Οι μύθοι του Ρούσβελτ και του “Νιου Ντιλ”

Υπάρχει μια εξιδανικευμένη εικόνα για το “Νιου Ντιλ”, τη “μεγάλη πολιτική επιλογή” του Φραγκλίνου Ρούσβελτ που έβγαλε τις ΗΠΑ από την οικονομική κρίση. Το Νιου Ντιλ ήταν όντως ένα σημείο καμπής, ένα ορόσημο που συμβολίζει τη στιγμή που η άρχουσα τάξη παραδέχεται πως η ελεύθερη αγορά δεν μπορεί από μόνη της να ξεπεράσει την κρίση, αλλά αντίθετα χρειάζεται κρατική παρέμβαση. Όμως, το Νιου Ντιλ ούτε τόσο “ριζοσπαστικό” ήταν, ούτε τελικά κατάφερε να βγάλει τις ΗΠΑ από την κρίση. Για μερικά χρόνια φάνηκε πως έφερνε αποτελέσματα, αλλά το 1937 οι ΗΠΑ έπεσαν σε πιο απότομη και βαθιά κρίση από το '29.

Αν γυρίσουμε πίσω πριν από 80 χρόνια, το Μάρτη του 1933, όταν ξεκινούσαν οι “πρώτες 100 μέρες” του Ρούσβελτ, αντί για “σοφία” και μαγικές λύσεις, θα βρούμε πανικό. Οι τράπεζες άρχισαν να δέχονται συμβουλές να μείνουν κλειστές από τις αρχές Μάρτη για “κάνα-δυο μέρες” αλλά τελικά έφτασε 15 Μάρτη για να ξανανοίξουν κανονικά. “Κανονικά” είναι τρόπος του λέγειν. Δύο χιλιάδες καταστήματα δεν ξανάνοιξαν ποτέ.

Ο Ρούσβελτ είχε κερδίσει τις εκλογές στα τέλη του 1932 και σύμφωνα με τους ιστορικούς οι μήνες που μεσολάβησαν μέχρι να αναλάβει την Προεδρία το Μάρτη του '33 ήταν το χειρότερο σημείο της οικονομικής ύφεσης ως τότε. Η έκρηξη της κρίσης είχε γίνει τον Οκτώβρη του 1929 με το Κραχ στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, αν και οι ρίζες της βρίσκονταν πιο πίσω. Οι ιδεολόγοι της κυβέρνησης Χούβερ (1929 – 1933) είχαν αντιμετωπίσει την κρίση σαν ένα μεγάλο σοκ. Για χρόνια πίστευαν πως η ελεύθερη αγορά θα μπορούσε να αυτορρυθμιστεί και πως η κυβέρνηση το μόνο που έχει να κάνει είναι να κρατήσει τον προϋπολογισμό ισοσκελισμένο και να βοηθάει όσο μπορεί τις επιχειρήσεις να συνεχίζουν το θεάρεστο έργο τους. Η Οικονομική Εταιρεία του Χάρβαρντ το 2-3 μήνες πριν το κραχ είχε κάνει την επίσημη πρόβλεψη πως “μια κρίση σαν του '21-'22 δεν είναι πιθανή”. Ξαφνικά είδαν την “ιδιωτική οικονομία” να καταρρέει.

Από τα τέλη της προεδρίας Χούβερ έγιναν βήματα κρατικής παρέμβασης, με δημόσια έργα τα οποία έδιναν αντικείμενο σε ιδιώτες εργολάβους. Η άρχουσα τάξη των ΗΠΑ ήταν τόσο μπερδεμένη σε σχέση με το τι ήθελε, ώστε ο Ρούσβελτ στην προεκλογική του εκστρατεία έκανε κριτική και από αριστερά και από δεξιά στον Χούβερ. Τον κατηγορούσε και για υπερβολικές δαπάνες αλλά και για υποχωρήσεις στους πολύ πλούσιους.

Μέχρι να πάρει την Προεδρία, η οικονομία βυθίζεται τόσο γρήγορα, κι έτσι αντιλαμβάνεται πως με κάποιο τρόπο πρέπει να γενικεύσει τα μέτρα κρατικής παρέμβασης. Το κράτος άρχισε να αγοράζει τις σοδειές και να καταστρέφει τα αγροτικά προϊόντα για να μην πέσουν οι τιμές. Προγράμματα βοήθειας έφτασαν να εξυπηρετούν τον Απρίλη του '34, 4,5 εκατομμύρια κόσμο. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα εγγυήθηκε τα κεφάλαια όσων τραπεζών είχαν παραμείνει όρθιες. Ιδρύεται ένα σώμα δημοσίων έργων στο οποίο “στρατολογούνται” 2,3 εκατομμύρια άνεργοι και σε λίγους μήενες θα φτάσουν τα τέσσερα εκατομμύρια. Ένας νόμος για την “Εθνική Ανάκαμψη” καθοδηγεί τις εταιρείες να δημιουργήσουν καρτέλ, σταθεροποιώντας τις τιμές και τα επίπεδα παραγωγής, ενώ δίνει περισσότερες δυνατότητες στα συνδικάτα να διαπραγματεύονται διεκδικώντας μερίδιο από τα κέρδη. Το δολάριο βγήκε από τον κανόνα του χρυσού, ώστε η τιμή του να μην εξαρτάται από τις “διεθνείς αγορές” αλλά να μπορεί η κυβέρνηση να κάνει κινήσεις που εξυπηρετούσαν τις εξαγωγές. Σε μία περίπτωση, αυτή της Κοιλάδας του Τενεσί, το κράτος παρενέβη πιο άμεσα. Οι ιδιωτικές εταιρείες που παρείχαν ηλεκτρική ενέργεια κατάκλεβαν τον κόσμο, είχαν διαλύσει την αγροτική παραγωγή και 30% του πληθυσμού έπασχε από ελονοσία. Πλέον, η νέα κρατική εταιρεία πήρε στον έλεγχό της τα φράγματα, εξουδετέρωσε ή εξαγόρασε τους ιδιώτες και εκσυγχρόνισε την περιοχή.

Όμως, οι δράσεις αυτές ήταν πολύ περιορισμένες και πάντα με κριτήριο το συμφέρον των καπιταλιστών. Κάποια από τα μεγάλα αφεντικά, όπως της Τζένεραλ Ελέκτρικ, ήδη από το 1932 είχαν αρχίσει να κάνουν καμπάνια υπέρ της κρατικής παρέμβασης που θα ξαναζωντάνευε την οικονομία για να σωθούν. Η κυβέρνηση Ρούσβελτ συνέχιζε να υποστηρίζει τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και έτσι ακόμη και τα προγράμματα “θέσεων εργασίας” είχαν πολύ στενά όρια. Σε ένα χρόνο εφαρμογής των μέτρων, η ανεργία είχε μειωθεί κατά 1,7 εκατομμύρια, όμως 12 εκατομμύρια άνθρωποι παρέμεναν άνεργοι.

Ο Ρούσβελτ κάθε άλλο παρά προοδευτικός ή “κρατικιστής” ήταν. Ο πατέρας του ήταν τραπεζίτης και η μητέρα του είχε οικογενειακή περιουσία από το εμπόριο οπίου στην Κίνα, ενώ θείος του ήταν ο παλιότερος πρόεδρος των ΗΠΑ, Θίοντορ Ρούσβελτ. Φανατικός εχθρός της οργανωμένης εργατικής τάξης, ανοιχτά ρατσιστής, υποστηρικτής των εκστρατειών ενάντια στον Μπολσεβικισμό και της αδυσώπητης καταστολής της αμερικάνικης αριστεράς. Μόλις το 1930 κατηγορούσε τον Χούβερ ότι σπαταλάει το κρατικό χρήμα σε δημόσια έργα.

Υπήρχαν δύο λόγοι που οδήγησαν τελικά τον Ρούσβελτ σε μια πιο ριζοσπαστική στροφή στο Νιου Ντιλ μετά το 1936. Ο πρώτος ήταν ότι η οικονομία δεν έλεγε να ξεκολλήσει με τα ημίμετρα. Αντίθετα, τα παραδείγματα διεθνώς (τόσο αυτό της χιτλερικής Γερμανίας όσο και αυτό της Ρωσίας του Στάλιν), έδειχναν ότι οι οικονομίες που γλίτωναν από τη βύθιση ήταν αυτές που στρέφονταν σε έναν κρατικά διευθυνόμενο καπιταλισμό. Ο δεύτερος λόγος ήταν ο φόβος απέναντι στην εκρηξη της εργατικής τάξης που βρήκε την ευκαιρία μέσα στα μικρά περιθώρια που της έδωσε το πρώτο Νιου Ντιλ να κάνει ένα τεράστιο άλμα προς τα εμπρός.

Η εργατική τάξη της Αμερικής είχε υποστεί απανωτές ήττες στη δεκαετία του '20. Τα αφεντικά των ΗΠΑ αποδείχθηκαν πολύ πιο σκληρά στην καταστολή του συνδικαλισμού από τους συναδέλφους τους στη Δυτική Ευρώπη. Σε κάθε συνδικάτο μικρό ή μεγάλο υπήρχε ένας χαφιές που εξασφάλιζε ότι όποιος έκανε το παραμικρό βήμα είτε θα έχανε τη δουλειά του, είτε θα πήγαινε στη φυλακή, είτε θα δεχόταν κάποια “επίσκεψη” από τραμπούκους. Η οικονομική κρίση ήρθε σαν καινούργιο χαστούκι πάνω σε αυτήν την τάξη, με τα αφεντικά να μπορούν να εκμεταλλευτούν ακόμη περισσότερο την ανεργία και το ρατσισμό προς όφελός τους. Ό,τι είχε απομείνει από συνδικαλιστική γραφειοκρατία ήταν οι ανοιχτά ξεπουλημένοι ηγετίσκοι της Ομοσπονδίας AFL.

Η εργατική τάξη όμως βρήκε τη δύναμη και αντιστάθηκε, ακόμη κι αν είχε να αντιμετωπίσει τη χειρότερη καταστολή. Στα τέλη του '32, οι εργάτες στη συγκομιδή φρούτων στο Βάκαβιλ κατέβηκαν σε απεργία, όμως οι μπράβοι τσάκισαν το συνδικάτο τους, μαστίγωσαν τους ηγέτες τους, τους ξύρισαν τα κεφάλια και τους περιέλουσαν με κόκκινο σμάλτο. Τον Απρίλη του '33 εξεγείρονται οι εκπαιδευτικοί του Σικάγο, εισβάλλοντας σε τράπεζες και βομβαρδίζοντας τους μπάτσους ακόμη και με βαριούς τόμους σχολικών βιβλίων. Το 1934 είναι η χρονιά της μεγάλης αντεπίθεσης. Οι τρεις μεγαλύτερες συγκρούσεις, της Auto-Lite στο Τολέδο, των φορτηγατζήδων Τίμστερς στη Μινεάπολη και των λιμενεργατών στο Σαν Φρανσίσκο θα λήξουν όχι μόνο με επιμέρους νίκες αλλά και με ένα συνολικότερο μήνυμα προς όλη την εργατική τάξη: “Οργανωθείτε”. Και οι τρεις αυτές μάχες είχαν στην ηγεσία τους επαναστάτες σοσιαλιστές ή άλλους οργανωμένους αγωνιστές της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ταυτόχρονα, ξεσπάνε οι πρώτες απεργίες που συνοδεύονται με κατάληψη του χώρου δουλειάς.

Το 1935, στο Ντιτρόιτ οργανώνεται μποϊκοτάζ στα χασάπικα ενάνται στην ακρίβεια με χιλιάδες γυναίκες τον Ιούνη να βγαίνουν στους δρόμους και να αναποδογυρίζουν φορτηγά που μετέφεραν κράς και να κάνουν εισβολές σε αποθήκες. Η “κοινή γνώμη” βρίσκεται πλέον πολύ μακριά από τη λογική της “ελεύθερης αγοράς”. Το 74% ζητάει υγειονομική κάλυψη για τους φτωχούς. 77% να δοθούν δουλειές στους ανέργους.

Ο νόμος Βάγκνερ (1935) που εξασφάλιζε κάποιες ελευθερίες για την οργάνωση των συνδικάτων πήρε την υποστήριξη του Ρούσβελτ μόνο την τελευταία στιγμή. Η εργατική τάξη όμως βρηκε την ευκαιρία να οδηγήσει αυτό το διστακτικό βήμα στα όριά του. “Εκτυλίσσεται ένας πραγματικός εργατικός ξεσηκωμός για συμμετοχή στα συνδικάτα”, περιέγραφαν οι ίδιοι οι γραφειοκράτες της AFL. Οργανώνονται μαζικές συγκεντρώσεις στα εργοστασια και δεκάδες χιλιάδες γράφονται στα σωματεία. Το συνδικάτο του ιματισμού είχε 10 χιλιάδες μέλη αλλά όταν κάλεσε απεργία είδε 70 χιλιάδες να συσπειρώνονται στις γραμμές του.

Ένας γερουσιαστής έλεγε πως αν δεν αναγνωριστούν τα δικαιώματα εργαζομενων “θα αντιμετωπι΄σουμε ένα δραματικό εθνικό κίνδυνο... ενδεχομένως χιλιάδες άνθρωποι θα χάσουν τη ζωή τους σε βίαιες συγκρούσεις”. Το '36 ο Ρούσβελτ άρχισε να φοβάται το γαλλικό παράδειγμα των καταλήψεων στα εργοστάσια. Ο ίδιος έλεγε αργότερα για να δικαιολογήσει τα νέα κοινωνικά μέτρα που πήρε: “Αν πήγαιναν έτσι τα πράγματα, τότε τον περασμένο Απριλη θα είχαμε στα χέρια μας μια χώρα σαν κι αυτή που βρήκε ο Μπλουμ οταν εκλέχθηκτε. Για 25-30 χρόνια οι Γάλλοι δεν είχαν κάνει ούτε ένα βήμα στην κοινωνική νομοθεσία. Ο Μπλουμ το ξεκίνησε και βρέθηκε στη μέση μιας απεργίας την πρώτη κοιόλας βδομάδα που εκλέχτηκε”.

Ο Ρούσβελτ δεν γλίτωσε ούτε από τον γαλλικό κίνδυνο. Το 1937 εξελίχθηκε το μεγαλύτερο κύμα απεργιών στα εργοστάσια. Ούτε και ο οικονομικός κύκλος επανήλθε στα “φυσιολογικά”. Αντίθετα το 1938, η οικονομία ξαναγύρισε πίσω και από εκεί που είχε ξεκινήσει. Τον Αύγουστο του '37 μόνο το 1/4 της παραγωγής ατσαλιού βρισκόταν σε κίνηση. Όπως έγραφαν οι οικονομολόγοι Μπαράν και Σουίζι: “Οι κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν από το 1929 ως το 1939 κατά περισσότερο από 70%. Την ίδια στιγμή το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 12,7% και η ανεργία αυξήθηκε από 3,2% σε 17,2%. Αν μετρησουμε την αποτελεσματικότητά του ως σχέδιο διάσωσης της αμερικάνικης οικονομίας στο σύνολό της, το Νιου Ντιλ ήταν μια καθαρή αποτυχία.” Μόνο η τεράστια κινητοποίηση της πολεμικής βιομηχανίας κατάφερε να βγάλει τις ΗΠΑ από την κρίση. Το 1941, η μισή παραγωγή των ΗΠΑ γινόταν από το κράτος, με τη μορφή των εξοπλισμών. Η ανεργία μέσα στον πόλεμο έπεσε στο 1,2%.

Η περίοδος του Νιου Ντιλ παραμένει μια απόδειξη ότι η αρχουσα τάξη στον καπιταλισμό δεν εχει τον έλεγχο ούτε σε συνθηκες ελεύθερης αγοράς, ούτε με την επιλογή του “παρεμβατισμού”. Η ταξική πάλη ήταν αυτή που καθόρισε τις εξελίξεις και θα μπορούσε, με την κατάλληλη ηγεσία και επιλογές, να δώσει συνολική επαναστατική λύση. Από τη μεριά τους, οι καπιταλιστές, η μόνη “λύση” που κατάφεραν να βρουν για την κρίση τους ήταν η γενίκευση της βαρβαρότητας, ο παγκόσμιος πόλεμος.