Για το θανάσιμο έγκλημά της κατέληξε σ’ένα μοναστήρι όπου γέννησε ένα αγόρι και δούλεψε σαν πλύστρα για χρόνια προκειμένου να ξεπληρώσει τη χάρη, ενώ υποχρεώθηκε να υπογράψει ότι αποποιείται κάθε γονεϊκό δικαίωμα στο παιδί. Αιφνιδιαστικά, οι καλόγριες «έδωσαν» τον μικρό Άντονι για υιοθεσία σε μια πλούσια αμερικανική οικογένεια και η Φιλομένα δεν τον ξαναείδε. Παρόλο που «έφτιαξε» τη ζωή της, σαν νοσοκόμα και κανοντας τη δική της οικογένεια, δεν έπαψε να σκέφτεται το παιδί της και πενήντα χρόνια αργότερα αποφάσισε να το αναζητήσει καταφεύγοντας στη βοήθεια του Μάρτιν Σίξμιθ.
Ο Μάρτιν είναι μεγαλο-δημοσιογράφος, πρών υψηλόβαθμο στέλεχος επικοινωνίας του Εργατικού κόμματος που κατέληξε αποδιοπομπαίος τράγος μιας κρίσης στις δημόσιες σχέσεις του κόμματος. Εντελώς τυχάρπαστα αποφασίζει να ασχοληθεί με τη Φιλομένα, προσδοκώντας περισσότερο μια νέα εκδοτική ευκαιρία και λιγότερο έως καθόλου το να λάμψει η αλήθεια.
«Λαυράκι»
Το μοναστήρι αποδείχτηκε ερμητικά κλειστό σε οποιαδήποτε πληροφορία για τον πιτσιρικά, οπότε με τη χρηματοδότηση της εκδότριας του Μάρτιν -που αναζητούσε ένα δημοσιογραφικό «λαυράκι»- ο Μάρτιν και η Φιλομένα ταξιδεύουν στις ΗΠΑ για να βρουν τα ίχνη του γιού.
Εδώ η ταινία μετατρέπεται σε road-movie χαρακτήρων, με κεντρικό στοιχείο τη συνάντηση του σοφιστικέ, κυνικού, άθεου (φυσικά), ολίγον σνομπ Μάρτιν με την ταπεινή, σταθερά και παραδόξως πιστή καθολική νοσοκόμα που συγκινείται διαβάζοντας αισθηματικές νουβέλες του συρμού και εντυπωσιάζεται με κάθε τι στο ταξίδι. Καθώς τα ευρήματα για τον Άντονι κάνουν την αλήθεια όλο και πιο στενάχωρη και δύσκολη, η Φιλομένα θα βρεθεί αντιμέτωπη με τις ενοχές της, τις παγίδες της δημοσιότητας, την ίδια της την πίστη και θα αποδειχτεί παλληκάρι. Δεν είναι μόνο επίμονη και δυνατή αλλά τελικά διαθέτει υψηλότερη συναισθηματική νοημοσύνη και από τον εξυπνάκια δημοσιογράφο, στον οποίο βάζει κυριολεκτικά τα γυαλιά.
Η ταινία του Φρίαρς λειτουργεί σαν κριτική στον καθολικισμό και καλά κάνει. Έχει αποδειχτεί πια ότι τα μοναστήρια εκμεταλλεύονταν τις ανύπαντρες μητέρες βάζοντάς τις να δουλεύουν σαν σκλάβες και πουλώντας τα παιδιά επί αμοιβή, γι’αυτό επέμεναν να μη δίνουν κανένα στοιχείο γι’αυτά. Ταυτόχρονα όμως είναι κι ένας ύμνος στις χιλιάδες Φιλομένες της εργατικής τάξης που έζησαν μια ζωή μέσα στην ενοχή αξίζοντας αν μη τι άλλο την αξιοπρέπεια και την αλήθεια για τα παιδιά τους.

