χρόνια υπηρέτησε με μοναδικό τρόπο.
Μίλησέ μας για τις αντιδράσεις που υπάρχουν εντός της εφημερίδας σε αυτές τις εξελίξεις.
Χωρίς να θέλω να εξωραϊζω τα πράγματα, είναι αληθινά συγκινητικό να βλέπεις τους περισσότερους από αυτούς που έστησαν πριν 13 χρόνια αυτό το μοναδικό εγχείρημα -εγώ είμαι λίγο μεταγενέστερος, εντάχθηκα εκεί από το 2019- να προσπαθούν να περισώσουν ό,τι μπορούν από το πνεύμα του. Πρώτα πρώτα με τη δουλειά τους, με το ρεπορτάζ και την αρθρογραφία, τις δημοσιογραφικές έρευνες που πρέπει να περνάνε από διάφορα απρόβλεπτα φίλτρα, γιατί μεταξύ άλλων στη νέα ΕφΣυν έχει διαμορφωθεί από την εργοδοσία μια πολυάνθρωπη πυραμίδα διευθυντών -δεν νομίζω ότι υπάρχει ΜΜΕ με περισσότερους διευθυντές- που διαγκωνίζονται άλλοι σε λογοκριτικό ζήλο κι άλλοι στο «μπούλινγκ» εις βάρος συναδέλφων. Χρειάζεται γενναιότητα για να κάνεις έντιμα και με αξιοπρέπεια δημοσιογραφία στις συνθήκες αυτές. Στην ΕφΣυν εξακολουθούν να γράφουν και να κάνουν αληθινό ρεπορτάζ συνάδελφοι από τους καλύτερους του κλάδου, κι αυτό ίσως πρέπει να το πάρουν υπόψη όσοι με υπερβολική βιασύνη κι ευκολία την «αποκηρύσσουν». Δίνεται μια μάχη αξιοπρέπειας εκεί μέσα. Και για την ανεξάρτητη ενημέρωση και για την υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων. Κι ίσως δεν έχει κριθεί ακόμη η έκβασή της.
Ποια είναι η κατάσταση στα ΜΜΕ σήμερα για τους εργαζόμενους αλλά και την ίδια την ενημέρωση;
Νομίζω ότι η εικόνα που επικρατεί στην ΕφΣυν είναι η μικρογραφία του ελληνικού μιντιακού σύμπαντος. Δεν υπάρχει πλέον καμιά εξαίρεση, μόνο οι μικρές ανεξάρτητες ερευνητικές δημοσιογραφικές ομάδες που κάνουν σπουδαία δουλειά κι έχουν φέρει στο φως σημαντικές αποκαλύψεις, οι οποίες όμως είναι αδύνατο να επιβιώσουν οικονομικά χωρίς συνδρομητές ή χωρίς τις επιχορηγήσεις από ευρωπαϊκά ή διεθνή ιδρύματα. Οι έντυπες εφημερίδες έχουν εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες τους σε κυκλοφοριακή κατάρρευση, τις διαδικτυακές εκδόσεις τους και γενικότερα τις ενημερωτικές ιστοσελίδες τις έχουν παραδώσει στο έλεος της GAFAM, των πολυεθνικών του διαδικτύου και των σόσιαλ μίντια. Παρότι το νέο υβρίδιο μιντιαρχών -εφοπλιστές με ισχυρή πρόσβαση τόσο στην ενέργεια όσο και στο κατασκευαστικό καρτέλ που μονοπωλεί τα μεγάλα δημόσια και ιδιωτικά έργα- ρίχνει χρήματα στην «αγορά επιρροής», δηλαδή στον έλεγχο των εγχώριων μέσων, η πραγματική επιρροή τους είναι σημαντικά κουτσουρεμένη από τον «μεγάλο αδελφό» των πολυεθνικών της ψηφιακής ενημέρωσης και από τον αλγοριθμικό προγραμματισμό του τι βλέπει, τι διαβάζει και τι μαθαίνει ως «είδηση» ο καθένας από μας. Το επιπλέον στην ελληνική αγορά ενημέρωσης είναι ο ασφυκτικός έλεγχος που έχει επιβάλει η κυβέρνηση Μητσοτάκη μέσω της ροής του χρήματος είτε προς τα ίδια τα μικρά και μεγάλα ΜΜΕ, είτε προς τους επιχειρηματίες με τους οποίους συνδέονται. Ισως γι’ αυτό ακριβώς, για το γεγονός δηλαδή ότι στη διάρκεια της επταετούς διακυβέρνησης η «Μητσοτάκης ΑΕ» ισχυροποιήθηκε υπερβολικά, υπάρχει μια ορατή μεταστροφή σε μερίδα των μιντιαρχών υπέρ της ανάδειξης ενός εναλλακτικού πόλου διακυβέρνησης. Και σ’ αυτό πιστεύω ότι εντάσσεται και η προφανής, υπερβολικά θερμή και θεσμικα δυσανάλογη στροφή της ΕφΣυν υπέρ του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα.
Πώς πρέπει να απαντήσει ο κλάδος και τα συνδικαλιστικά του όργανα;
Να κάνει και να διεκδικήσει τα αυτονόητα. Δυστυχώς, έχουμε γυρίσει πολύ πίσω, αναγκαζόμαστε να υπερασπίσουμε την «αστική νομιμότητα», δικαιώματα δεδομένα από τη Μεταπολίτευση και μετά. Εχουμε να υπογράψουμε συλλογικές συμβάσεις από το 2008, οι συνάδελφοι ιδιαίτερα στη διαδικτυακή ενημέρωση δουλεύουν σε συνθήκες γαλέρας, με ατομικές συμβάσεις και σημαντικές μισθολογικές ανισότητες ακόμη κι αν δουλεύουν στο ίδιο αντικείμενο, σε διπλανά γραφεία. Η μισθολογική πολιτική της εργοδοσίας είναι ουσιαστικά ένα μίγμα αυλοκρατίας και εκφοβισμού. Οι συνδικαλιστικές ενώσεις του κλάδου είναι τραγικά αποδυναμωμένες, αλλά είναι οι μόνες που έχουμε. Πρέπει να τις πιέσουμε και να τις στηρίξουμε στη διεκδίκηση συλλογικών συμβάσεων, που πλέον πρέπει να έχουν πολύ πιο διευρυμένο περιεχόμενο. Να ενσωματώνουν τους κανόνες της συντακτικής ελευθερίας, της απαγόρευσης λογοκρισίας και αυτολογοκρισίας, της τήρησης του κώδικα δεοντολογίας, που οι εργοδότες αρνούνται πεισματικά εδώ και δεκαετίες να υπογράψουν. Ισως είναι εύκολο οι ενώσεις μας να καταλήξουν σε αποφάσεις για απεργιακές κι άλλες δυναμικές κινητοποιήσεις. Υπάρχει όμως κάτι πολύ πιο δύσκολο που πρέπει να κάνουν: να σπάσουν τον φόβο των εργαζόμενων στα ΜΜΕ στους χώρους εργασίας, αλλά και την απαισιοδοξία που επικρατεί στους περισσότερους. Οχι άδικα, βεβαίως. Για σκεφτείτε, πόσα χρόνια έχουν περάσει από την τελευταία φορά που ο κλάδος πέτυχε έστω και μια μικρή νίκη;

