Κατόπιν όμως, και χωρίς προφανώς να μπορούν να προβάλουν καμιά αντίρρηση, μετατρέπονταν σε άκακα άγια εικονίσματα, στερημένα από το επαναστατικό περιεχόμενο των ιδεών και της δράσης τους. Ο ίδιος ο Λένιν δεν γλίτωσε από μια τέτοια μεταχείριση: έγινε μούμια σε ένα μαυσωλείο και “εικόνισμα” για χρήση του σταλινισμού.
Το ίδιο έπαθε κι ο Αντόνιο Γκράμσι, στα χέρια τόσο του σταλινισμού όσο και αργότερα του “ευρωκομμουνισμού”. Το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο προσφέρει μια πολύτιμη υπηρεσία στην αποκάλυψη του πραγματικού Γκράμσι δημοσιεύοντας για πρώτη φορά στα ελληνικά ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα του μεγάλου επαναστάτη. Είναι οι “Θέσεις της Λυών”, το βασικό εισηγητικό κείμενο της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας στο Τρίτο Συνέδριο του κόμματος ,στη γαλλική πόλη Λυών, τον Μάρτη του 1926.
Η Επανάσταση του Οκτώβρη του 1917 στη Ρωσία λειτούργησε σαν φάρος και μαγνήτης για τους ριζοσπαστικοποιημένους εργάτες και τους επαναστάτες σε όλον τον κόσμο. Η θέληση “να το κάνουμε όπως στην Ρωσία” φλόγιζε το νου και τις καρδιές διεθνώς. Προσέλκυε αγωνιστές από τα πιο διαφορετικά ρεύματα, από τις παλιές αριστερές πτέρυγες των σοσιαλιστικών κομμάτων, μέχρι ρεύματα και ομάδες από την αναρχία και τον επαναστατικό συνδικαλισμό.
Στην Ρωσία, οι εργάτες με τα σοβιέτ τους (τα συμβούλια των εργατών και στρατιωτών αντιπροσώπων) είχαν πάρει την εξουσία. Σ' αυτή τη νικηφόρα έκβαση τους είχε οδηγήσει ένα κόμμα, οι Μπολσεβίκοι που τα ονόματα των ηγετών τους, του Λένιν και του Τρότσκι ιδιαίτερα, έγιναν μεμιάς αναγνωρίσιμα σε όλες τις γλώσσες. Για εκατοντάδες χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες λοιπόν, η επιλογή ήταν σαφής: είμαστε με την επανάσταση και τον κομμουνισμό και ριχνόμαστε στην προσπάθεια να τα κάνουμε πράξη χτίζοντας ένα επαναστατικό κόμμα.
Όμως, το πώς το κάνουμε, δεν ήταν καθόλου λυμένο. Υπήρχε βέβαια η εμπειρία των Μπολσεβίκων. Όμως λίγα πράγματα ήταν ουσιαστικά γνωστά για αυτούς, για την ιστορία, τις θεωρητικές διαμάχες και τις οργανωτικές επιλογές που τους διαμόρφωσαν. Το πώς θα μπορούσε να αφομοιωθεί δημιουργικά αυτή η εμπειρία στις συνθήκες της Δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής ήταν ένα άλλο, ακόμα πιο δύσκολο ζήτημα. Τα νεαρά κομμουνιστικά κόμματα έπρεπε να αναμετρηθούν με αυτά τα καθήκοντα χωρίς να έχουν όχι μόνο την εμπειρία, αλλά και τον χρόνο. Στην Γερμανία, το κόμμα αποκεφαλίστηκε κυριολεκτικά τον Γενάρη του 1919 σχεδόν με την ίδρυσή του. Το κενό που άφησαν επαναστάτες όπως η Λούξεμπουργκ και ο Λήμπνεχκτ, θα γινόταν καταθλιπτικά αισθητό τα επόμενα χρόνια.
Θεωρία και πράξη
Η εργατική τάξη της Ιταλίας έφτασε στα πρόθυρα της επανάστασης στην “Κόκκινη Διετία” του 1919-1920 με το κίνημα των εργοστασιακών συμβουλίων. Ο νεαρός επαναστάτης Αντόνιο Γκράμσι κι οι σύντροφοί του που έβγαζαν την εφημερίδα Ορντινε Νουόβο (Νέα Τάξη) στο Τορίνο, όντας ενεργητικό κομμάτι αυτού του κινήματος, γενίκευσε την εμπειρία του, την ανέβασε στο επίπεδο της θεωρίας.
Στον Γκράμσι εκείνης της περιόδου χρωστάμε την ανάλυση που αποδεικνύει ότι τα σοβιέτ, τα εργατικά συμβούλια, δεν ήταν μια ρώσικη ιδιαιτερότητα ούτε κατασκεύασμα των μπολσεβίκων, αλλά ο τρόπος που κινείται η τάξη όταν μπαίνει σε σύγκρουση με το σύστημα.
Όμως, το ζήτημα του κόμματος έμενε ανοιχτό. Η “Κόκκινη Διετία” ηττήθηκε, εξαιτίας της προδοτικής στάσης της ηγεσίας των συνδικάτων και της παθητικότητας της ηγεσίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος που τυπικά δήλωνε την πίστη της στον Οκτώβρη και την Κομμουνιστική Διεθνή. Τον Γενάρη του 1921, στη διάρκεια του συνεδρίου του Λιβόρνο, οι επαναστάτες αποχώρησαν για να ιδρύσουν το Κομμουνιστικό Κόμμα στην Ιταλία. Ενα σχετικά μικρό κόμμα που έπρεπε να δράσει σε συνθήκες ήττας του κινήματος. Δυο χρόνια αργότερα η κατάσταση θα δυσκόλευε ακόμα περισσότερο με την άνοδο των φασιστών του Μουσολίνι στην εξουσία.
Οι “Θέσεις της Λυών” ήταν προϊόν μιας περιόδου κριτικού απολογισμού της προηγούμενης πορείας, θεωρητικού ξεκαθαρίσματος και διαπάλης με τις απόψεις που είχαν κυριαρχήσει στο κόμμα τα προηγούμενα χρόνια. Η σχέση του κόμματος με την τάξη ήταν ο βασικός άξονας.
Η αντιπαράθεση για το αν το επαναστατικό κόμμα είναι “κομμάτι” της τάξης ή “όργανο” της τάξης, όπως υποστήριζε η “αριστερά” με επικεφαλής τον Μπορντίγκα, δεν ήταν ζήτημα ορολογίας. Για τον Γκράμσι, το ότι το κομμουνιστικό κόμμα είναι τμήμα της τάξης, σημαίνει ότι επιδιώκει να οργανώσει στις γραμμές του την εργατική πρωτοπορία. Η εργατική τάξη δεν κινείται με ενιαίο τρόπο, ούτε οι ιδέες της αλλάζουν αυτόματα. Χρειάζεται η ενεργητική παρέμβαση από το πιο πρωτοπόρο, μαχητικό κομμάτι της. Οχι με τη μορφή διδασκαλίας αφ' υψηλού, αλλά επιδιώκοντας στην πράξη σε κάθε μάχη, πολιτική και οικονομική, να κερδίσει την πλειοψηφία.
Το δεύτερο ξεκαθάρισμα που έκαναν οι “Θέσεις” ξεκινούσε από την αφετηρία ότι η επανάσταση στην Ιταλία μπορούσε να είναι μόνο σοσιαλιστική και ότι η αντικαπιταλιστική πάλη δεν μπορούσε να περάσει από το σχηματισμό μιας “αντικαπιταλιστικής” κυβέρνησης πριν η εργατική τάξη πάρει την εξουσία.
Αυτό δεν σήμαινε ότι το κόμμα θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να “το δικαιώσει η ιστορία”. Επρεπε να παίρνει πολιτικές πρωτοβουλίες, ιδιαίτερα στη μάχη ενάντια στο φασιστικό καθεστώς. Οχι σαν η αριστερή πτέρυγα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, αλλά με τη δικιά του τακτική, με συνθήματα που σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή δένονται με τις ελπίδες της τάξης αλλά τις συνδέουν με τον επαναστατικό σκοπό.
Γκράμσι και Λένιν
Πρόκειται ίσως για την πιο πυκνή, ώριμη και γόνιμη προσφορά στη συζήτηση για το τι είναι και τι κάνει ένα επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα που έγινε στη Κομιντέρν πριν από την επικράτηση του σταλινισμού. Τηρουμένων των αναλογιών, αν ο Γκράμσι στα κείμενα για τα εργοστασιακά συμβούλια κατάφερε να “μεταφράσει” την εμπειρία των σοβιέτ στη “γλώσσα” της Δύσης, οι “Θέσεις της Λυών” είναι η “μετάφραση” του “Τι να κάνουμε;”.
Ο Θανάσης Καμπαγιάννης επισημαίνει πολύ σωστά στον Πρόλογο της έκδοσης, ότι οι “Θέσεις της Λυών” μάς δίνουν το κλειδί για να αναζητήσουμε το πραγματικό περιεχόμενο όρων και εννοιών που θα χρησιμοποιούσε αργότερα ο Γκράμσι στα “Τετράδια της Φυλακής” και που έχουν υποφέρει στα χέρια επιγόνων και ερμηνευτών του: πόλεμος θέσεων και κινήσεων, ηγεμονία, παθητική επανάσταση, είναι μερικές απ' αυτές.
Είναι επίσης πολύ σωστή η επιλογή να συμπληρωθεί το κείμενο των θέσεων με το πρακτικό της συζήτησης στην επιτροπή προετοιμασίας τους. Πρώτον, γιατί σπάει με μια κακή παράδοση, να παρουσιάζονται οι πολεμικές στο επαναστατικό κίνημα μονομερώς λες κι ήταν μονόλογος. Εδώ μπορούμε να διαβάσουμε όχι μόνο την κριτική πχ του Γκράμσι στον Μπορντίγκα αλλά και το τι απαντούσε ο δεύτερος στον πρώτο. Μαζί με τις ενημερωτικές σημειώσεις και τον Επίλογο, αυτή η έκδοση μπορεί να χρησιμεύσει σαν θεωρητικός οδηγός στο καθήκον που έχουμε μπροστά μας: το χτίσιμο του επαναστατικού κόμματος της εργατικής πρωτοπορίας.

