Ισπανία 1936: Επανάσταση ενάντια στο φασισμό

Στις 17 εκείνου του Ιούλη ο στρατός έκανε πραξικόπημα για να ανατρέψει την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου που είχε κερδίσει τις εκλογές τον Φλεβάρη. Ο στρατηγός Φράνκο που διοικούσε τον στρατό στις ισπανικές αποικίες στη Βόρεια Αφρική ήταν στο κέντρο του πραξικοπήματος. Πίσω του στοιχήθηκε η άρχουσα τάξη κι όλη η δεξιά: βιομήχανοι, γαιοκτήμονες, η Καθολική Εκκλησία, οι δυο πτέρυγες των μοναρχικών, η «Φάλαγγα» των Ισπανών ναζί.

Όμως, το πραξικόπημα απέτυχε. Σε πολλές πόλεις οι εργατικές οργανώσεις κινητοποιήθηκαν, κέρδισαν φαντάρους με το μέρος τους, εξοπλίστηκαν με όποιο τρόπο μπορούσαν. Κι η ύπαιθρος πήρε φωτιά. Εκατομμύρια εργάτες γης και κολλήγοι στέναζαν από την πιο ωμή εκμετάλλευση. Πήραν τα όπλα (ή απλά τα δικράνια και τις τσάπες), έδιωξαν τη μισητή Γκουάρντια Σιβίλ (στρατοχωροφυλακή) και τους γαιοκτήμονες. Το Πολεμικό Ναυτικό δεν στήριξε το πραξικόπημα. Οι ναύτες και οι υπαξιωματικοί συνέλαβαν τους αξιωματικούς και ανέλαβαν τη διοίκηση –σε κάποιες περιπτώσεις οι αξιωματικοί εκτελέστηκαν και οι σωροί τους πετάχτηκαν στη θάλασσα.

Ο Άγγλος συγγραφέας Τζορτζ Όργουελ κατατάχτηκε εθελοντής σε μια εργατική πολιτοφυλακή (του POUM, ενός αντισταλινικού μαρξιστικού κόμματος) για να πολεμήσει τους φασίστες. Περιγράφει την πρώτη του εντύπωση από την Βαρκελώνη στο βιβλίο του Φόρος Τιμής στην Καταλονία:

«Ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκα σε μια πόλη όπου τα ηνία κρατούσε η εργατική τάξη. Ουσιαστικά κάθε σημαντικό κτίριο οποιουδήποτε μεγέθους είχε καταληφθεί από τους εργάτες και ήταν ντυμένο στις κόκκινες σημαίες ή στις μαυροκόκκινες των αναρχικών… Σε κάθε τοίχο έβλεπες το σφυροδρέπανο και τα αρχικά των επαναστατικών κομμάτων… Κάθε μαγαζί και καφενείο είχε μια επιγραφή που δήλωνε ότι είχε κοινωνικοποιηθεί... ακόμα και οι λούστροι στο δρόμο είχαν κάνει την κολεκτιβοποίηση και τα κασελάκια τους ήταν μαυροκόκκινα. Οι σερβιτόροι και οι περαστικοί σε κοίταζαν στα μάτια και σου συμπεριφέρονταν σαν ίσος προς ίσο».

Ο Φράνκο και οι στρατηγοί του, όμως, είχαν την απεριόριστη υλική υποστήριξη του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Περισσότερες από 60.000 Ιταλοί στρατιώτες στάλθηκαν «εθελοντές» στην Ισπανία μαζί με εκατοντάδες τανκς και πυροβόλα. Η Γερμανική συμμετοχή ήταν μικρότερη αριθμητικά αλλά εξίσου ουσιώδης: σύμβουλοι στις μονάδες του «εθνικού» στρατού, πυροβολικό, αεροπλάνα στούκας της Λεγεώνας Κόνδωρ. Ισοπέδωσαν την Γκουέρνικα εμπνέοντας τον Πικάσο για τον κλασσικό αντιφασιστικό, αντιπολεμικό πίνακά του.

Οι συσχετισμοί σε στρατιωτικό επίπεδο έγερναν σε βάρος της Δημοκρατικής Ισπανίας. Ποια ήταν η διέξοδος; Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου ζήτησε τη βοήθεια των Δημοκρατιών της Δύσης. Ήταν η νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση άλλωστε. Επίσης, στην Γαλλία υπήρχε η «αδελφή» κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου. Ο Λεόν Μπλουμ, ο πρωθυπουργός της, μιλούσε με δάκρυα στα μάτια σε συγκεντρώσεις αλληλεγγύης στην Ισπανία «για τον σύντροφο μιλισιάνο (πολιτοφύλακα) που πέφτει στο πεδίο της μάχης». Όμως, το Γενικό Επιτελείο του Γαλλικού στρατού με το ζόρι έκρυβε τις συμπάθειές του για τον Φράνκο. Το Ριζοσπαστικό Κόμμα που συμμετείχε στην κυβέρνηση δεν ήθελε με τίποτα να βοηθήσει την «κόκκινη» Ισπανία. Έτσι, η αριστερή κυβέρνηση της Γαλλίας άφησε αβοήθητη την αριστερή κυβέρνηση της Ισπανίας.

Η Ρωσία του Στάλιν έστειλε όπλα στην Ισπανία. Η Κομιντέρν οργάνωσε την αποστολή χιλιάδων αντιφασιστών στις Διεθνείς Ταξιαρχίες. Όμως, για τον Στάλιν η βοήθεια στην Ισπανική Δημοκρατία ήταν κομμάτι της προσπάθειάς του να συγκροτήσει μια συμμαχία με την Γαλλία και την Αγγλία ενάντια στην Γερμανία. Όταν αυτή η προσπάθεια κατέληξε σε αδιέξοδο, ο Στάλιν έχασε το ενδιαφέρον του για την Ισπανία. Η βοήθεια άρχισε να μειώνεται από τα μέσα του 1937 και οι Διεθνείς Ταξιαρχίες αποσύρθηκαν την άνοιξη του 1938.

Επαναστατικά πειράματα

Η προσπάθεια προσεταιρισμού των «δημοκρατικών» ιμπεριαλιστικών χωρών, είχε συγκεκριμένες επιπτώσεις στην ίδια την Ισπανία. Ο Στάλιν δεν ήθελε επαναστατικά πειράματα στην Ισπανία που θα τρόμαζαν την Αγγλία και την Γαλλία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας ακολούθησε πιστά αυτή την γραμμή. Πρώτα θα κερδίσουμε τον πόλεμο, έλεγε, και μετά μπορούμε να μιλήσουμε για την κοινωνική αλλαγή.

Αυτό σήμαινε ότι η πολιτική του ήταν αντεπαναστατική. Το κόμμα και η επίσημη κυβέρνηση έκαναν τα πάντα για να διαλύσουν όλα τα έμβρυα επαναστατικής εξουσίας που είχαν χτίσει οι εργάτες και οι αγρότες μετά τον Ιούλη του 1936. Τα εργοστάσια έπρεπε να επιστρέψουν στους παλιούς ιδιοκτήτες –αν είχαν περάσει στον Φράνκο μπορεί να τα αναλάμβανε προσωρινά το κράτος, αλλά χωρίς εργατικό έλεγχο. Οι τράπεζες παρέμειναν στα χέρια των τραπεζιτών. Στην ύπαιθρο έπρεπε να διαλυθούν οι συνεταιρισμοί κι οι κολεκτίβες. Κι η παλιά στρατιωτική πειθαρχία με τους αξιωματικούς, τις χαιρετούρες και τα «προσοχές» έπρεπε να επανέλθει στο μέτωπο: ο στρατός έπρεπε να γίνει «επαγγελματικός».

Τον Μάη του 1937 αυτές οι πιέσεις έφτασαν στο αποκορύφωμά τους και ξέσπασαν βίαια στο κέντρο της επανάστασης, την Βαρκελώνη. Ο διοικητής της αστυνομίας (μέλος του ΚΚ) έστησε μια προβοκάτσια, οργανώνοντας επίθεση στο κτίριο της Τηλεφωνικής Εταιρείας που έλεγχε μια κοινή επιτροπή εργατών της CNT (αναρχοσυνδικαλιστές) και της UGT (σοσιαλιστές). Οι εργάτες της Βαρκελώνης απάντησαν στήνοντας εκατοντάδες οδοφράγματα.

Τα οδοφράγματα αποσύρθηκαν μετά από την παρέμβαση της ηγεσίας της CNT και της FAI (Ομοσπονδία Αναρχικών Ιβηρικής). Μετά τον συμβιβασμό ήρθε η καταστολή. Εκατοντάδες εργάτες συνελήφθησαν με την κατηγορία του «προβοκάτορα». Πολλοί δολοφονήθηκαν από την αστυνομία. Οι επαναστάτες του POUM ήταν ο πρώτος στόχος: ο ηγέτης του Αντρές Νιν δολοφονήθηκε, εκατοντάδες μέλη του οδηγήθηκαν στις φυλακές. Στη συνέχεια ήρθε το βαθμιαίο ξήλωμα όλων των εργατικών κατακτήσεων.

Τον Νοέμβρη του 1936 η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου ανασχηματίστηκε και πρωθυπουργός έγινε ο ηγέτης της αριστερής πτέρυγας των Σοσιαλιστών, ο Λάργκο Καμπαγιέρο. Δυο κομμουνιστές μπήκαν επίσης στην κυβέρνηση. Όμως, το πιο εντυπωσιακό και αναπάντεχο ήταν η είσοδος δυο αναρχικών στην κυβέρνηση. Η Φεντερίκα Μοντσενί έγινε υπουργός Υγείας και ο Χουάν Γκαρθία Ολιβέρ Δικαιοσύνης.

Οι αναρχικοί διακήρυτταν για δεκαετίες την απέχθειά τους για οποιαδήποτε επαφή με την «πολιτική». Απέρριπταν κάθε κράτος –και το εργατικό. Όμως, για να κερδηθεί ο πόλεμος ενάντια στους φασίστες χρειαζόταν οργανωμένη, συγκεντρωτική βία –δηλαδή κράτος. Και μιας που στη θεωρία των αναρχικών δεν υπήρχε καμιά θέση για το κράτος της εργατικής τάξης, παραδόθηκαν πανηγυρικά στο αστικό κράτος βαφτίζοντας το κρέας ψάρι: ήταν πλέον «αντιφασιστικό», όχι «δεσποτικό».

Το 1936 η εργατική τάξη στην Ισπανία είχε πίσω της πέντε χρόνια σκληρών αγώνων και ριζοσπαστικοποίησης των ιδεών της. Μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει από το 1931 όταν μια επανάσταση έριξε την δικτατορία και κατάργησε τη μοναρχία. Οι εμπειρίες αυτών των χρόνων σήμαιναν ότι το 1936 η τάξη ξεκινούσε την επανάστασή της από καλύτερο σημείο ακόμα και σε σχέση με την εργατική τάξη της Ρωσίας το 1917.

Οι αντιφασιστικές επιτροπές, τα εργοστασιακά συμβούλια, οι εργατικές πολιτοφυλακές ήταν τα ανάλογα των σοβιέτ στην Ρωσία. Όμως, υπήρχε μια κρίσιμη διαφορά. Στην Ρωσία τα σοβιέτ έγιναν πολιτικά όργανα πάλης και εξουσίας. Συντονίστηκαν, έκαναν συνέδρια όπου αντιπαρατέθηκαν τα διαφορετικά προγράμματα για την επανάσταση. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε στην Ισπανία. Οι αναρχικοί αντιμετώπιζαν την επανάσταση σαν μια διαδικασία που ξεδιπλώνεται σε χιλιάδες σημεία χωρίς να χρειάζεται κεντρικές μάχες. Οι αριστεροί σοσιαλιστές πίστευαν ότι αρκούσε μια αριστερή κυβέρνηση για να γίνει το κράτος επαναστατικό. Και οι επαναστάτες, κυρίως μέσα στο POUM, ήταν μόλις λίγες χιλιάδες και με μπερδεμένη πολιτική.

Η επανάσταση τσακίστηκε. Όμως, αυτό δεν εξασφάλισε ούτε την υποστήριξη των «δημοκρατικών» κυβερνήσεων του εξωτερικού, ούτε επιτυχίες στη διεξαγωγή του πολέμου. Για να κερδηθεί ο πόλεμος χρειαζόταν η επανάσταση, όχι το αντίστροφο, όπως υποστήριζαν οι σταλινικοί. Από την στιγμή που το επαναστατικό κύμα κάμφθηκε, ήταν ζήτημα χρόνου η πλάστιγγα να γύρει στο πλευρό του πιο ισχυρού στρατιωτικά –του Φράνκο και των φασιστών.

Η Ισπανική Επανάσταση του 1936 μπορούσε να αλλάξει την πορεία του κόσμου. Δεν τα κατάφερε κι ο κόσμος όλος κύλησε στην βαρβαρότητα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, του Άουσβιτς και της Χιροσίμα.