Η μοίρα του Αιγύπτιου προέδρου, Χόσνι Μουμπάρακ, εξαρτάται από τρεις δυνάμεις –το στρατό, το Λευκό Οίκο και τρίτον, αλλά με μεγάλη σημασία, από τις μάζες της Αιγύπτου.
Η θέση του στρατού παραμένει αμφιλεγόμενη. Αποτελεί τη βάση κάθε αιγυπτιακού καθεστώτος, από τότε που το Κίνημα των Ελεύθερων Αξιωματικών πήρε την εξουσία το 1952. Ο Μουμπάρακ, όπως και οι προκάτοχοί του, ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ και ο Ανουάρ Σαντάτ, προέρχεται από το στρατό.
Η ανάπτυξη στρατευμάτων στους δρόμους την περασμένη Παρασκευή, έγινε θετικά δεκτή από τους διαδηλωτές διότι ήταν συμπλήρωμα στην απόσυρση του παραστρατιωτικού σώματος των «Δυνάμεων Κεντρικής Ασφαλείας» τις οποίες μισεί όλος ο κόσμος.
Όμως, όπως σχολίαζε η Ουάσινγκτον Ποστ, «μένει να δούμε αν αυτές οι χειρονομίες [συμπάθειας προς τις διαδηλώσεις] αντανακλούν κάποιου είδους αποδοχή των αιτημάτων από το στρατό ή ήταν απλά μια προσπάθεια των επικεφαλής να αποσυμπιέσουν την ένταση και να κερδίσουν χρόνο ώστε ο απολυταρχικός Μουμπάρακ να σταθεροποίησει τον έλεγχο και να βάλει μπρος ένα σχέδιο διαδοχής.»
Το γεγονός ότι ο Μουμπάρακ διόρισε δύο στρατιωτικούς, τους Ομάρ Σουλεϊμάν ως Αντιπρόεδρο, και τον Άχμαντ Σαφίκ ως Πρωθυπουργό, μάλλον εκφράζει την επιθυμία του να κρατηθεί στην εξουσία. Επί της αρχής, ο διορισμός Αντιπροέδρου για πρώτη φορά τα τελευταία 30 χρόνια παρέχει έναν μηχανισμό για την «πειθαρχημένη διαδοχή» που ζήτησε την περασμένη Κυριακή, η αμερικανίδα Υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον.
Όμως, ο Σουλεϊμάν, πρώην επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών, περιγράφεται σε μια αναφορά του αμερικάνικου Υπουργείου Εξωτερικών, από το 2007, που διέρρευσε στο Γουΐκι-λικς, ως «ακλόνητος» πιστός του Μουμπάρακ. Μια άλλη αναφορά του Απρίλη του 2009 τον περιγράφει να ουρλιάζει πως «Η Αίγυπτος είναι περικυκλωμένη από ριζοσπαστικοποίηση», εννοώντας το Ιράν, τη Χεζμπολάχ και τη Χαμάς.
Η αντιμετώπιση του Μουμπάρακ ως προπύργιου ενάντια στον ισλαμιστικό ριζοσπαστισμό –στο εσωτερικό της Αιγύπτου αλλά και σε ολόκληρη την περιοχή- αποτελεί έναν ακόμη βασικό παράγοντα στους υπολογισμούς της Ουάσινγκτον. Ο αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν το διατύπωσε με τον πιο χοντροκομμένο τρόπο την περασμένη Πέμπτη:
«Ο Μουμπάρακ υπήρξε σύμμαχός μας σε μια σειρά πράγματα. Και υπήρξε ιδιαίτερα υπεύθυνος όσον αφορά στα γεωπολιτικά συμφέροντα της περιοχής, τις ειρηνευτικές προσπάθειες στη Μέση Ανατολή, τις δράσεις που ανέλαβε η Αίγυπτος σε σχέση με την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ. Δεν θα τον αποκαλούσα δικτάτορα.»
Η αντίδραση του Ισραήλ ξεκαθαρίζει επίσης ότι το τελευταίο πράγμα που θέλει να δει είναι η δημοκρατία στον Αραβικό κόσμο. Ένας πανεπιστημιακός, ειδικός στα Μεσανατολικά, είπε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς:
«Δεν είναι σαν την Ανατολική Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του ’80... Δεν πρόκειται για μια περιοχή όπου οι σταθερές δικτατορίες μπορούν να αντικατασταθούν από σταθερές δημοκρατίες. Εδώ η εναλλακτική είναι το χάος, η αναρχία και ο ριζοσπαστισμός.»
Όμως, καθώς ξεδιπλωνόταν η εξέγερση στην Αίγυπτο, ο Μπαράκ Ομπάμα έπρεπε να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ότι ο Μουμπάρακ τους έχει μετατραπεί σε βάρος. Γι’αυτό και τα καλοζυγισμένα σχόλια των ΗΠΑ –που από τη μια δεν τον εγκαταλείπουν τελείως, αλλά απαιτούν να μην συντρίψει τις διαδηλώσεις και να σεβαστεί τα δικαιώματα των διαδηλωτών, ενώ απειλούν να κόψουν το 1,5 δισεκατομμύριο δολάρια που δίνουν ετησίως βοήθεια στην Αίγυπτο.
Οι Τάιμς της Νέας Υόρκης έγραψαν για μια δίωρη σύσκεψη του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας το περασμένο Σάββατο: «Η απόφαση του Προέδρου Ομπάμα, τουλάχιστον προς το παρόν, να μην απαιτήσει την παραίτηση του Χόσνι Μουμπάρακ οφείλεται στην ανησυχία της κυβέρνησης ότι μπορεί να χάσει κάθε δύναμη πίεσης πάνω στον Αιγύπτιο Πρόεδρο, όπως και στο ότι φοβάται την πρόκληση κενού εξουσίας μέσα στη χώρα, σύμφωνα με τους αξιωματούχους που συμμετείχαν στη συζήτηση».
Αυτό που επισκιάζει όλες αυτές τις διαβουλεύσεις είναι η μνήμη της Ιρανικής Επανάστασης του 1978-79. Τότε, οι ΗΠΑ παρέμειναν κρεμασμένες στο σύμμαχό τους, το Σάχη, παραπάνω από όσο έπρεπε, και όταν τον εγκατέλειψαν, ο στρατός κατέρρευσε μπροστά σε ένα επαναστατικό κίνημα. Και στην Αίγυπτο, η Ουάσινγκτον θα βασιστεί στους στενούς δεσμούς που έχει με το στρατό, ώστε να επηρεάσει την κατάσταση.
Ωστόσο, οι αιγυπτιακές ένοπλες δυνάμεις δεν είναι ομοιογενής θεσμός. Είναι ευάλωτες στην εξωτερική πίεση. Σήμερα, η πιο ισχυρή πίεση έρχεται από τις μάχες στους δρόμους της Αιγύπτου. Εκεί βρίσκεται το κλειδί για το γρίφο που βασανίζει την κυβέρνηση Ομπάμα.

