Ιδέες
Πριν από 25 χρόνια: Το κίνημα που γκρέμισε τη Θάτσερ
Συγκρούσεις με την αστυνομία στην Τραφάλγκαρ, 31/03/1990
Η διαδήλωση της 31ης Μάρτη του 1990 στο Λονδίνο ήταν από τις μεγαλύτερες που είχαν γίνει μέχρι τότε στη Βρετανία. Πάνω από 200.000 άνθρωποι πλημμύρισαν τους δρόμους της πόλης εκφράζοντας την αντίθεσή τους στον Poll Tax, τον κεφαλικό φόρο που προσπαθούσε να επιβάλλει η δεξιά κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ. Αντί να τη διαλύσει, η καταστολή της αστυνομίας μετέτρεψε τη διαδήλωση σε εξέγερση. Ήταν η αρχή του τέλους για τον φόρο αλλά και για την ίδια τη μισητή πρωθυπουργό των Τόρις, σύμβολο των επιθέσεων του νεοφιλελευθερισμού.
Σε αντίθεση με τις προηγούμενες επιθέσεις των Τόρις -που βασίζονταν στη γνωστή τακτική “του σαλαμιού” χτυπώντας ένα εργατικό κομμάτι κάθε φορά- ο Poll Tax ήταν επίθεση εναντίον όλων. Ένα άδικο, ταξικό, δημοτικό “χαράτσι” που ανάγκαζε κάθε ενήλικο να πληρώνει, ανεξαρτήτως εισοδήματος, περουσίας και οικογενειακής κατάστασης, το ίδιο ποσό. Αν ήσουν εκατομμυριούχος ή σκουπιδιάρης, αυτό για τη Θάτσερ δεν είχε καμία σημασία.
Όταν τα δημοτικά συμβούλια στη Σκοτία, όπου έγινε η πρώτη απόπειρα εφαρμογής του νόμου το 1988, άρχισαν να μοιράζουν τους λογαριασμούς, εκατομμύρια άνθρωποι είδαν ταυτόχρονα τα τέλη τους να εκτοξεύονται -και μαζί εκτοξεύτηκε και η οργή τους. Παντού άρχισαν, με πρωτοβουλία κατά κύριο λόγο αριστερών οργανώσεων, να δημιουργούνται επιτροπές “Δεν πληρώνω τον Poll Tax”. Η μαζικότητα των επιτροπών και η ταχύτητα με την οποία δημιουργούνταν ήταν πρωτοφανείς. Μαζέματα που ξεκινούσαν από μερικές δεκάδες ανθρώπους σε ένα σπίτι, μετατρέπονταν σε συγκεντρώσεις που γέμιζαν το κέντρο μιας κοινότητας μια βδομάδα αργότερα. Από τη Σκοτία, το κίνημα σύντομα απλώθηκε σε όλη την Αγγλία και την Ουαλία, όπου ο φόρος θα εφαρμοζόταν στις αρχές του 1990.
Συγκρούσεις
Οι επιτροπές οργάνωναν διαδηλώσεις έξω από τα δημαρχεία σε όλη τη χώρα, ακόμα και σε μικρές πόλεις και χωριά. Χιλιάδες άνθρωποι, η πλειοψηφία των οποίων μπορεί να μην είχε ασχοληθεί ποτέ ξανά με την πολιτική, συμμετείχαν στις συγκεντρώσεις οι οποίες πολύ συχνά κατέληγαν σε συγκρούσεις με τους τοπικούς άρχοντες και την αστυνομία. Στα τέλη του 1989, οι τοπικές επιτροπές απέκτησαν πανεθνικό συντονισμό, την Πανβρετανική Ομοσπονδία Ενάντια στον Poll Tax.
Η διαδήλωση της 31ης Μάρτη στο Λονδίνο ήταν η κορύφωση αυτής της δράσης και ταυτόχρονα η καθοριστική καμπή για τη νικηφόρα έκβαση του αγώνα μερικούς μήνες αργότερα. Η πορεία ξεκίνησε από το πάρκο Κένινγκτον στο νότιο Λονδίνο με κατεύθυνση την πλατεία Τραφάλγκαρ. Καθώς η Τραφάλγκαρ γέμιζε ασφυκτικά, ένα κομμάτι της διαδήλωσης κόλλησε στην οδό Γουάιτχολ, όπου βρίσκονται πολλές κυβερνητικές υπηρεσίες και υπουργεία. Εκατοντάδες αστυνομικοί και ΜΑΤ συγκεντρώθηκαν εκεί για να εμποδίσουν τους διαδηλωτές να φτάσουν στην οδό Ντάουνινγκ και να πραγματοποιήσουν καθιστική διαμαρτυρία έξω από την πρωθυπουργική κατοικία.
Ξάφνικα και χωρίς καμία πρόκληση, 40 έφιπποι αστυνομικοί πέρασαν πάνω από τον κόσμο. Οι διαδηλωτές διασκορπίστηκαν στους γύρω δρόμους προσπαθώντας να απομακρύνουν μικρά παιδιά και ηλικιωμένους. Ένας διαδηλωτής είχε πει: “Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ίσως είμαι αφελής, αλλά δεν πίστευα ότι η αστυνομία χτυπάει τον κόσμο χωρίς λόγο. Αλλά γι’ αυτό βρίσκονταν εκεί”. Το πόσο αναίτια ήταν η επίθεση φάνηκε από το γεγονός ότι η πρώτη επί τόπου σύλληψη ήταν ενός... ανάπηρου. Οι διαδηλωτές άρχισαν να θυμώνουν.
Εντωμεταξύ, η ατμόσφαιρα στην Τραφάλγκαρ ήταν πανηγυρική. Οι διαδηλωτές κρεμούσαν πανό σε σκαλωσιές, τραγουδούσαν και χόρευαν. Η Τζέην, δασκάλα από το Μπέρμινχαμ, είχε περιγράψει τότε στην εφημερίδα Socialist Worker: “Μία ομάδα κρέμασε πανό που έγραφε 'Οι ανθρακωρύχοι του Γιορκσάιρ ενάντια στον φόρο'. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι ζητωκραύγαζαν και χόρευαν. Ήταν φανταστικά”.
Τότε η αστυνομία επιτέθηκε στους διαδηλωτές από διαφορετικά σημεία γύρω από την πλατεία. Δύο αστυνομικά βαν και ένα αυτοκίνητο έπεσαν με ταχύτητα πάνω στο πλήθος χωρίς προειδοποίηση. Δεκάδες διαδηλωτές άρχισαν να πέφτουν κάτω αιμόφυρτοι, εκατοντάδες τραυματίστηκαν από τις επιθέσεις των αστυνομικών με τα γκλοπ. Ο φωτογράφος Κέηθ Πάρνελ της κυριακάτικης εφημερίδας Mail ήταν ένας από αυτούς.
Γκλοπ
“Είδα έναν αστυνομικό να έρχεται κατά πάνω μου”, είχε περιγράψει, “Τον άκουσα να λέει΄«εσένα θα σε γαμ...»΄και μετά με χτύπησε με το γκλοπ του. Μου έσπασε το χέρι με το οποίο προσπάθησα να προστατευτώ. Τότε η αστυνομία άρχισε να χτυπά έναν τύπο πίσω μου... Η αστυνομία είχε χάσει τον έλεγχο”. Βέβαια, η εφημερίδα στην οποία δούλευε κατηγόρησε τις “αναρχικές συμμορίες” για τη βία...
Η επίθεση της αστυνομίας εξόργισε και πείσμωσε τον κόσμο που άρχισε αναπάντεχα και μαζικά να αντεπιτίθεται. Η διαδήλωση έγινε εξέγερση με τις συγκρούσεις να κρατούν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης μέρας. Οι εξεγερμένοι έβαλαν στο στόχαστρό τους τράπεζες, οικονομικά γραφεία, κυριλέ εστιατόρια και αυτοκίνητα.
Στις κινητοποιήσεις ενάντια στον Poll Tax και την εξέγερση στο Λονδίνο απελευθερώθηκε το συσσωρευμένο ταξικό μίσος ενάντια στη Θάτσερ. Ήταν η εκδίκηση του κινήματος για τις κοινωνικές περικοπές, την καταστολή της απεργίας των ανθρακωρύχων το 1984-85, τον πόλεμο στα Φόκλαντ, για όλες τις επιθέσεις της στους εργάτες και τους φτωχούς. Και ταυτόχρονα ήταν η έκφραση μιας έντονης πολιτικοποίησης. Δεν είναι τυχαίο ότι στον απόηχο της πτώσης του τοίχους στο Βερολίνο το 1989, οι διαδηλωτές άρχισαν να αποκαλούν “Στάζι” την αστυνομία, ή ότι επιτέθηκαν στην πρεσβεία της Νότιας Αφρικής δείχνοντας τα ασθήματά τους για το απαρτχάιντ.
Σύσσωμος ο “επίσημος πολιτικός κόσμος” και τα ΜΜΕ επιτέθηκαν άγρια στους διαδηλωτές μετά την εξέγερση. Όλοι μαζί έσκουζαν κατά του “όχλου” και της “τυφλής βίας” που είχε κυριαρχήσει εκείνη τη μέρα στο Λονδίνο. Η εφημερίδα Sunday People έφτασε στο σημείο να καλεί τον κόσμο να γίνει καταδότης, δημοσιεύοντας φωτογραφίες διαδηλωτών με τίτλο “αν τους γνωρίζεις, τσίμπα τους”.
Παρότι η στήριξη στους Τόρις κατέρεε μαζικά, το αντιπολιτευόμενο Εργατικό Κόμμα δεν κατάφερε να καρπωθεί τη δυσαρέσκεια. Η ηγεσία του είχε από καιρό εγκαταλείψει την ιδέα της αντίστασης στη Θάτσερ ενώ έκανε ό,τι μπορούσε για να αποδείξει ότι δεν είχε σχέση με το “παράνομο” κίνημα. Όταν η Θάτσερ επιτέθηκε στους διαδηλωτές μέσα στο κοινοβούλιο λέγοντας ότι “Οι διαδηλώσεις οργανώνονται από την ριζοσπαστική αριστερά... αυτό είναι άρνηση της δημοκρατίας. Καταδικάζω κάθε έναν, ιδιαίτερα τα μέλη αυτού του οίκου, που επιλέγουν να παρακούσουν στο νόμο αρνούμενοι να πληρώσουν”, ο ηγέτης των Εργατικών Νηλ Κίνοκ απάντησε: “Πρώτα από όλα θα συμφωνήσω με όσα μόλις είπε η πρωθυπουργός” και αποκήρυξε τους διαδηλωτές ως “ψευτοεπαναστάτες”.
Τίποτα δεν κατάφερε να καταπνίξει την αντίσταση. Το κίνημα συνέχισε να μεγαλώνει και τις εβδομάδες μετά την εξέγερση, εργαζόμενοι στους δήμους απήργησαν, αρνούμενοι να συνεργαστούν με την κυβέρνηση και να μαζέψουν τους φόρους. Ως τον Ιούνη το ένα τρίτο του κόσμου στην Αγγλία και την Ουαλία είχε αρνηθεί να πληρώσει.
Από την εξέγερση και μετά, το κέντρο των δράσεων στράφηκε ενάντια στα δικαστήρια, που απειλούσαν χιλιάδες αρνητές πληρωμής με φυλακίσεις αν δεν καταβάλλουν τα χρήματα. Εξαγριωμένα πλήθη διαδηλωτών άρχισαν να καταλαμβάνουν τις ακροαματικές διαδικασίες, να κυνηγούν τους δικαστικούς επιμελητές που πήγαιναν για κατασχέσεις, να πολιορκούν τοπικούς άρχοντες παντού.
Δακρυσμένη
Η κρίση των Τόρις έγινε τόσο μεγάλη, που πολλά στελέχη τους άρχισαν να φοβούνται ότι η εξέγερση θα μετατρεπόταν σε μια πιο
γενικευμένη ταξική σύγκρουση. Μέχρι τον Αύγουστο, κορυφαίοι κυβερνητικοί υπουργοί έλεγαν πως και η Θάτσερ και ο φόρος έπρεπε να “θυσιαστούν”. Ο Poll Tax, από περίπατο μετά τις προηγούμενες “επιτυχίες” της, κατέληξε σε τραγωδία για τη “Σιδηρά Κυρία”. Το Νοέμβρη, μία δακρυσμένη Θάτσερ εμφανίστηκε στην πρωθυπουργική κατοικία και ανακοίνωσε την παραίτησή της.
Στις αρχές του 1991 η κυβέρνηση παραδέχτηκε μέσω του διαδόχου της Θάτσερ, Τζον Μέητζορ, ότι και ο φόρος ήταν νεκρός. Η εφημερίδα Observer έγραψε τη νεκρολογία: “Αν ο Poll Tax πέθανε, είναι γιατί τον σκότωσε η άρνηση πληρωμής, μια τακτική που και τα τρία μεγάλα κόμματα επέμεναν πως δεν είχε νόημα και ήταν λάθος. Η εξωκοινοβουλευτική δράση, ο εφιάλτης των πολιτικών του Γουέστμινστερ, δικαιώθηκε και καθώς ξεδιπλωνόταν εξέθεσε τους κούφιους μας ισχυρισμούς περί δημοκρατίας… αυτό το σαββατοκύριακο ο καθένας από αυτούς που δεν πλήρωσε θα πρέπει να νιώθει περήφανος για τον εαυτό του”.
Για όλους όσους υποστήριζαν -και ήταν πλειοψηφία ακόμα και μέσα στην αριστερά στα τέλη του ’80- ότι η Θάτσερ είχε ισοπεδώσει μια και για πάντα το εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα και ότι η αντίσταση της εργατικής τάξης ήταν πλέον μια ξεπερασμένη και μάλλον μάταιη σκέψη, η εξέγερση ενάντια στον Poll Tax ήταν η πιο μεγάλη διάψευση. Απέδειξε όχι μόνο ότι οι συσσωρευμένες εμπειρίες της τάξης εγκυμονούν τις δυνατότητες της αντεπίθεσης, αλλά ότι αυτή μπορεί να είναι και νικηφόρα. Η εξωκοινοβουλευτική δράση μπορεί να εξασφαλίσει τη νίκη και γι’ αυτό παραμένει ο “εφιάλτης των πολιτικών” απανταχού της γης.

