Πολιτική
Eurogroup: Νέοι εκβιασμοί
Οι Βρυξέλλες δεν επιδιώκουν απλά την ευθυγράμμιση της Ελλάδας με το πλαίσιο που είχε διαμορφώσει η Τρόικα: επιδιώκουν την ατιμωτική υποχώρηση, την πολιτική συντριβή της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Και για να το πετύχουν δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο.
Η κυβέρνηση πιέζεται ασφυκτικά από το πρόγραμμα αποπληρωμής του δημόσιου χρέους. Την προηγούμενη Παρασκευή (6 Μάρτη) κατάφερε να βρει και να επιστρέψει 310 εκατομμύρια στο ΔΝΤ. Αλλά ακολουθούν τρεις ακόμα πληρωμές προς το ΔΝΤ μέσα στις επόμενες ημέρες: 336 εκατομμύρια αυτή την Παρασκευή (13 Μάρτη), 560 εκατομμύρια την ερχόμενη Δευτέρα (16 Μάρτη) και άλλα 336 την επόμενη Παρασκευή (20 Μάρτη). Ταυτόχρονα μέσα στις ίδιες ημέρες λήγουν έντοκα γραμμάτια (βραχυπρόθεσμοι τίτλοι που κατέχουν κυρίως οι ελληνικές τράπεζες) συνολικής αξίας 3.2 δις ευρώ -τα οποία και θα πρέπει να “ανανεωθούν”. Και φυσικά πρέπει να πληρωθούν και οι μισθοί και οι συντάξεις, για τα οποία το δημόσιο χρειάζεται τουλάχιστον 1.5 δις ακόμα.
Προαπαιτούμενο
Οι Βρυξέλλες κάνουν ό, τι περνάει από το χέρι τους για να εμποδίσουν την ελληνική κυβέρνηση να βρει αυτά τα χρήματα. Ο στόχος τους δεν είναι να εξωθήσουν την Ελλάδα στην χρεοκοπία αλλά να αφήσουν στην κυβέρνηση μόνο μια επιλογή: την εκταμίευση της “πέμπτης δόσης” των 7.2 δις. Προαπαιτούμενο, όπως είναι γνωστό, για την εκταμίευση της “πέμπτης δόσης” είναι η ολοκλήρωση της “πέμπτης αξιολόγησης”.
Ο Γερούν Ντάισελμπλουμ παραδέχτηκε ανοιχτά ότι η “ταμειακή πίεση” πάνω στην ελληνική κυβέρνηση είναι “χρήσιμη”, “για να επανέλθει το πρόγραμμα εντός δρόμου”. “Εντός δρόμου”, σύμφωνα με τον Ντάισελμπλουμ σημαίνει μαζί με την παράταση του μνημονίου να επιστρέψουν οι επιθεωρητές, που είναι “κόκκινο πανί” για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. “Τεχνικές ομάδες θα γίνουν παράλληλα δεκτές στην Αθήνα”, δήλωσε το βράδυ της Δευτέρας στους δημοσιογράφους, βγαίνοντας από την συνάντηση του Γιούρογκρουπ. “Σε ό, τι με αφορά, αυτό είναι το τέλος της συζήτησης...”. Αντίστοιχα σχόλια έκανε και ο Πιερ Μοσκοβισί.
Ο πραγματικός “αρχιερέας” των εκβιασμών σε βάρος της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, είναι ο Μάριο Ντράγκι, ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η ΕΚΤ έχει φροντίσει να κλείσει ερμητικά κάθε πιθανή εναλλακτική πηγή χρηματοδότησης για την ελληνική κυβέρνηση -και συνεχίζει να το κάνει παρόλο που η στάση της απειλεί σήμερα να τινάξει στον αέρα ολόκληρο το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Η ΕΚΤ, κατ’ αρχήν, έχει σταματήσει να δέχεται τους τίτλους του ελληνικού χρέους σαν ενέχυρο για την χορήγηση ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες. Οι ελληνικές τράπεζες, οι κύριοι “αγοραστές” των εντόκων γραμματίων του δημοσίου δεν μπορούν πλέον να καταθέτουν τα γραμμάτια που αγοράζουν σαν εγγύηση και να εισπράττουν ένα κομμάτι της αξίας τους σαν δάνειο από την ΕΚΤ.
Αυτή η ασφυξία αφήνει μόνο μια εναλλακτική λύση ανοιχτή για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα -την προσφυγή στον μηχανισμό της “έκτακτης παροχής ρευστότητας” (ELA) της Τράπεζας της Ελλάδας (ΤτΕ). Συνολικά το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει αντλήσει μέχρι σήμερα 68.8 δισεκατομμύρια από τον μηχανισμό ELA. Για να υπερβεί αυτό το όριο η ΤτΕ χρειάζεται την έγκριση της ΕΚΤ (της οποίας η ΤτΕ είναι τυπικά και ουσιαστικά παράρτημα). Στην τελευταία του συνεδρίαση το ΔΣ της ΕΚΤ αποφάσισε να αυξήσει το όριο κατά 500 εκατομμύρια Ευρώ.
Δεν είναι παρά ψίχουλα: μέσα στους τρεις τελευταίους μήνες σχεδόν 20 δισεκατομμύρια Ευρώ έχουν εγκαταλείψει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα (κύρια λόγω των κινδύνων που προκαλεί η ασφυξία της ΕΚΤ). Οι αποπληρωμές των δανείων του ΔΝΤ προσθέτουν μέσα στον Μάρτη 1.5 περίπου ακόμα δισεκατομμύριο σε αυτό το εφιαλτικό ποσό. Οι τράπεζες, με άλλα λόγια, κινδυνεύουν στα σοβαρά να ξεμείνουν από λεφτά μέσα στις επόμενες μέρες.
Ρευστότητα
Η διακοπή της ρευστότητας δεν είναι το μοναδικό όπλο πίεσης. Η Ελλάδα έχει καταθέσει αίτηση στην ΕΚΤ να αυξηθεί το όριο των χρημάτων που μπορεί να δανειστεί μέσω “βραχυπρόθεσμων τίτλων” (δηλαδή εντόκων γραμματίων).
Μέχρι σήμερα το ΔΣ της ΕΚΤ έχει απορρίψει όλα της τα αιτήματα. Την περασμένη Κυριακή ο Μπενουά Κερέμ ένα από τα βασικά στελέχη της ΕΚΤ ξεκαθάρισε σε συνέντευξή του στην γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine ότι η ΕΚΤ δεν πρόκειται ούτε να επιτρέψει νέα αύξηση του ELA ούτε να συμφωνήσει στην αύξηση του ορίου των εντόκων γραμματίων.
Δεν πρόκειται για ζήτημα τήρησης «κανόνων». Την περασμένη εβδομάδα ο Όλι Ρεν, ο πρώην επίτροπος Οικονομικών υποθέσεων της ΕΕ, κατηγόρησε ανοιχτά τις Βρυξέλλες για την ανοχή που συνεχίζουν να δείχνουν απέναντι στη Γαλλία παρά τις εξόφθαλμες παραβιάσεις των κανόνων. Τον περασμένο Οκτώβρη η κυβέρνηση της Γαλλίας ανακοίνωσε την μονομερή ακύρωση της συμφωνίας της με την Κομισιόν να μειώσει τα ελλείμματα του προϋπολογισμού κάτω από το 3% μέσα στην φετινή χρονιά. Η μείωση θα πραγματοποιηθεί, λέει τώρα το Παρίσι, μέχρι το 2017. Η Κομισιόν τελικά αποφάσισε να μην επιβάλλει πρόστιμο στη Γαλλία ύστερα από τις έντονες αντιρρήσεις του Μοσκοβισί, και αντί για αυτό έδωσε άλλα δύο χρόνια περιθώριο στη Γαλλία για να “προσαρμοστεί”.
Την ίδια ανοχή δείχνει η Κομισιόν και απέναντι στην Ιταλία. Το δημόσιο χρέος της Ιταλίας βρίσκεται σήμερα στο 133% του ΑΕΠ -πολύ μεγαλύτερο από το 120% που ανάγκασε το 2010 την Ελλάδα να προσφύγει στην Τρόικα. Αλλά και πάλι δεν υπήρξε καμιά πραγματική πίεση από την πλευρά των Βρυξελλών: η Κομισιόν, δήλωσε ο Μοσκοβισί, είναι πεπεισμένη ότι “θα πρέπει να αποφύγει μια ξαφνική διόρθωση που θα μπορούσε να αποδειχτεί μη βιώσιμη” για την Ιταλία. Γιατί; Η Ιταλία είναι απλά “πολύ μεγάλη” για να αποτύχει, δεν αντιπροσωπεύει το 2% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα. Μια “ανωμαλία” στην Ιταλία ή τη Γαλλία θα βυθίσει, δίχως αμφιβολία, ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης και της Γερμανίας, στην άβυσσο.
Η εφαρμογή λοιπόν των “κανόνων” δεν είναι θέμα “αρχής” αλλά πολιτικό ζήτημα που αποφασίζεται με πολιτικά κριτήρια. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τους κανόνες της ΕΚΤ. Ναι, οι ιδρυτικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύουν την χρηματοδότηση δημοσίων ελλειμμάτων μέσω εκτύπωσης χρήματος. Αλλά επιτρέπουν παρόλα αυτά την προσφυγή στον μηχανισμό της “Ποσοτικής Χαλάρωσης” που έθεσε αυτόν τον μήνα σε εφαρμογή ο Μάριο Ντράγκι.
Φυσικά η Ελλάδα εξαιρέθηκε από την “Ποσοτική Χαλάρωση”. Η δικαιολογία του Ντράγκι ήταν αποκαλυπτική: η ΕΚΤ δεν μπορεί να παρέχει φτηνά και εύκολα δάνεια στην Ελλάδα υπονομεύοντας έτσι τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων με την Τρόικα…
Νέες υποχωρήσεις
Η αντίδραση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στους νέους εκβιασμούς των δανειστών ήταν μια ακόμα υποχώρηση. Το διαβόητο “μέηλ Χαρδούβελη” αντικαταστάθηκε τώρα από μια επιστολή του Βαρουφάκη. Το τι ακριβώς θα περιλαμβάνουν οι “μεταρρυθμίσεις” θα το μάθουμε τις επόμενες μέρες. Η διαδικασία των “τεχνικών διαπραγματεύσεων” -της αξιολόγησης δηλαδή- ξεκινάει άμεσα την Τετάρτη.
Η ελληνική κυβέρνηση επιμένει ότι οι διαπραγματεύσεις θα γίνουν αποκλειστικά στις Βρυξέλλες (κάτι που ο Ντάισελμπλουμ αρνήθηκε κατηγορηματικά). Αλλά δεν χρειάζεται να φτάσουμε στις διαπραγματεύσεις για να δει κανείς το μέγεθος της υποχώρησης. Φαίνεται, δια γυμνού οφθαλμού από όσα έκανε η κυβέρνηση μέσα στις προηγούμενες ημέρες.
Η ελληνική κυβέρνηση κατάφερε πράγματι να πληρώσει τη “δόση” των 310 εκατομμυρίων στο ΔΝΤ. Και από ό, τι φαίνεται θα καταφέρει να ξεπληρώσει και τις επόμενες δόσεις, αποφεύγοντας μια άμεση χρεοκοπία.
Aποθεματικά
Για να βρει όμως, τα λεφτά, λεηλάτησε κυριολεκτικά τα αποθεματικά όλων των δημόσιων οργανισμών -συμπεριλαμβανομένων όχι μόνο των Ταμείων αλλά ακόμα και του ΟΑΕΔ -του οργανισμού που είναι υπεύθυνος για την καταπολέμηση της ανεργίας.
Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα ταμεία και οι οργανισμοί δεν πρόκειται να ζημιωθούν από αυτό το “δάνειο”. Το αντίθετο θα συμβεί: τα επιτόκια που εξασφαλίζει το δημόσιο, λέει, είναι μεγαλύτερα από αυτά που δίνει η “αγορά”. Θα βγούνε κερδισμένοι, δηλαδή, με άλλα λόγια. Θα έπρεπε να ντρέπεται -και για την ίδια την αφαίμαξη και για την δικαιολογία.
Είναι ντροπή για μια κυβέρνηση της αριστεράς να αρπάζει τα αποθεματικά αυτών ακριβώς των οργανισμών που έχουν σαν αντικείμενο την αντιμετώπιση των ανθρωπιστικών κρίσεων, όπως είναι τα ταμεία υγείας ή ο ΟΑΕΔ. Όσο για τη δικαιολογία -ότι τάχα οι οργανισμοί αυτοί θα έχουν όφελος, είναι η ίδια ακριβώς δικαιολογία που πρόβαλε και η κυβέρνηση του Καραμανλή όταν ξέσπασε το σκάνδαλο των “δομημένων ομολόγων”.
Οι εκβιαστές δεν αντιμετωπίζονται με υποχωρήσεις. Η απάντηση στον “πόλεμο” του Σόιμπλε, του Ντράγκι και της Λαγκάρντ δεν μπορεί να είναι ο διάλογος και η ευθυγράμμιση. Ο κόσμος που ψήφισε τον ΣΥΡΙΖΑ στις 25 Γενάρη δεν τον ψήφισε για να δει τον Τόμσεν να επιστρέφει στην Αθήνα.

