Πολιτική
Δημοψήφισμα - Η μάχη του ΟΧΙ: Κλειστές τράπεζες αυτοί, εργατικό έλεγχο εμείς
Σύνταγμα, 29/6
Τις τράπεζες δεν τις έκλεισε η “ελληνική αδιαλλαξία”. Ούτε η “μισοκομμουνιστική” (για να θυμηθούμε μια πρόσφατη δήλωση του Σίγκμαρ Γκάμπριελ, του αντικαγκελάριου της Γερμανίας) κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Τις τράπεζες τις έκλεισε η Τρόικα. Για αυτό κανένας δεν πρέπει να έχει την παραμικρή αμφιβολία.
Λάδι στη φωτιά
Τις τράπεζες τις έκλεισε, πρώτα και κύρια, ο Μάριο Ντράγκι, ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Το απόγευμα της Κυριακής το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε, ύστερα από μια σύντομη τηλεδιάσκεψη, “να αφήσει αμετάβλητο το ανώτατο όριο δανεισμού των ελληνικών τραπεζών μέσω του Μηχανισμού Έκτακτης Ρευστότητας (ELA)”. Με άλλα λόγια η ΕΚΤ αρνήθηκε να προστατέψει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα από το κύμα των αναλήψεων που είχε μόλις ξεσπάσει.
Οι εμπορικές τράπεζες κρατάνε ένα μικρό κομμάτι μόνο από τις καταθέσεις στα ταμεία τους. Το μεγαλύτερο κομμάτι το δανείζουν -στο δημόσιο, στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά κλπ. Καμιά τράπεζα στον κόσμο δεν μπορεί να αντέξει από μόνη της την πίεση ενός “bank run”, ενός πανικού που στέλνει μαζικά τους καταθέτες στα ΑΤΜ και τα ταμεία για να “σηκώσουν” τις οικονομίες τους. Οι κεντρικές τράπεζες έχουν την υποχρέωση, σε αυτές τις περιπτώσεις, να λειτουργούν σαν “δανειστές έσχατης προσφυγής”: να “βάζουν μπροστά τα πιεστήρια” και να τροφοδοτούν με έκτακτη ρευστότητα (κατά κανόνα με τη μορφή βραχυπρόθεσμων δανείων) τις τράπεζες που κινδυνεύουν να ξεμείνουν από χρήματα -μέχρις ότου κοπάσει ο πανικός και οι καταθέσεις αρχίσουν να επιστρέφουν στους λογαριασμούς τους.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έκανε ακριβώς το αντίθετο: αντί να προσπαθήσει να σταματήσει το κύμα των αναλήψεων, έτρεξε να ρίξει λάδι στη φωτιά. Τον Φλεβάρη, λίγες μέρες μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης η ΕΚΤ είχε πάψει, αιφνιδιαστικά, να δέχεται τα ελληνικά ομόλογα σαν εγγυήσεις για την παροχή ρευστότητας, παραδίδοντας με αυτόν τον τρόπο το τραπεζικό σύστημα της χώρας μας στην λειτουργία του ELA. Μέσα στους μήνες των διαπραγματεύσεων που ακολούθησαν ο Ντράγκι χρησιμοποίησε συστηματικά τα όρια του ELA (που τα αύξανε με το σταγονόμετρο) για να εκβιάζει την κυβέρνηση. Τώρα πέρασε τον Ρουβίκωνα.
Εξίσου υπεύθυνοι, όμως, για το αναγκαστικό κλείσιμο των τραπεζών είναι και οι “εταίροι” μας, η Κομισιόν, το Eurogroup και τα άλλα όργανα της “Ενωμένης Ευρώπης”. Από την αρχή των διαπραγματεύσεων είχαν έναν και μοναδικό στόχο: να ακυρώσουν τα αποτελέσματα των εκλογών, που ανέδειξαν την αριστερά σε πρώτη δύναμη στην Ελλάδα. Να σπρώξουν την κυβέρνηση σε μια ταπεινωτική συμφωνία, που δεν θα της άφηνε ούτε ένα “φύλο συκής” για να κρυφτεί. Και η ταχτική αυτή των εκβιασμών δεν σταμάτησε ούτε όταν η κυβέρνηση αποχώρησε από τις διαπραγματεύσεις και ο Τσίπρας ανακοίνωσε την προσφυγή στο δημοψήφισμα.
Η αντίδραση των “θεσμών” ήταν ένα άλμα προς τα μπρος: πέταξαν τον Βαρουφάκη έξω από το Eurogroup και ανακοίνωσαν μονομερώς τη λήξη του “προγράμματος” τα μεσάνυχτα της Τρίτης.
Έλεγχος κεφαλαίων
Οι φωτογραφίες από τις ουρές μπροστά στα ΑΤΜ των τραπεζών έκαναν το σαββατοκύριακο τον γύρο του κόσμου. Και η κυβέρνηση βρέθηκε στο στόχαστρο όλων των συντηρητικών μέσων μαζικής ενημέρωσης -εγχώριων και μη- για το κλείσιμο των τραπεζών και την επιβολή ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίων. Οι εργάτες, οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι και οι φτωχοί, όμως, δεν έχουν να χάσουν τίποτα από τους περιορισμούς αυτούς. Οι οικονομίες τους είναι ελάχιστες (αν όχι μηδενικές), για ένα πολύ μεγάλο κομμάτι από αυτούς ο μισθός ή η σύνταξη δεν φτάνει ούτε καν για να βγάλουν το μήνα ενώ πολλοί είναι βυθισμένοι μέχρι το λαιμό στα χρέη.
Η κυβέρνηση όρισε στα 60 ευρώ ανά κάρτα το ημερήσιο όριο ανάληψης από τα ΑΤΜ. Με βάση τα επίσημα στοιχεία του Δεκέμβρη του 2013, τα 3/4 των εργαζομένων στην Ελλάδα έχουν μεικτές μηνιαίες αποδοχές κάτω από 750 ευρώ. Με απλά μαθηματικά, το καθαρό ποσό που μπορούν να διαθέσουν κάθε μέρα δεν ξεπερνάει τα 20 ευρώ. Και η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη για τους συνταξιούχους και τους άνεργους. Το όριο των 60 ευρώ ούτε τους αγγίζει, ούτε τους αφορά.
Περιττό να το πει κανείς, δεν ισχύει καθόλου το ίδιο για την “υψηλή κοινωνία”. Παρά τις μεταβιβάσεις στην Ελβετία (συχνά δέκα-δέκα χιλιάδες κάθε μέρα για να μην εντοπιστούν από την εφορία, όπως έκανε ο Χαρδούβελης) το σύνολο των καταθέσεων κυμαίνεται γύρω στα 130 δις αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Ο κύριος όγκος αυτών των καταθέσεων ανήκει σε μια ελάχιστη μειοψηφία “ολιγαρχών” -στους τραπεζίτες, τους εφοπλιστές, τους βιομηχάνους, τους μεγαλεμπόρους και τους κάθε λογής κερδοσκόπους. Αυτοί έχουν πολλά, πάρα πολλά να χάσουν. Για αυτό ωρύονται τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Φυσικά υπάρχουν και εξαιρέσεις: οικογένειες με παιδιά που σπουδάζουν στο εξωτερικό που δεν μπορούν να τους στείλουν λεφτά, μικροεπιχειρήσεις που αδυνατούν ειλικρινά να πληρώσουν τους μισθούς των υπαλλήλων τους γιατί οι τράπεζες είναι κλειστές, άνθρωποι που βρίσκονται σε ανάγκη και αδυνατούν να σηκώσουν τις λιγοστές τους οικονομίες. Το πρωί της Δευτέρας πολλοί από αυτούς βρέθηκαν αντιμέτωποι με την αστυνομία, να διαμαρτύρονται μπροστά στα κατεβασμένα ρολά των τραπεζών.
Οι μόνοι που μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά αυτές τις εξαιρέσεις είναι οι ίδιοι οι τραπεζοϋπάλληλοι. Δυστυχώς η κυβέρνηση τους απέκλεισε, με την αργία, από αυτή τη λειτουργία. Οι τραπεζοϋπάλληλοι -και τα σωματεία τους- μπορούν να διακρίνουν πολύ εύκολα αν αυτός που ζητάει την εξαίρεση έχει πραγματικά ανάγκη τα χρήματα που ζητάει ή θέλει απλά να τα στείλει στην Ελβετία. Και για τους γονείς που αγωνιούν για το παιδί τους που έχει ξεμείνει από λεφτά στο εξωτερικό θα ήταν πολύ πιο χρήσιμη μια συνάντηση με έναν ταμία στο γκισέ της τράπεζας παρά με έναν μπάτσο μπροστά από τα κλεισμένα ρολά. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα “προσωπικό ασφαλείας” στις τράπεζες που θα χειρίζεται τις επείγουσες υποθέσεις, όπως ακριβώς χειρίζεται και το προσωπικό ασφαλείας τα επείγοντα περιστατικά στις απεργίες στα νοσοκομεία. Φυσικά ο έλεγχος αυτού του “προσωπικού ασφαλείας” δεν πρέπει να βρίσκεται στα χέρια των διεφθαρμένων διευθυντών αλλά στα χέρια των συλλόγων των ίδιων των εργαζομένων.
Δωρεάν υπηρεσίες για τους εργάτες και τους φτωχούς
Το πρωί της Δευτέρας 29/6 η κυβέρνηση ανακοίνωσε την κατάργηση του εισιτηρίου στα δημόσια μέσα μεταφοράς της Αθήνας μέχρι την άλλη Δευτέρα. Τα δικαστήρια θα παραμείνουν όλη την εβδομάδα κλειστά. Οι πλειστηριασμοί και οι εξώσεις αναστέλλονται. Τα μέτρα αυτά θα σημάνουν μια -έστω και προσωρινή- ανακούφιση για εκατοντάδες χιλιάδες φτωχές οικογένειες. Αλλά δεν είναι αρκετά.
Υπάρχουν τρία πράγματα που πρέπει να γίνουν. Πρώτον, η κατάργηση του εισιτηρίου δεν πρέπει να περιοριστεί στις συγκοινωνίες. Οι κυβερνήσεις των μνημονίων έχουν αποκλείσει -μέσα από την ανεργία, τα χρέη στα ταμεία, τις αυξημένες συμμετοχές στα φάρμακα και τα εισιτήρια στα δημόσια νοσοκομεία- εκατοντάδες χιλιάδες από τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας. Τώρα έχει έρθει η στιγμή να το αντιστρέψουμε. Να ανοίξουν τα νοσοκομεία για όλους. Να μη μείνει κανείς χωρίς φάρμακα -ανεξάρτητα αν ο λόγος που δεν μπορεί να τα αγοράσει είναι το όριο των 60 ευρώ ή η προσωπική του απόλυτη φτώχεια (το γεγονός ότι δεν έχει ούτε ένα ευρώ στο λογαριασμό του ή δεν διαθέτει καν τραπεζικό λογαριασμό).
Δεύτερον, τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να περιοριστούν στον δημόσιο τομέα. Οι επιχειρηματίες έχουν ήδη αρχίσει να εκμεταλλεύονται το κλείσιμο των τραπεζών για να καθυστερήσουν τις καταβολές των μισθών στους υπαλλήλους και τους εργάτες τους. Κάποιοι έχουν αρχίσει ήδη να εκβιάζουν ότι θα κλείσουν τις επιχειρήσεις τους και θα απολύσουν το προσωπικό τους. Τα αφεντικά αξιοποιούν τη θέση τους για να κηρύξουν στάση πληρωμών απέναντι στους εργάτες -με στόχους τόσο οικονομικούς όσο και πολιτικούς. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και εμείς. Τα διόδια είναι ένα προφανές παράδειγμα: χιλιάδες άνθρωποι αναγκάζονται κάθε μέρα να περνούν από διόδια στη διαδρομή σπίτι-δουλειά-σπίτι. Μαζί με τα καύσιμα το τίμημα θα “τρώει” ένα μεγάλο τμήμα των 60 ευρώ.
Τρίτον, αυτά τα μέτρα δεν θα πρέπει να είναι απλά προσωρινά. Η κυβέρνηση μας καλεί σε μια μάχη ενάντια στην Τρόικα και τα μνημόνια. Αλλά οι μάχες μπορούν να κερδηθούν μόνο με αποφασιστικότητα. Ο Αντώνης Σαμαράς, η Φώφη Γεννηματά, ο Σταύρος Θεοδωράκης -όλα τα φαντάσματα του χθες- έχουν βγει από τις τρύπες τους και προσπαθούν να μας τρομοκρατήσουν ότι το όχι ισοδυναμεί με βιβλική Αποκάλυψη. Αυτός που μπορεί να σπάσει αυτή την κινδυνολογία είναι το κίνημα. Κανένας, όμως, δεν πρόκειται να κινητοποιηθεί απλά και μόνο για να εξασφαλίσει στον Βαρουφάκη και τον Τσακαλώτο έναν ακόμα “πόντο” σε ένα νέο μαραθώνιο διαπραγμάτευσης με τον Σόιμπλε και την Λαγκάρντ, όπου θα παζαρεύουν ξανά αν οι περικοπές θα είναι 8, 9 ή 10 δις.
Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να πάρει η κυβέρνηση τις πρωτοβουλίες. Μπορούμε να τις πάρουμε μόνοι μας. Και να αναγκάσουμε με αυτόν τον τρόπο την κυβέρνηση να μας ακολουθήσει. Με τις πρωτοβουλίες των «από κάτω» διώξαμε τους Σαμαροβενιζέλους, με τον ίδιο τρόπο φτάσαμε στο δημοψήφισμα, έτσι θα συνεχίσουμε.

