Αποχαιρετισμός στον Αλέν Ρενέ

Έγινε γνωστός με το ντοκιμαντέρ «Νύχτα και καταχνιά» που γύρισε το 1955 σχετικά με τα στρατόπεδα εξόντωσης των Εβραίων από τους ναζί. Ήταν η πρώτη απόπειρα μετά το Β’΄Παγκόσμιο Πόλεμο να παρουσιαστεί το Ολοκαύτωμα στην οθόνη και είχε αφηγητή τον επιζώντα Ζαν Καϊρόλ.

Η ταινία έκανε πάταγο, ενόχλησε και τελικά πετσοκόφτηκε από τη γαλλική λογοκρισία για τη ρεαλιστική απεικόνιση της εξολόθρευσης αλλά κυρίως γιατί έδειχνε τους συνεργάτες των ναζί μέσα στον γαλλικό κρατικό μηχανισμό. Πολύ αργότερα η κόπια αποκαταστάθηκε και σήμερα αποτελεί ταινία αναφοράς. Ο Ρενέ δεν είχε διστάσει να συγκρουστεί με τις κυρίαρχες αστικές αντιλήψεις. Είχε προηγηθεί το ντοκιμαντέρ «Γκερνίκα» (1950), για την ισοπέδωση της βασκικής πόλης από τα βομβαρδιστικά του Χίτλερ και το εξαιρετικό «Και τα αγάλματα πεθαίνουν»(1953), μαζί με τον συνοδοιπόρο Κρις Μαρκέρ, μια πολεμική που έδειχνε πώς η τέχνη των λαών της υποσαχάριας Αφρικής (γλυπτά και μάσκες) βεβηλώνεται και καταστρέφεται από τη γαλλική αποικιοκρατία. Και αυτη η ταινία λογοκρίθηκε άγρια. Το γαλλικό κατεστημένο θα στεκόταν και στο μέλλον κατά του έργου του.

Η πρώτη του ταινία μυθοπλασίας ήταν το αξέχαστο «Χιροσίμα αγάπη μου» (1959), σε σενάριο της Μαργκερίτ Ντιράς. Μέσα σε 36 ώρες από τη ζωή ενός ζευγαριού, ενός Ιάπωνα αρχιτέκτονα και της Γαλλίδας ηθοποιού φίλης του και με αλλεπάλληλα φλας-μπακ κατάφερε να παντρέψει τη μυθοπλασία (σχέση που τελειώνει) με το ντοκιμαντέρ (τι σήμανε για την ανθρωπότητα και για την ιστορία η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα και ο Β’΄Παγκόσμιος Πόλεμος. Δίκαια θεωρείται από τις ταινίες που άλλαξαν την πορεία του ευρωπαϊκού σινεμά.

Βρισκόμαστε στο 1959, καλλιτεχνικές διεργασίες βρίσκονται σε εξέλιξη προσπαθώντας να ριζοσπαστικοποιήσουν τον κινηματογράφο αλλάζοντας τη μορφή και το περιεχόμενο σε σχέση με τα κυρίαρχα πεπατημένα πρότυπα. Την ίδια χρονιά ο Φρανσουά Τριφό βγάζει το «Τετρακόσια χτυπήματα» και ένα χρόνο μετά ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ το «Με κομμένη την ανάσα». Η Νουβέλ Βαγκ, το γαλλικό Νεο Κύμα είχε γεννηθεί. Ένα κίνημα εικονοκλαστικό που απαιτούσε από το σινεμά να εγκαταλείψει τον ακαδημαϊσμό και τη συντήρηση και να ασχοληθεί με άμεσα και τολμηρά πολιτικά θέματα. Ο Ρενέ ήταν παιδί αυτής της διαδικασίας, όχι όμως με την κλασική ομάδα του περιοδικού «Κινηματογραφικά τετράδια» και τους Γκοντάρ, Τριφό, Σαμπρόλ, Ρομέρ. Μαζί με τον Κρις Μαρκέρ, τον Ρισάρ Ρου, την Ανιές Βαρντά και τους συγγραφείς Ντιράς και Μελβίλ συγκρότησαν την ομάδα της «Αριστερής όχθης» (του Σηκουάνα), όχι σε αντιπαράθεση με τη «δεξιά όχθη» αλλά περισσότερο στο ότι ήταν πιο κοντά στα εικαστικά και τη λογοτεχνία και πιο ανοιχτά στρατευμένοι στην αριστερά.

Ένα χρόνο μετά, ο Ρενέ θα γυρίσει το «Πέρσι στο Μαρίενμπαντ», μια σουρεαλιστική ταινία, βουτιά στο υποσυνείδητο και στο παιχνίδι της μνήμης σε σχέση με τη φαντασία, πολύ μοντέρνα και πρωτοποριακή που δίχασε κριτικούς και κοινό. Οι επόμενες ταινίες του είναι αιχμηρές πολιτικά. Με το «Μύριελ» (1963) επαναφέρει μνήμες της γαλλικής αποικιοκρατίας στην Αλγερία. Έχει εν τω μεταξύ υπογράψει το «μανιφέστο των 121» υπέρ του αγώνα για την ανεξαρτησία της Αλγερίας. Επίσης γύρισε το «Ο πόλεμος τελείωσε» σε σενάριο Χόρχε Σεμπρούν, με θέμα την αντίσταση στην Ισπανία του Φράνκο και το 1967 το συλλογικό ντοκιμαντέρ «Μακριά από το Βιετνάμ».

Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, οι ταινίες του πολιτικολογούν σαφώς λιγότερο, χωρίς όμως να παύουν να είναι πολιτικές, με την έννοια του ότι αποκαλύπτουν αθέατες πλευρές της ανθρώπινης συνείδησης που συναντιέται με την εξωτερική – αντικειμενική πραγματικότητα. Ξεχωρίζει το «Θεια πρόνοια» (1977), «Ο θείος μου από την Αμερική» (1980), «Η αγάπη είναι ένα ρομάντσο» (1983), «Smoking/No smoking»(1993), «Ιδιωτικοί φόβοι σε δημόσιους χώρους» (2006) και πολλές άλλες.

Δήμητρα Κυρίλλου