Διεθνή
Το φιάσκο του Ρέντσι βαθαίνει την κρίση στην ΕΕ

Φοιτητές σε διαδήλωση υπέρ του Όχι στην Ιταλία

Ένα μεγάλο φιάσκο για τον ιταλικό καπιταλισμό, για το ιταλικό πολιτικό σύστημα αλλά και για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της περασμένης Κυριακής. Ο Ρέντσι παραιτείται και παίρνει θέση δίπλα στον Κάμερον και τον Ολάντ, τους άλλους δυο ηγέτες που μέσα στο 2016 ανακοίνωσαν ότι εγκαταλείπουν τα πολιτικά “εγκόσμια”. 

Ο κόσμος του αγώνα στην Ιταλία, η Αριστερά, τα συνδικάτα και η νεολαία βγαίνουν με το κεφάλι ψηλά από αυτή τη μάχη. Το 59% Όχι στη μεταρρύθμιση του Συντάγματος ήρθε όχι μόνο κόντρα στον Ρέντσι, αλλά και κόντρα στους συνδέσμους των βιομήχανων που βγήκαν ανοιχτά υπέρ του Ναι, κόντρα στα μεγάλα ΜΜΕ που παρουσίαζαν το δημοψήφισμα ως μάχη του ρεαλισμού απέναντι στον “λαϊκισμό”, όπως και κόντρα στον Σόιμπλε και την υπόλοιπη ηγεσία της ΕΕ που στήριξαν τον Ρέντσι στην καμπάνια του.

Τώρα βέβαια, όλοι έχουν να σχολιάσουν κάτι για το πόσες λάθος κινήσεις έκανε ο Ρέντσι. Για να δούμε όμως το μέγεθος της αποτυχίας χρειάζεται να θυμηθούμε ότι όταν αναλάμβανε την πρωθυπουργία πριν από 1000 μέρες και ανακοίνωνε τις προθέσεις του, όλο το ευρωπαϊκό κατεστημένο ήταν στο πλάι του και τα ΜΜΕ προέβλεπαν μόνο επιτυχίες. Ο Ρέντσι όντας δήμαρχος Φλωρεντίας αναδείχθηκε σε αγαπημένο παιδί της δεξιάς πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος και των φιλελεύθερων όπου γης, επειδή μίλαγε ανοιχτά για την ανάγκη “μεταρρυθμίσεων”, με πρώτη και κύρια την επίθεση στα συνδικάτα και την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων. Η πρωθυπουργία του χαρίστηκε. Είναι στην πραγματικότητα ο τρίτος στη σειρά Ιταλός πρωθυπουργός που δεν βγήκε από την κάλπη. Προηγήθηκε ο Μάριο Μόντι το 2011-2013, μεσολάβησαν οι εκλογές και ελλείψει καθαρής πλειοψηφίας ανέλαβε ο Ενρίκο Λέτα. 

Από κοινού

Ήταν τις ίδιες μέρες που εκδηλώθηκε μια δεξιά ανταρσία των βουλευτών του Δημοκρατικού Κόμματος, οδήγησαν σε παραίτηση τον Μπερσάνι που ήταν ο υποψήφιος του κόμματος στις εκλογές και αρχές του 2014 το νέο αστέρι, ο Ματέο Ρέντσι είχε καθίσει στην καρέκλα του πρωθυπουργού, ο νεότερος σε αυτό το αξίωμα στην ιστορία της Ιταλίας. Αφού έγινε αρχηγός του κόμματος και λίγο πριν αναλάβει πρωθυπουργός είχε κάνει μια κίνηση έκπληξη. Κάλεσε επισήμως τον Μπερλουσκόνι -εν μέσω σκανδάλων, διώξεων κλπ- για να ανακοινώσουν από κοινού τη συμφωνία τους για την πολιτική μεταρρύθμιση, με κέντρο τις αλλαγές στο Σύνταγμα. Ο Μπερλουσκόνι τελικά τάχθηκε με το Όχι, για τους δικούς του λόγους, αλλά οι προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του Συντάγματος έχουν γραφτεί και από το δικό του χέρι.

Η συνταγματική μεταρρύθμιση του Ρέντσι συζητιόταν στο ιταλικό πολιτικό σύστημα ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 ως λύση στην αστάθεια. Η λογική ήταν ότι το Σύνταγμα του 1948 παραείναι δημοκρατικό, δίνει μεγάλες εξουσίες στο Κοινοβούλιο, δίνει δυνατότητα ισότιμου ελέγχου στη Γερουσία, και σε συνδυασμό με τους εκλογικούς νόμους που δεν επιτρέπουν σχηματισμό ισχυρής κυβέρνησης, η Ιταλία ζει σε μια διαρκή προεκλογική περίοδο. Τα νομοσχέδια αντί να έρθουν, να επιβληθούν και να εφαρμοστούν, τίθενται σε πολύμηνη συζήτηση και εκεί δίνεται χρόνος να ξεδιπλωθούν αγώνες, να παρέμβουν τα συνδικάτα και στο τέλος να πιεστούν τα κόμματα που λειαίνουν αντί να σκληρύνουν τις μεταρρυθμίσεις. Εκεί οφείλεται, ισχυρίζονταν, η αδυναμία να περάσουν μέτρα που θα εκσυγχρονίσουν τον ιταλικό καπιταλισμό. Ο Ρέντσι, λοιπόν, ήταν ο πρώτος που το “τόλμησε”. Γι’αυτό και οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς τον είχαν χαρακτηρίσει “τελευταία ελπίδα για την πολιτική ελίτ της Ιταλίας”.

Η καμπάνια του Ρέντσι δόθηκε κάτω από τη σημαία της μάχης ενάντια στο “λαϊκισμό”. Βόλευε πολύ τον Ρέντσι να παρουσιάζει ως κύριο αντίπαλο των μεταρρυθμίσεων, την ρατσιστική Λίγκα του Βορρά, τσουβαλιάζοντάς την μαζί με το Κίνημα των 5 Αστέρων, αλλά και με την Αριστερά. Στην πραγματικότητα, το παιχνίδι του λαϊκισμού το έπαιξε πρώτα απ’όλους ο Ρέντσι. Πρώτον, με απάτες ότι η μεταρρύθμιση θα μειώσει τους μισθούς και τα έξοδα των πολιτικών, γιατί θα μειωνόταν δραστικά ο αριθμός των γερουσιαστών αλλά και οι απαραίτητες συνεδριάσεις. Τους τελευταίους μήνες ειδικά, με τις δημοσκοπήσεις να προδιαγράφουν το Όχι, ο Ρέντσι άρχισε να τα βάζει με τη Μέρκελ και με τη λιτότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Φαίνεται ότι μόνο ο Τσίπρας πίστεψε αυτή τη θεατρική παράσταση και ανακήρυξε τον Ρέντσι ηγέτη του “Μπλοκ του Νότου”. 

Παράλληλα, ο Ρέντσι κλιμάκωσε και τις ρατσιστικές κραυγές, γκρινιάζοντας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι δεν καταλαβαίνει το κόστος που αναλαμβάνει η Ιταλία από τους χιλιάδες πρόσφυγες που φτάνουν στις νότιες ακτές της. Η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας έχει μειώσει τον ερχομό προσφύγων στο Αιγαίο αλλά τους έχει αυξήσει στην Ιταλία. Η πίεση του Ρέντσι δεν ήταν για να ανοίξουν τα σύνορα στα Βαλκάνια αλλά για να κλείσουν κι άλλο στη Μεσόγειο. Πρωτοστάτησε στις προσπάθειες για ένα νέο πόλεμο κατά της Λιβύης, για να μπορούν να δημιουργηθούν με ασφάλεια δομές που θα εγκλωβίσουν τους πρόσφυγες στην Αφρική.

Πίσω από την ξαφνική κριτική του Ρέντσι στη λιτότητα δεν ήταν μόνο η ψηφοθηρία, αλλά και ο φόβος του για το μέλλον των ιταλικών τραπεζών. Τα κόκκινα δάνεια που κρατάνε οι ιταλικές τράπεζες αντιστοιχούν στο ένα τρίτο ολόκληρης της Ευρώπης. Για να σταθούν στα πόδια τους χρειάζονται τεράστιες ενέσεις ρευστού χρήματος. Ποιος θα πληρώσει; Και εκτός αυτού, η ΕΕ πλέον απαγορεύει τη διάσωση των τραπεζών με πέρασμα του λογαριασμού στο δημόσιο. Θα πρέπει να πληρώσουν όχι μόνο οι μέτοχοι, αλλά να χάσουν τα λεφτά τους και, εκατομμύρια ίσως, καταθέτες.

 

 

H αντίσταση έφερε τo 60%

Η κατηφόρα για τον Ρέντσι δεν ήρθε λόγω της πρωτοβουλίας του για το δημοψήφισμα. Αυτό είναι μόνο το αποτέλεσμα. 

Έχει συναντήσει τεράστια αντίσταση στην προσπάθεια του να επιβάλει τα μέτρα λιτότητας, ενώ έχει ήδη φανεί και η αναποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων. Το “Jobs Act” που πέρασε έκανε πιο εύκολες τις απολύσεις των νέων εργαζόμενων, περιόρισε τις δυνατότητες των συνδικάτων να καθορίζουν τις συμβάσεις, και περιέκοψε δημόσιες υπηρεσίες. Στόχος ήταν υποτίθεται η μείωση της ανεργίας των νέων, η οποία όμως παραμένει στο 40%.

Παράλληλα είχε να υποστεί την κριτική από τα δεξιά, γιατί τελικά δεν ακούμπησε τους παλιούς εργαζόμενους, εκεί που τα αφεντικά χρειάζονταν περισσότερες απολύσεις. Ο νόμος “Buona Scuola”, μια επίθεση στη δημόσια εκπαίδευση, ξεσήκωσε ένα κύμα καταλήψεων, μαζικές διαδηλώσεις μαθητών και κλεισίματα δρόμων σε όλη τη χώρα, και μεγάλες απεργίες εκπαιδευτικών όλο το φθινόπωρο που πέρασε.

 

 

Οι επιτροπές του ΟΧΙ ευκαιρία για ανασυγκρότηση της Αριστεράς

Μέσα σε αυτό το κλίμα δόθηκε η μάχη του Όχι, και γι’αυτό προς τιμήν της, η Αριστερά, όπως και τα συνδικάτα, δεν δίστασαν καθόλου να μπουν στην πρώτη γραμμή για το Όχι, παρά τις πιέσεις ότι ήταν ζήτημα της άκρας δεξιάς ή μόνο των «5 Αστέρων». Ο Ρέντσι, αντίθετα, συνέχισε τη λάσπη ακόμη και μετά την ήττα του. 

Στην πρώτη ομιλία του το βράδυ της Κυριακής ανέφερε τον Σαλβίνι, τον αρχιρατσιστή της Λίγκας του Βορρά ως νικητή. Στην πραγματικότητα, η μάχη δόθηκε από τις επιτροπές του Όχι που στήθηκαν ανά γειτονιά. Μια περιγραφή λέει πως “για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια είδαμε μια πραγματικά λαϊκή καμπάνια, που μας ξανάφερε κάποιες από τις παραδοσιακές πρακτικές των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κινημάτων. Επισκέψεις σε σπίτια, φυλλάδια, συνθήματα σε τοίχους, πανό σε δημόσιους χώρους, μαζί με βίντεο και μέιλ στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά και βανάκια με μεγάφωνα στους δρόμους… Εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες της Φλωρεντίας έκαναν ακόμη και σαμποτάζ στην καμπάνια του Ναι, παρεμβαίνοντας στις διαφημίσεις που ήταν αναρτημένες στα λεωφορεία”.

Αποτελέσματα

Εξάλλου και ο χάρτης των αποτελεσμάτων δείχνει πως το Όχι δεν ήταν ζήτημα των “ρατσιστών του Βορρά”. Τα μεγαλύτερα ποσοστά για το Όχι, 70-75% καταγράφηκαν στη Σαρδηνία, τη Σικελία και το νότο της χερσονήσου. 

Tο ιταλικό πολιτικό σύστημα έχει να λύσει δύσκολο γρίφο. Από τη μια αν αποφύγει τις εκλογές με τέταρτη στη σειρά μη εκλεγμένη κυβέρνηση, μπορεί να προκαλέσει έκρηξη. Πιθανές εκλογές με τη δεξιά πολυδιασπασμένη και το Δημοκρατικό Κόμμα ζαλισμένο από την ήττα, αφήνουν μεγαλύτερο χώρο στο Κίνημα 5 Αστέρων (5ΚΑ). Το 2013 το Κ5Α ήταν ήδη πρώτο σε ψήφους κόμμα, τυπικά μόνο ήταν τρίτο γιατί η δεξιά και η κεντροαριστερά κατέβαιναν με συνασπισμούς.

Το Κ5Α είναι το υποπροϊόν της δεξιάς στροφής που ακολούθησε η Αριστερά στην Ιταλία. Το κόμμα του Ρέντσι είναι ο διάδοχος του παλιού ευρωκομμουνιστικού ΚΚΙ. Η Κομμουνιστική Επανίδρυση που υπήρξε ελπίδα της αριστεράς σε όλη την Ευρώπη πριν από 15 χρόνια συμμετείχε στην κυβέρνηση του Πρόντι, συναινώντας στην αποστολή στρατευμάτων στο Αφγανιστάν και στο Λίβανο. Όσοι έλεγαν πως η Αριστερά έπρεπε να “σοβαρευτεί” για να δυναμώσει, είδαν την Αριστερά να “σοβαρεύεται” και να συρρικνώνεται, και τη θέση της στο πολιτικό σκηνικό να παίρνουν δυνάμεις πολύ λιγότερο σοβαρές. 

Οι επιτροπές του Όχι, το 59% στο δημοψήφισμα είναι η ευκαιρία και η βάση για την ανασυγκρότηση της Αριστεράς που αξίζει το κίνημα της Ιταλίας.