Οικονομία “χαμηλού κόστους”

Η Γερμανική οικονομία έχει πράγματι "πάει καλά" μέσα στην κρίση. "Αν όμως το γερμανικό μοντέλο είναι το μέλλον της Ευρώπης, τότε θα πρέπει να ανησυχούμε σοβαρά" έγραφε πριν από λίγες μέρες στην εφημερίδα Financial Times ο Άνταμ Πόζεν, ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Πέτερσον για την Διεθνή Οικονομία. Η επιτυχία, εξηγεί ο Πόζεν, στηρίζεται στην μετατροπή σιγά-σιγά της Γερμανίας σε οικονομία χαμηλού κόστους. Και το πρόβλημα δεν είναι απλά και μόνο κοινωνικό -η φτώχεια και η ανισότητα δεν ανήκουν στον κύκλο των ενδιαφερόντων του Ινστιτούτου Πέτερσον. Η πολιτική την οποία ακολουθεί η Μέρκελ -πολιτική που ξεκίνησε τα χρόνια της διακυβέρνησης του σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ- υπονομεύει συστηματικά, αντί να εξασφαλίζει την οικονομία της Γερμανίας.

"Ιδανικά, μια πλούσια χώρα", γράφει ο Πόζεν, "θα έπρεπε να διατηρεί την ανταγωνιστικότητά της μέσα από την έρευνα, την ανάπτυξη (τεχνολογίας, προϊόντων, μεθόδων παραγωγής κλπ) και την επένδυση κεφαλαίου. Αντί για αυτό, το συνολικό, ακαθάριστο, σταθερό κεφάλαιο πέφτει συνεχώς στην Γερμανία, από το 24% του ΑΕΠ το 1991 σε κάτω από το 18% σήμερα. Η πρόσφατη Οικονομική Έκθεση του ΟΟΣΑ για την Γερμανία επιβεβαιώνει ότι οι επενδύσεις στην Γερμανία υπολείπονται από το 2001 συστηματικά των επενδύσεων των υπόλοιπων χωρών της ομάδας των G7..." .

Στην τσέπη

Με άλλα λόγια οι επιχειρηματίες βάζουν το μεγαλύτερο μέρος από τα κέρδη τους από την "επιτυχία" της Μέρκελ απλά στην τσέπη και η γερμανική οικονομία οπισθοχωρεί συστηματικά απέναντι στους ανταγωνιστές της.

"Ο άλλος τρόπος με τον οποίο μια πλούσια χώρα μπορεί να συνεχίσει να παραμένει στην κορυφή.. είναι επενδύοντας στο ανθρώπινο κεφάλαιο -εκπαιδεύοντας, δηλαδή, το εργατικό της δυναμικό. Στον Καναδά, τη Γαλλία, την Ιαπωνία, την Πολωνία, την Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ το ποσοστό των νέων ανθρώπων με ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση είναι τουλάχιστον 10% μεγαλύτερο από ότι στη Γερμανία -και στις περισσότερες από αυτές 20% μεγαλύτερο... Η Γερμανία είναι η μια από τις δυο αναπτυγμένες χώρες (η άλλη είναι οι ΗΠΑ) παγκόσμια όπου το ποσοστό των ατόμων που έχουν πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης στις ηλικίες 25-34 είναι το ίδιο ή και χαμηλότερο από ότι της προηγούμενης γενιάς...". Ο κύριος υπεύθυνος για αυτή την κατάσταση είναι οι περικοπές της παιδείας και η διάλυση του δημόσιου πανεπιστήμιου -ένα από τα συστατικά στοιχεία της "επιτυχίας" της Μέρκελ δηλαδή.

Τα αποτελέσματα αυτής της "στάσης επενδύσεων" και των περικοπών στην παιδεία φαίνονται ήδη στην Γερμανία. "Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας είναι χαμηλή, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ" γράφει ο Πόζεν. Και η γερμανική οικονομία πάσχει, σε πείσμα των μύθων που την παρουσιάζουν σαν βιομηχανικό γίγαντα, ακριβώς από την ίδια "αποβιομηχάνιση" που πάσχουν και οι άλλες μεγάλες οικονομίες.

Για να αναπληρώσει αυτή την υστέρηση η γερμανική οικονομία καταφεύγει όλο και περισσότερο στο "φάρμακο" της λιτότητας από τη μια και της στροφής προς τους τομείς "χαμηλού κόστους" από την άλλη.

Τι σημαίνει αυτό για τους εργαζόμενους: η ανεργία μπορεί να είναι χαμηλή, αλλά αυτό το χρωστάει κύρια στις "μικροδουλειές", σε θέσεις εργασίας με περιορισμένο ωράριο, χωρίς καμιά από τις ασφαλιστικές δικλείδες που είχαν οι προηγούμενες γενιές. "Η Γερμανία έχει σήμερα το μεγαλύτερο ποσοστό χαμηλόμισθων εργαζομένων σε σχέση με το μέσο εισόδημα από κάθε άλλη δυτική χώρα". Η Γερμανία, όπως είναι γνωστό, δεν έχει κατώτατο μισθό. Νέοι δουλεύουν συχνά ακόμα και για 2.5 ευρώ την ώρα!