Σινεμά: Τα μυθικά πλάσματα του Νότου

Σε μια «άλλη» Αμερική, ολότελα διαφορετική από αυτήν που κυριαρχεί στα δελτία ειδήσεων και την μέινστριμ κινηματογραφία, μας ταξιδεύει η ταινία του Μπεν Ζάιτλιν «Τα μυθικά πλάσματα του Νότου», που αν και ανεξάρτητη παραγωγή, σάρωσε στα φεστιβάλ και διακρίνεται και στις υποψηφιότητες για Όσκαρ.

Στους βάλτους του δέλτα του Μισισιπή, νοτιοδυτικά της Νέας Ορλεάνης, μια παράξενη κοινότητα μαύρων και λευκών ζει με το δικό της τρόπο. Οι άνθρωποι αυτοί, χαρούμενοι και αλαφροϊσκιωτοι, απομεινάρια θαρρείς μιας άλλης εποχής έχουν στήσει τα παραπήγματά τους -δεντρόσπιτα και αυτοσχέδιες παράγκες- σε μια λωρίδα γης στη «λάθος» πλευρά του τεχνητού αναχώματος (από τη μεριά που κατακλύζεται από τα νερά του ποταμού).

Τα πάντα είναι χαλασμένα, βρώμικα και παρατημένα, όμως δεν παραπέμπουν καθόλου στην αθλιότητα των τριτοκοσμικών παραγκουπόλεων. Άνθρωποι, σκυλιά και κότες συμβιώνουν αρμονικά στη «Μπανιέρα», όπως στοργικά ονόμασαν τη γειτονιά τους, με αλληλεγγύη και με παρέα απίστευτες ποσότητες ταπεινού αλκοόλ.

Δεν πρόκειται για ανθρωπολογικό ντοκιμαντέρ, την αντικειμενική δηλαδή απεικόνιση μέσω του φακού, αλλά για μια λυρική ματιά σε έναν κόσμο διαφορετικό, τόσο μακριά και τόσο κοντά στην οργανωμένη κοινωνία. Ψυχή και φωνή αυτού του σύμπαντος είναι η εξάχρονη Χάσπαπι που ζει στη Μπανιέρα με τον άρρωστο και αλκοολικό πατέρα της, Γουίνκ. Ο Γουίνκ ετοιμάζεται να εγκαταλείψει αυτό τον κόσμο, είναι εμβληματικός και κυκλοθυμικός και η Χάσπαπι χρειάζεται να είναι όσο πιο αυτάρκης γίνεται για ένα παιδί στην ηλικία της, και πράγματι είναι. Μπορεί να τρέφεται με γατοτροφές και να επιβιώνει ακόμα κι όταν παρορμητικά βάζει φωτιά στην παράγκα της για να τραβήξει την προσοχή του Γουίνκ.

Η Χάσπαπι φιλοσοφεί καθημερινά πάνω στα μικρά και μεγάλα ζητήματα της ζωής: «Όλο το σύμπαν εξαρτάται από την αρμονία των πραγμάτων», «τα δυνατά ζώα είναι ανελέητα, τρώνε τη μαμά και τον μπαμπά τους...». Όταν μια γειτόνισα από τη Μπανιέρα εξηγεί στα πιτσιρίκια για τα προϊστορικά ζώα που εξαφανίστηκαν και την κλματική αλλαγή, η Χάσπαπι δεν αργεί να αποκτήσει τον δικό της έμμονο εφιάλτη: Οι πάγοι λιώνουν, τεράστιοι απολιθωμένοι βόνασοι ξυπνούν και την καταδιώκουν.

Έξωση

Όμως τα τέρατα θα προλάβει μια άλλη βιβλική καταστροφή: Μια δυνατή νεροποντή και μια ακόμη πλημμύρα του Μισισιπή, σε συνεργασία με τα τσιμεντένια αναχώματα μετατρέπουν τη «Μπανιέρα» σε κυριολεκτική μπανιέρα. Όταν οι απελπισμένοι κάτοικοι ανατινάζουν με δυναμίτη το ανάχωμα για να πέσει η στάθμη, υπογράφουν την έξωσή τους από τον «παράδεισο».

Δια ξηράς και δια αέρος, η αστυνομία θα εκκενώσει τη ζώνη και θα τους μεταφέρει στη μονάδα με την παραπλανητική ονομασία «Ανοιχτή αγκαλιά», ένα σύγχρονο στρατόπεδο συγκέντρωσης για τους απόκληρους του Δέλτα, μια ζωή θλιβερή για τους ανθρώπους της «Μπανιέρας». Η Χάσπαπι βιώνει μια νέα πραγματικοτητα, όπου «όταν ένα ζώο αρρωσταίνει το βάζουν στον τοίχο», εννοώντας τον άρρωστο Γουίνκ που διασωληνώνεται σε ένα νοσοκομειακό μηχάνημα. Αυτό τον πολιτισμό δεν τον θέλουν και θα τον εγκαταλείψουν.

Εδώ βρίσκεται μια από τις πολλές αρετές της ταινίας. Η μαγεία και ο φιλοσοφικός στοχασμός πηγάζουν από την πραγματικότητα. Οι χαρακτήρες, τα συναισθήματα, η οπτική προέρχονται από αληθινούς ανθρώπους, τοποθεσίες και γεγονότα. Ο τυφώνας Κατρίνα και οι επιπτώσεις του στους χιλιάδες φτωχούς κατοίκους της Λουϊζιάνα το 2005 ήταν η πηγή έμπνευσης για τον Μπεν Ζάιτλιν και τους συνεργάτες του.

Τότε παράτησε τα τρέχοντα σχέδιά του γύρω από το animation για να εγκατασταθεί στη Νέα Ορλεάνη, όπου ίδρυσε την κινηματογραφική κολλεκτίβα Court 13. Οι πληγές που άφησε το πέρασμα της Κατρίνα είναι ακόμη ανοιχτές για τον κόσμο που έμεινε αβοήθητος, αυτή είναι η πρώτη ύλη του Ζάιτλιν.

Τα τεχνικά μέσα πενιχρά: 16άρι φιλμ αντί για το πανάκριβο 35άρι -αφήνει κόκκο και τα πλάσματα γίνονται ένα με τη λάσπη και το νερό, η κάμερα στο χέρι -στριφογυρνάει τους ήρωες και ζαλίζει, οι ηθοποιοί ερασιτέχνες- ο Γουίνκ είναι ζαχαροπλάστης και τη Χάσπαπι υποδύεται η τρομερή Κουβενζανέ Γουάλις, με καταγωγή από την Ονδούρα, η μουσική είναι κι αυτή δημιουργία του σκηνοθέτη.

Ο Ζάιτλιν πατάει σε μια πλούσια παράδοση για να ξεδιπλώσει τις ιδέες του και δεν το κρύβει, αντίθετα αποτίει φανερά φόρο τιμής στους εμπνευστές του. Οι ηθοποιοί, δεν αποστηθίζουν σενάρια αλλά ουσιαστικά πλάθουν τις σκηνές πάνω στη βασική ιδέα που τους έχει δοθεί. Συναντούν το σινεμά του Μάικ Λι, του Κασσαβέτη και του Τέρενς Μάλικ, τον Τομ Σόγιερ και τον Χοκ Φιν, αλλά μαζί και τον μαγικό ρεαλισμό από την πλούσια λογοτεχνική κυρίως παράδοση της Λατινικής Αμερικής. Το αποτέλεσμα ξεπερνά τα όρια του θεατή και προκαλεί μια λυτρωτική εν τέλει ταραχή, καθιστώντας τα «Μυθικα πλάσματα του νότου» μια αληθινή κινηματογραφική εμπειρία.