Διεθνή
Οι πολιορκίες των Παλαιστίνιων του Γιαρμούκ
Μερικές μέρες πριν η είδηση ότι το Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ) μπήκε στο στρατόπεδο των Παλαιστινίων Γιαρμούκ στη Δαμασκό της Συρίας, έκανε σύντομα την εμφάνισή της στα δελτία ειδήσεων και στις εφημερίδες.
Οι αναφορές γίνονταν αποκλειστικά στη φρίκη που φέρνει στον άμαχο πληθυσμό του στρατοπέδου η παρουσία της περιβόητης πια οργάνωσης εναντίον της οποίας έχουν κινητοποιηθεί όλες οι «πολιτισμένες» δυνάμεις της Δύσης και των συμμάχων τους αραβικών καθεστώτων. Το ενδιαφέρον τους για τους Παλαιστίνιους, όμως, είναι προκλητικά υποκριτικό.
Όμως, το Γιαρμούκ δεν γνωρίζει τώρα τη φρίκη του πολέμου και των εκτελέσεων. Την υφίσταται σχεδόν δυο χρόνια. Οι κάτοικοί του υπέφεραν και υποφέρουν από τον αποκλεισμό και τους βομβαρδισμούς του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Ασαντ. Το Γιαρμούκ είναι η Γάζα της Συρίας.
Το «στρατόπεδο» είναι ουσιαστικά ένα προάστιο της Δαμασκού, δίπλα σε άλλες φτωχογειτονιές της συριακής πρωτεύουσας. Πριν μερικά χρόνια εκεί ζούσαν περίπου 150 χιλιάδες Παλαιστίνιοι πρόσφυγες, τα παιδιά και τα εγγόνια τους, δίπλα σε χιλιάδες Σύριους που είχαν μετακομίσει εκεί.
Όταν ξέσπασε η επανάσταση στην Συρία τον Μάρτη του 2011 το καθεστώς Άσαντ προσπάθησε να δείξει ότι διαθέτει την υποστήριξη των Παλαιστινίων. Όμως, αντί γι’ αυτό τον επόμενο χρόνο έχασε τον έλεγχο του Γιαρμούκ. Ήταν ένα πλήγμα στην εικόνα που καλλιεργούσε για χρόνια το καθεστώς. Κι ένας υπαρκτός κίνδυνος, μιας και το «στρατόπεδο» βρίσκεται μόλις λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο της Δαμασκού.
Η απάντηση του Άσαντ ήταν το «σφράγισμά» του –μια πολιορκία το ίδιο ανελέητη με αυτές του Μεσαίωνα με τους πολιορκητές να στερούν μέχρι και το νερό από τους πολιορκημένους. Και με τον αποκλεισμό ήρθαν οι βομβαρδισμοί –ανάμεσα στα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν οι τρομερές «βόμβες-βαρέλια» -μεταλλικά κοντέηνερ που περιέχουν τεράστιες ποσότητες εκρηκτικών ή και χημικών, τα οποία τα έριχναν αεροπλάνα. Στο Γιαρμούκ απέμειναν περίπου 18.000 άνθρωποι.
Ίδια μοίρα
Πίσω στο 1976, ένα άλλο παλαιστινιακό στρατόπεδο είχε τη μοίρα του Γιαρμούκ. Στην ανατολική Βηρυτό, την πρωτεύουσα του Λιβάνου, το Ταλ αλ Ζαατάρ ήταν το σπίτι περίπου 60 χιλιάδων Παλαιστίνιων και προπύργιο της PLO και της λιβανέζικης αριστεράς. Οι ακροδεξιές πολιτοφυλακές των χριστιανών μαρωνιτών είχαν περικυκλώσει το στρατόπεδο στην προσπάθειά τους να εξοντώσουν το παλαιστινιακό κίνημα και την αριστερά.
Είχαν την στήριξη της επίσημης κυβέρνησης και του Ισραήλ. Είχαν όμως και την στήριξη, σε εκείνη την συγκεκριμένη φάση του εμφύλιου, του «αντϊιμπεριαλιστή» Χαφέζ Άσαντ, του πατέρα του σημερινού Μπασάρ Ασαντ. Ο συριακός στρατός είχε επέμβει στον λιβανέζικο εμφύλιο με την διακριτική επιδοκιμασία του Ισραήλ και είχε επανειλημμένα ανοίξει πυρ ενάντια στις παλαιστινιακές δυνάμεις.
Το Ταλ αλ Ζαατάρ άντεξε ηρωικά πενήντα-δυο μέρες. Όταν έπεσε, στις 12 Αυγούστου 1976, οι ακροδεξιές πολιτοφυλακές πολυβόλησαν τους αμάχους που έφευγαν από το στρατόπεδο. Άλλοι δολοφονήθηκαν με τσεκούρια και μαχαίρια. Τρεις χιλιάδες Παλαιστίνιοι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και των σφαγών που ακολούθησαν τη πτώση του στρατοπέδου. Θα έπρεπε να έρθει η σφαγή στα στρατόπεδα της Σάμπρα και Σατίλα το 1982 για να υπάρξει κάτι ανάλογο.
Δυο χρόνια πριν, όταν το καθεστώς του Άσαντ χρησιμοποίησε χημικά όπλα, ο Ομπάμα και οι δυτικές κυβερνήσεις έβγαζαν πολεμόχαρες κραυγές εναντίον του. Σήμερα, μεταμορφώνεται σταδιακά και σιωπηλά σε συνεταίρο στον πόλεμο ενάντια στο ΙΚ. Ο Τζον Κέρι, υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, δήλωσε τον Μάρτη ότι το καθεστώς του Άσαντ πρέπει να είναι κομμάτι μιας «διπλωματικής λύσης» στη συριακή «κρίση». Ποιος ξέρει, ίσως σύντομα στο μέλλον, θα διαβάσουμε ειδήσεις ότι ο Άσαντ «απελευθέρωσε» το Γιαρμούκ από τη φρίκη του Ισλαμικού Κράτους, με τη «διεθνή κοινότητα» να χειροκροτεί.
Λέανδρoς Μπόλαρης

