Γαλλία 1944: Εβραίοι, Μετανάστες & Κομμουνιστές, του Ιάσονα Χανδρινού

Τον Φλεβάρη του 1944 μια κόκκινη αφίσα γεμίζει τους τοίχους του Παρισιού. «Ελευθερωτές;» ρωτούσε με μεγάλα γράμματα και από κάτω, είχε τις φωτογραφίες 23 «τρομοκρατών» με προτίμηση στους Εβραίους δίπλα σε φωτογραφίες εκτροχιασμένων τρένων και πτωμάτων. «Στρατιά του εγκλήματος!» ήταν το συμπέρασμα.

Το μήνυμα ήταν σαφές: μετανάστες, εβραίοι, κομμουνιστές απειλούν την ησυχία και την ασφάλεια των «πραγματικών Γάλλων». Η εξάρθρωση αυτής της ομάδας των «επικίνδυνων ξένων» ήταν μια επιτυχία της Γαλλικής αστυνομίας. Είχε πολύχρονη εμπειρία όχι μόνο στη «δίωξη του κομμουνισμού» αλλά και στις ρατσιστικές διώξεις.

Το 1940, μετά την κατάρρευση του Γαλλικού στρατού, την εξουσία ανέλαβε ο στρατάρχης Πεταίν –νομότυπα: υπερψηφίστηκε από την βουλή. Αυτό ήταν το καθεστώς του Βισί (από την πόλη που έδρευε η κυβέρνηση). Η άρχουσα τάξη, ο διοικητικός μηχανισμός, οι επιχειρηματίες και τα σώματα ασφαλείας στη Γαλλία είχαν μπει σε ρυθμούς στενής συνεργασίας με τους Ναζί.

«Οι παρίες της Αντίστασης»

Όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας αποφάσισε το καλοκαίρι του 1941 να ξεκινήσει την ένοπλη πάλη, χρειαζόταν τους κατάλληλους ανθρώπους. Έπρεπε να βράζουν κυριολεκτικά από μίσος κατά των Ναζί, των δοσιλόγων και των σωμάτων ασφαλείας, να έχουν ζήσει κυνηγητό, παρανομία και διώξεις, να ρέπουν στην ένοπλη εκδίκηση. Μια κατηγορία που πληρούσε αυτές τις προϋποθέσεις ήταν οι μετανάστες. Στη Γαλλία υπήρχαν εκατομμύρια μετανάστες στον Μεσοπόλεμο, από την Πολωνία, χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, την Ιταλία. Βίωναν εξευτελιστικούς ελέγχους και συνθήκες υπερεκμετάλλευσης.

Από το 1938, ο αριθμός των μεταναστών στη Γαλλία είχε αυξηθεί απότομα, από νεαρούς Ιταλούς, Πολωνούς, Ούγγρους και Ρουμάνους πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στη Γαλλία ως πολιτικοί πρόσφυγες ή οικονομικοί μετανάστες (και τα δύο μαζί), μετά το τέλος του ισπανικού εμφυλίου και, κυρίως, μετά την έναρξη του Πολέμου. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν Εβραίοι, δηλαδή πολλαπλά στιγματισμένοι, που ζούσαν στο περιθώριο των κατεχόμενων πόλεων και κάτω από το συνεχές κυνηγητό των γαλλικών αρχών και των Ναζί.

Αυτοί οι νεαροί μετανάστες (ο ιστορικός Claude Levy τους ονόμασε «οι παρίες της Αντίστασης») ανήκαν οργανωτικά στο «Main d’ Oeuvre Immigrée» (MOI) («Εργατικό Κίνημα Μεταναστών») και μολονότι δεν ήταν μέλη του κόμματος, αποτελούσαν την απόλυτη ενσάρκωση του ακτιβισμού. Βρίσκονταν εκ των πραγμάτων στην παρανομία, ενώ όσοι από αυτούς ήταν Εβραίοι, γνώριζαν πως τουλάχιστον κάποιος συγγενής ή ολόκληρη η οικογένειά τους είχε συλληφθεί, και είχαν σίγουρα πολύ περισσότερο μίσος από οποιονδήποτε για τους εχθρούς, είτε επρόκειτο για Γερμανούς είτε για δοσιλόγους. Γνώριζαν πολύ καλά τι τους περίμενε σε περίπτωση σύλληψης και δεν είχαν τίποτε να χάσουν.

Το δρόμο για την ένοπλη δράση άνοιξαν τα «Τάγματα της Νεολαίας» (Battalions de la Jeunesse), μικρές ομάδες από νεαρά και αποφασισμένα μέλη του Κόμματος, οι περισσότεροι ήδη βετεράνοι του ισπανικού εμφυλίου. Από τις αρχές Αυγούστου, μικρές δολιοφθορές έσπασαν τη σιωπή στη Γαλλία μετά από ένα χρόνο κατοχής. Στις 14 Αυγούστου, πραγματοποιήθηκε σαμποτάζ σε εργοστάσιο υποβρυχίων στην πόλη Βιτρύ, από την ομάδα του Μωρίς λε Μπερ (ψευδώνυμο «Noel» =Χριστούγεννα) ο οποίος ανακατεύτηκε μαζί με τους εργάτες και έριξε βόμβες μολότωφ στις αποθήκες. Στο Παρίσι, κάθε πυρήνας είχε εντολή να βρει τον «Γερμανό» του, να παρακολουθεί τις κινήσεις του και να τον εκτελέσει μόλις δοθεί η ευκαιρία. Ο λε Μπερ είχε φύγει από το Παρίσι, αφότου είχε σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια έναν Γερμανό υπαξιωματικό, την ώρα που εβγαινε από ένα πορνείο. Ήταν η πρώτη πράξη εκδίκησης για τη σύλληψη και εκτέλεση του συντρόφου τους, Aντρέ Μασσερόν στις 24 Ιουλίου. Η «όρεξη» των κομμουνιστών νεολαίων άνοιξε μετά τις 13 Αυγούστου, όταν μια ημιπαράνομη συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην εργατική συνοικία Σαν Ντενί (ίσως η πρώτη ανοιχτή εκδήλωση στο Παρίσι) οδήγησε στη σύλληψη δυο διαδηλωτών, του Ανρί Γκωτερό και του Πολωνοεβραίου Σμουέλ Τίζελμανν –και οι δύο μέλη των «Ταγμάτων»– που τελικά εκτελέστηκαν στις 19 Αυγούστου.

Στις 21 Αυγούστου, ο αξιωματικός του γερμανικού ναυτικού Αλφόνς Μοζέρ πυροβολήθηκε μπροστά στα μάτια χιλιάδων πολιτών, στην αποβάθρα του σταθμού Barbès-Rocheouart, στην περιοχή της Μονμάρτης από την ομάδα του Πιερ Ζωρζ. Ήταν η πρώτη δημόσια εκτέλεση Γερμανού σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη. Από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο, περισσότεροι από δέκα Γερμανοί είχαν σκοτωθεί και αρκετοί άλλοι είχαν τραυματιστεί από σφαίρες αγνώστων σε διάφορα σημεία του Παρισιού. Στις 28 Νοεμβρίου, το γερμανικό μητροπολιτικό φρουραρχείο απέκλεισε όλη την περιοχή της Μονμάρτης, μετά από μια μεγάλη έκρηξη βόμβας σε ξενοδοχείο που κατέληξε στο θάνατο και τον τραυματισμό πολλών στρατιωτικών. Οι ομάδες ταξίδευαν με ακραία μυστικότητα και σε άλλες πόλεις. Ανάμεσα στα θύματα των «Ταγμάτων» ήταν επίσης ο Γερμανός Φρούραρχος της Νάντης (20 Οκτωβρίου) και την επόμενη ημέρα, ο Στρατιωτικός Σύμβουλος του Φρουραρχείου του Μπορντώ. Ως το τέλος του 1941, είχαν πραγματοποιηθεί 68 επιθέσεις και δολιοφθορές, μεταξύ των οποίων πολλοί εκτροχιασμοί αμαξοστοιχιών και βομβιστικές επιθέσεις σε γερμανικούς κινηματογράφους. Ήταν οι πιο δυναμικές ενέργειες που είχε γνωρίσει μέχρι τότε η κατεχόμενη Ευρώπη, από μια ομάδα ανθρώπων που δεν ξεπερνούσαν τους 100 σε όλη τη Γαλλία.

Η ένοπλη πάλη του «Εργατικού Κινήματος Μεταναστών»

Οι Γερμανοί απάντησαν με σκληρά αντίποινα που στοχοποιούσαν κατά πλειοψηφία Εβραίους και κομμουνιστές, ενώ οι γαλλικές αρχές –πιστές στο δοσιλογικό τους καθήκον –κυνήγησαν και εξάρθρωσαν τα «Τάγματα Νεολαίας» και το «Απόσπασμα Βαλμύ», μια ακόμα ειδική ένοπλη οργάνωση του ΚΚΓ, σε συνδυασμένες επιχειρήσεις από την άνοιξη ως το φθινόπωρο του 1942. Τη σκυτάλη πήρε το «Εργατικό Κίνημα Μεταναστών». Στο μεσοπόλεμο ανήκε στην CGT-U, την συνδικαλιστική ομοσπονδία του ΚΚΓ, και τώρα ήταν ενταγμένο στην βασική πλέον ένοπλη οργάνωση του ΚΚΓ, τους Franc Tireurs et Partisans / FTP (Ελεύθεροι Σκοπευτές και Αντάρτες), ως «FTP-MOI».

Από τα τέλη του 1942, η δράση στις πόλεις ανατέθηκε αποκλειστικά σε αυτή τη χούφτα αποφασισμένων μεταναστών οι οποίοι ελέγχονταν απευθείας από το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΓ, μέσω του γραμματέα, Ζακ Ντυκλώ. Ο πιο δυναμικός πυρήνας δραστηριοποιήθηκε στο Παρίσι, στην καρδιά της ναζιστικής Κατοχής, με αρχηγούς τον Μπορίς Χόλμπαν και έπειτα τον Μισσάκ Μανουσσιάν (εβραίος αρμενικής καταγωγής).

Στις 5 Αυγούστου 1942, ισχυρές εκρήξεις συγκλόνισαν το στάδιο Jean Bouin, στο 16ο Διαμέρισμα του Παρισιού, κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα γερμανικών μονάδων. Τέσσερις στρατιώτες σκοτώθηκαν, πολλοί τραυματίστηκαν σοβαρά. Τον Απρίλιο, τον Μάιο και τον Ιούνιο, ο ήχος από τις χειροβομβίδες του Εργατικού Κινήματος Μεταναστών, που επιτίθενταν σε αστυνομικούς, γερμανικές περιπόλους και φυλάκια γινόταν το σύνθημα του αγώνα. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1943, εκτελέστηκε ο συνταγματάρχης των Ες-Ες, Γιούλιους Ρίττερ, επόπτης της γαλλικής «Υπηρεσίας Αναγκαστικής Εργασίας» (Service du Travail Obligatoire –STO), υπεύθυνος για την επιστράτευση Γάλλων εργατών για τα γερμανικά πολεμικά εργοστάσια. Ήταν η πιο εντυπωσιακή ενέργεια της Ομάδας Μανουσσιάν και ταυτόχρονα μια από τις σημαντικότερες συμβολές των ανταρτών πόλης στο μαζικό εργατικό κίνημα.

Σύντομα συγκροτήθηκαν γκρούπες σε Μασσαλία (εργατούπολη και τόπος υποδοχής χιλιάδων μεταναστών από την Ισπανία και την κατεχόμενη Ευρώπη), Τουλούζη, Λυών και Γκρενόμπλ. Στις δύο τελευταίες πόλεις, δρούσαν αντίστοιχα οι ομάδες «Καρμανιόλα» («Carmagnole») και η «Ελευθερία» («Liberté»). Και οι δύο μαζί είχαν 96 θύματα σε διάφορες επιχειρήσεις και δολιοφθορές, 29 ήταν Πολωνοί Εβραίοι, 5 Ούγγροι και Ρουμάνοι Εβραίοι, 17 Ιταλοί, 23 Γάλλοι (οι δύο εβραϊκής καταγωγής), 5 Ισπανοί (βετεράνοι του ισπανικού εμφυλίου), 7 Πολωνοί, 2 Αρμένιοι, 1 Γερμανός και 7 αγνώστου εθνικότητας.

Οι «μπάτσοι» (flics) των Ειδικών Ταξιαρχιών στο Παρίσι, που έπνεαν μένεα γι’ αυτούς τους «θρασείς τρομοκράτες» ξετύλιξαν το νήμα στα τέλη του 1943. Συνολικά 23 μέλη της Ομάδας Μανουσσιάν συνελήφθησαν και δικάστηκαν από γερμανικό στρατοδικείο τον Φεβρουάριο του 1944. Όλοι, εκτός από δύο, εκτελέστηκαν (μαζί με τον αρχηγό τους) στις 21 Φεβρουαρίου. Μια κοπέλα, η Όλγα Μπάνσιτς αποκεφαλίστηκε αργότερα σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μετά την εκτέλεση, οι κατοχικές αρχές κυκλοφόρησαν την προπαγανδιστική αφίσα με τα πρόσωπα και τα ονόματά τους, γνωστή ως «κόκκινη αφίσα» (L’ affiche rouge). Η αντισημιτική προπαγάνδα των Ναζί και των Γάλλων δοσιλόγων εκμεταλλευόταν την πολλαπλά περιθωριακή ταυτότητα των θυμάτων (Εβραίοι, μετανάστες και κομμουνιστές).

Η αφίσα έγινε αμέσως σύμβολο του αντιφασιστικού αγώνα και παράλληλα, διαχρονικό μάθημα ταξικής αλληλεγγύης.

Διαβάστε επίσης: “Τόμι” του Alain Blottiere, εκδόσεις Πόλις - βιβλιοκριτική του στο περιοδικό “Σοσιαλισμός από τα Κάτω” νο. 96