Ο Ερμάνο Όλμι, που έφυγε στις 7 Μάη υπήρξε ο λιγότερο δημοφιλής από μια γενιά σπουδαίων Ιταλών κινηματογραφιστών της μεταπολεμικής περιόδου. Η μη πλατιά αναγνώριση δεν οφείλεται μόνο στο χαμηλό προφίλ που διατηρούσε. Αφηγήθηκε ιστορίες της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς συνδυάζοντας την πρωτοποριακή νεορεαλιστική μέθοδο με μια θρησκευτική υπερβατικότητα που ο ίδιος κουβαλούσε από τη ρωμαιοκαθολική του παιδεία. Αυτό κράτησε μακριά τους αριστερούς κριτικούς που τον κατέκριναν ως ιδεαλιστή, αλλά και από τη δεξιά που (ορθά) τον θεωρούσε μαρξιστή. Ωστόσο άφησε πίσω του ένα πολύτιμο και πρωτότυπο κινηματογραφικό έργο.
Γεννήθηκε στο Μπέργκαμο, επαρχία της Λομβαρδίας που έμελλε να γίνει βασικός αστικός δορυφόρος της μεταπολεμικής βιομηχανικής ανάπτυξης της Ιταλίας. Μετακόμισε με την οικογένειά του στο Μιλάνο, όπου στα 16 του εγκατέλειψε τις βλέψεις για σπουδές για να δουλέψει ως κλητήρας στην εταιρία Έντισον-Βόλτα. Όταν είδε στο σινεμά το επικό «Παϊζά» του Ρομπέρτο Ροσσελίνι σχετικά με την απελευθέρωση της Ιταλίας από τους φασίστες, στράφηκε στην κινηματογράφιση ταινιών 16 χιλιοστών και σύντομα έπεισε τα αφεντικά του να του εμπιστευτούν την παραγωγή διαφημιστικού υλικού της εταιρίας. Μετά από 30 ταινίες τεκμηρίωσης μικρού μήκους, το 1959 γύρισε το «Ο χρόνος σταμάτησε», μια ιδιαίτερη ιστορία φιλίας ανάμεσα σε ένα νέο και τον φύλακα ενός υδροηλεκτρικού φράγματος στα βουνά της Βόρειας Ιταλίας. Εδώ ξεκινά επίσημα η κινηματογραφική του καριέρα.
Στην επόμενη ταινία του «Η θέση» (Το πόστο) ζωντανεύει τη δική του ιστορία μέσα από τα μάτια του νεαρού Ντομένικο, που ξεκινά από τα περίχωρα του Μιλάνου για να περάσει τις εξετάσεις και να γίνει δεκτός σε μια εταιρία στη «μεγάλη πόλη». Ο Όλμι καταφέρνει να αποδόσει εκφραστικά τις τεράστιες αλλαγές στην Ιταλική κοινωνία, τη μαζικοποίηση του βιομηχανικού προλεταριάτου στο Βορρά, την κίνηση από την ύπαιθρο στις πόλεις με ό,τι αυτό σημαίνει για τη ζωή των εργατών, στις σχέσεις με την οικογένεια, το περιβαλλον και τον εαυτό τους. Η ίδια κεντρική ιδέα διαπερνά και τις επόμενες ταινίες «Οι αρραβωνιασμένοι» και «Κάποια μέρα».
Επιρροές
Ο Όλμι σαφώς επηρρεάστηκε από το Νεορεαλιστικό ρεύμα, όμως άνοιξε έναν δικό του δρόμο απόδοσης της πραγματικότητας, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της τεκμηρίωσης όχι «αντικειμενικά και αμερόληπτα», αντίθετα μέσω της παρατήρησης αναδεικνύει μια διαφορετική οπτική των πραγμάτων αλλά και μια βαθύτερη ματιά μέσα στους ανθρώπινους χαρακτήρες.
Όλες αυτές οι αναζητήσεις τελειοποιούνται στην ταινία που τον έκανε διάσημο, το «Δέντρο για ξύλινα τσόκαρα» (1978).
Εδώ επιστρέφει στη Λομβαρδική ύπαιθρο του τέλους του 19ου αιώνα για να αφηγηθεί τη ζωή σε μια «κασίνα», ένα υποστατικό αγρόκτημα, όπου μένουν 4 οικογένειες κολίγων, δεμένων με τη γη που ανήκει στον τοπικό γαιοκτήμονα. Αυτός δεν είναι κάτοχος μόνο του πλούτου, αλλά και του πολιτισμού, καθώς βάζει Μπαχ στο γραμμόφωνο την ώρα που εισπράττει τα της σοδειάς τους. Τους ήρωες υποδύονται ερασιτέχνες αγρότες, οι οποίοι μάλιστα μιλούν την τοπική λομβαρδική διάλεκτο (η ταινία στην Ιταλία προβλήθηκε με Ιταλικούς υπότιτλους!).
Μέσα από ένα τρίωρο υποβλητικό έργο παρατηρούμε τους χωρικούς να δουλεύουν μέσα στην εναλλαγή των εποχών, να ερωτεύονται, να παντρεύονται, να γεννούν, να πεθαίνουν. Οι κοινωνικοί αγώνες υπάρχουν σε πίσω φόντο, όπου εμφανίζεται ένας αγκιτάτορας υπέρ της ισότητας και σε μια φοβερή στιγμή που έφιππη αστυνομία επιτίθεται σε διαδηλωτές στο Μιλάνο. Όμως οι αγρότες κινούνται στο δικό τους ρυθμό μεταξύ χωραφιού, σπιτιού και εκκλησίας. Μόνη τομή στη ρουτίνα είναι η απόφαση, μετά από προτροπή του ιερέα, να στείλουν ένα παιδί στο σχολείο. «Τι θα πει ο κόσμος; Παιδί αγρότη να μάθει γράμματα;» Όταν όμως ο μικρός Μινεκ ξεμείνει από παπούτσια, ο πατέρας θα κόψει παράνομα ένα δέντρο για να του φτιάξει τα ξύλινα τσόκαρα που έχει ανάγκη για τα 6 χιλιόμετρα που διανύει καθημερινά, προκαλώντας την οργή του γαιοκτήμονα και την αποπομπή της οικογένειας από το αγρόκτημα. Από μια διαφορετική διαδρομή, οι ταπεινοί ήρωες του Όλμι έχουν αντίστοιχη κατάληξη με τον «Κλέφτη ποδηλάτων», την ταινία – ορόσημο του Ιταλικού νεορεαλισμού.
Η μετέπειτα πορεία του δεν ήταν εντυπωσιακή. Είχε μεγάλα διαστήματα απουσίας, εν μέρει λόγω χρόνιου προβλήματος υγείας, αλλά και από άποψη έμεινε μακριά από τα φώτα της διασημότητας. Αποτραβήχτηκε στη γενέτειρά του, όπου ίδρυσε τη σχολή κινηματογράφου «Υπόθεση σινεμά» και επέστρεψε επιλεκτικά στην παραγωγή ταινιών. Το 1988 γύρισε τον «Θρύλο του άγιου πότη», εξαιρετική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Γιόζεφ Ροτ, το 2001 το «Επάγγελμα των όπλων», με θέμα τον πρώτο πόλεμο με πυρομαχικά. Δεν έχασε ποτέ την κοινωνική ματιά. Το 2011 επανήλθε με το «Χωριό από χαρτόκουτα», εμπνευσμένο από την οδύσσεια των μεταναστών στην Ιταλία. Τελευταία του δημόσια εμφάνιση στη Μπερλινάλε το 2014 με ένα αντιπολεμικό δράμα από τα χαρακώματα του Α’ Παγκόσμιου πολέμου.

