Πολιτική
“Έντιμοι" και “αμοιβαίοι” συμβιβασμοί που γίνονται τελεσίγραφα
Τις μέρες που μεσολάβησαν ανάμεσα στα Eurogroup της Τετάρτης 11/2 και της Δευτέρας 16/2, δεν έλειψαν οι δηλώσεις και οι προβλέψεις για ένα «έντιμο συμβιβασμό», μια «win-win συμφωνία».
Η Μέρκελ δήλωσε ότι η ιστορία της ΕΕ είναι μια ιστορία «αμοιβαίων συμβιβασμών» και ο Βαρουφάκης δεν δίστασε να επαναλάβει ακόμα και μετά την ψυχρολουσία το βράδυ της Δευτέρας την πεποίθησή του ότι θα υπάρξει «τίμια συμφωνία».
Όμως δεν υπάρχει τίποτα τίμιο, πόσο μάλλον «αμοιβαίο», σε αυτήν τη διαπραγμάτευση.
Η μια πλευρά από την πρώτη στιγμή εκβιάζει ασταμάτητα, άλλοτε κουνώντας το δάχτυλο αλά Σόιμπλε και άλλοτε πίσω από πλατιά χαμόγελα αλά Ρέντσι. Ενώ η άλλη πλευρά ακροβατεί ανάμεσα σε κινήσεις «καλής θέλησης» και επικλήσεις στην κοινή λογική μπας και συγκινηθούν –οι «συμπαθούντες εταίροι». Η μια πλευρά ξεκινάει για να τα πάρει όλα και συνεχώς πιέζει. Η άλλη πλευρά συνεχώς υποχωρεί.
Η «διαπραγμάτευση» εκ μέρους των «εταίρων» ξεκίνησε άγρια από την πρώτη κιόλας στιγμή με την απόφαση της ΕΚΤ να σταματήσει να δέχεται ως ενέχυρο τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου απειλώντας δηλαδή να κόψει την χρηματοδότηση.
Την απόφαση της ΕΚΤ συνόδευσε η απαίτηση των πολιτικών εκπροσώπων των δανειστών για παράταση του μνημονίου. Ακολούθησαν υποβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας και τραπεζών από τις λεγόμενες «αγορές» καθώς και η συνέχιση των εκροών καταθέσεων που από τις 9 Δεκεμβρίου έως και σήμερα εκτιμάται ότι έχουν φτάσει τα 22 δισ. ευρώ.
Έτσι φτάσαμε στο Eurogroup της 11/2, στο οποίο (όπως αποκαλύφθηκε σε ανεπίσημο σημείωμα της κυβέρνησης που έβγαλε στη δημοσιότητα το ΑΠΕ), κυβερνητικοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι «υπήρξαν απειλές ότι εάν δεν υπογράφαμε την παράταση του Μνημονίου δεν θα υπήρχε συνέχεια των διαβουλεύσεων». Η ελληνική κυβέρνηση, μετά από ταλαντεύσεις αποφάσισε να μην καταλήξει σε συμφωνία ζητώντας καλύτερες «διατυπώσεις».
Στην συνάντηση Τσίπρα-Ντάισελμπλουμ, στο περιθώριο της διάσκεψης κορυφής των ηγετών της ΕΕ στις 12/2, αποφασίστηκε έναρξη συνομιλιών ανάμεσα σε τεχνικές ομάδες που θα συζητούσαν τα «ισοδύναμα μέτρα», μέχρι στο Eurogroup της 16/2 να λυνόνταν και τα πολιτικά ζητήματα των «διατυπώσεων». Την ίδια μέρα πάρθηκε η απόφαση για αύξηση κατά 5 δισ. ευρώ του συνολικού ποσού της χρηματοδότησης που μπορούν να λάβουν οι ελληνικές τράπεζες μέσω του μηχανισμού ELA. Τα ΜΜΕ παρουσίαζαν αρχικά την εικόνα ότι η συμφωνία στο νέο Eurogroup της Δευτέρας είχε ήδη κλείσει.
Απειλές
Αυτό που ακολούθησε ήταν ένα μπαράζ δηλώσεων στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Ο Ντάισενμπλουμ απείλησε ανοιχτά: «Δεν εκταμιεύουμε χρήματα παρά μόνο όταν υλοποιούνται πρόοδοι και όταν υλοποιούνται νέες μεταρρυθμίσεις και αυτό δεν συμβαίνει πλέον εδώ και μήνες». Ο εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών, Μάρτιν Γιέγκερ δεν διστάζει να κάνει και «πλάκα» για το ζήτημα των «διατυπώσεων: «Ευχαρίστως να σταματήσουμε να το αποκαλούμε ‘τρόικα', αλλά οι τρεις θεσμοί θα πρέπει να συνεχίσουν τον εποπτικό τους ρόλο στην Ελλάδα. Από σεβασμό προς τους έλληνες φίλους μας στο εξής η τρόικα δεν θα λέγεται τρόικα».
Πώς αντιμετώπισε τους εκβιασμούς όλο αυτό το διάστημα η ελληνική κυβέρνηση;
Πριν ακόμα καν η ΕΚΤ σταματήσει να δέχεται τα ελληνικά ομόλογα, ο Βαρουφάκης είχε ήδη προτείνει σαν εκκίνηση (!) διαπραγμάτευσης την αποδοχή του «καλού» 70% του μνημονίου και την ανάγκη εύρεσης ισοδυνάμων για το «τοξικό» 30%.
Ακολούθησαν αδέξιες προσπάθειες του Γ. Σακελλαρίδη να «ερμηνεύσει» αυτήν την δήλωση, αλλά και αντίθετες τοποθετήσεις όπως του Παναγιώτη Λαφαζάνη στην Βουλή – «ούτε 50, ούτε 60%, ούτε 70%, μνημόνιο και τρόικα τέλος»!
Δυστυχώς, τίποτα δεν τελείωσε. Σε έκτακτη σύσκεψη μετά το Eurogroup της Τετάρτης 11/2 και την Σύνοδο Κορυφής της Πέμπτης 12/2, σύσκεψη της οποίας ηγήθηκε ο Γιάννης Δραγασάκης, αποφασίστηκε το συμβούλιο εμπειρογνωμόνων που θα συμμετείχε στις «τεχνικές διαβουλεύσεις» συγκεκριμενοποιώντας μάλιστα το «καλό» 70% του μνημονίου σε 11 «προαπαιτούμενα» και το «κακό» 30% σε 5. Ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής εμπειρογνωμόνων ήταν και η διαβόητη πρώην βουλευτής, σύμβουλος του ΓΑΠ και στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ε. Παναρίτη…
Αναδίπλωση
Πρόκειται για ταχύτατη αναδίπλωση. Δεν έχει περάσει ούτε ένας μήνας από τις 23 Γενάρη όταν ο Τσίπρας δήλωνε ότι «την επομένη των εκλογών μνημόνια τέλος». Και σήμερα η κυβέρνηση θέτει υπό συζήτηση με τους «δανειστές» ακόμα και το 30% που υποτίθεται είναι το μόνο «τοξικό» και πρέπει να αλλάξει.
Φυσικά ούτε αυτό τους ικανοποίησε. Το πρωί της Δευτέρας 16/2 ο Σόιμπλε άνοιξε τη μέρα με τη δήλωση «λυπάμαι τους έλληνες». Ακολούθως ο Ντάισενμπλουμ πήγε στο νέο Eurogroup και (αφού δήλωσε «απογοητευμένος από την πρόοδο των τεχνικών επιτροπών») παρουσίασε ένα κείμενο συμφωνίας με στόχο ακόμα και στο επίπεδο των διατυπώσεων να εξευτελίσει τον ΣΥΡΙΖΑ στέλνοντας ταυτόχρονα μήνυμα στους εργαζόμενους και τους λαούς ολόκληρης της ΕΕ.
Δυστυχώς η απάντηση της κυβέρνησης στη νέα επίθεση ήταν το (κατά Βαρουφάκη) «καταπληκτικό κείμενο» του Μοσκοβισί . Ολες οι ελπίδες και οι προσδοκίες των εργαζομένων και του λαού για ανατροπή στριμωγμένες σε μια «καλή διατύπωση» και τέσσερις μεταβατικούς μήνες…
Η κολεγιά των γκάνγκστερς της Ευρωπαϊκής Ενωσης, του ΔΝΤ και της ΕΚΤ προχώρησε την Δευτέρα 16/2 σε ένα ακόμα αιφνιδιαστικό διπλό εκβιασμό προς την ελληνική κυβέρνηση.
Με τελεσίγραφο απαιτούν από την κυβέρνηση να ζητήσει -θέτοντας σαν όριο την Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου- παράταση του μνημονίου, και μόνο αφού συμβεί αυτό, να συζητήσουν για νέο Eurogroup και τυχόν «αλλαγές» με «ισοδύναμα» μέτρα.
Ταυτόχρονα κλείνουν όλες τις στρόφιγγες χρηματοδότησης. Η Λαγκάρντ τόνισε ότι για να γίνει οποιαδήποτε εκταμίευση δόσης εκ μέρους του ΔΝΤ θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, ενώ τα χρήματα από το λεγόμενο «μαξιλάρι» του ΤΧΣ σύμφωνα με τον Ντάισελμπλουμ θα είναι διαθέσιμα μόνο εφόσον επιτευχθεί συμφωνία, διαφορετικά μετά τις 28 Φεβρουαρίου θα επιστρέψουν στο Λουξεμβούργο.
Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης πήγαιναν στο Eurogroup της Δευτέρας έχοντας την εντύπωση ότι ακόμα και αν δεν υπήρχε συμφωνία θα συνεχιζόντουσαν κανονικά οι διαπραγματεύσεις για το «κακό» 30% του μνημονίου που δεν αποδέχεται η ελληνική κυβέρνηση, (όπως είχαν συμφωνήσει μετά την Σύνοδο Κορυφής της περασμένης Πέμπτης Τσίπρας και Ντάισελμπλουμ) μέχρι μια επόμενη νέα συνάντηση.
Διατυπώσεις
Όμως «εταίροι» και ΔΝΤ άδειασαν αιφνιδιαστικά τις προσδοκίες της ελληνικής κυβέρνησης – ιδιαιτέρως εκείνοι οι οποίοι υποτίθεται μαγείρευαν ένα κείμενο συμφωνίας που βρισκόταν κοντά στις δικές της «διατυπώσεις». Όπως κατήγγειλε στη συνέντευξη τύπου ο υπουργός Οικονομικών Βαρουφάκης, το κείμενο το οποίο του δόθηκε από τον Ντάισελμπλουμ για να υπογράψει, δεν ήταν το ίδιο με αυτό το οποίο του είχε δείξει λίγη ώρα νωρίτερα ο επίτροπος Οικονομικών Μοσκοβισί.
Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος περιέγραψε ως εξής τα γεγονότα: «Υπήρξε συμβιβαστική πρόταση, η οποία συμφωνήθηκε από τον Ντράγκι, τη Λαγκάρντ και τον Μοσκοβισί. Τορπιλήστηκε όμως από τον Ντάισελμπλουμ, πιθανότατα λόγω γερμανικής πίεσης. Στη σύνοδο του Eurogroup και στη συνέντευξη τύπου που ακολούθησε, η βοήθεια της Λαγκάρντ και του Μοσκοβισί ήταν μη-ανιχνεύσιμη από το γυμνό μάτι. Αυτοί λένε ολοκληρώστε το υπάρχον πρόγραμμα και εμείς θα δείξουμε κάποια ελαστικότητα στην εφαρμογή του. Ποτέ όμως δεν μας λένε τι θα περιλαμβάνει αυτή η ελαστικότητα. Αντιθέτως, μας λένε: υπογράψτε πρώτα και μετά συζητάμε το περιεχόμενο της "ελαστικότητας"».
Ο Βαρουφάκης και ο Δραγασάκης δεν συμφώνησαν μέσα στο Eurogroup πάνω στο νέο κείμενο του Ντάισελμπλουμ, αλλά στη συνέντευξη τύπου που τo ακολούθησε, ο Βαρουφάκης είπε ότι θα ζητήσει παράταση, αλλά πάνω σε ένα κείμενο συμφωνίας σαν αυτό του Μοσκοβισί. Βεβαίωσε επίσης ότι μέσα στο επόμενο 48ωρο θα έχει υπάρξει «έντιμη συμφωνία», ότι δεν υπάρχει plan B και δεν θα υπάρξουν μονομερείς ενέργειες.

