Οι πρώτες άγριες απεργίες της Μεταπολίτευσης μπορεί να έμοιαζαν απομονωμένες μάχες μεταξύ ξεχωριστών αφεντικών και των εργατών τους. Όμως μέσα σε ένα χρόνο, τα παραδείγματα είχαν γενικευτεί, η συμπαράσταση απλωνόταν, και η αυτοπεποίθηση των εργατών απειλούσε να τινάξει τη σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος στον αέρα.
Για την σταθερότητα δεν ανησυχούσε μόνο η κυβέρνηση, αλλά και η ρεφορμιστική Αριστερά. Ο Χαρίλαος Φλωράκης, μια μέρα μετά τα επεισόδια του Ιούλη, ανακάλυπτε: “τρομοκρατική δράση ύποπτων, προβοκατόρικων και νεοφασιστικών στοιχείων”. Σε ανάλογο ύφος, ο Ανδρέας Παπανδρέου δήλωνε πως η διαδήλωση: “προβοκαρίστηκε από πράκτορες άγνωστης προέλευσης σε γιγάντια κλίμακα”.
Το κίνημα στα εργοστάσια θα παραμείνει εντελώς εκτός ελέγχου για ακόμη μια χρονιά. Μια χρονιά στην οποία εξελίχθηκε ένας άνισος αγώνας δρόμου. Από τη μια μεριά απλός κόσμος που οργανώνεται από τα κάτω, δίνει τεράστιες και ηρωικές μάχες, με μοναδικά όπλα την ενότητα, την αλληλεγγύη και την εμπειρία που προκύπτει από μάχη σε μάχη. Από την άλλη, μια κρατική καταστολή που κλιμακώνεται, σε συνδυασμό με τις συνεχείς τρικλοποδιές που στήνει η ρεφορμιστική αριστερά.
Άσυλο
Στα μέσα Αυγούστου ξεκινάει η μεγάλη απεργία της Χαρτοποιίας ΜΕΛ, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Ήταν μια από τις μεγαλύτερες μάχες και συμπυκνώνει όλα τα συμπεράσματα για τους αγώνες εκείνης της περιόδου. Οι απεργοί της ΜΕΛ δεν βρήκαν τιποτα έτοιμο. Ανακάλυψαν από την αρχή πώς οργανώνεις απεργία, κατάληψη, συμπαράσταση. Ήταν αυτοί που φώναξαν για πρώτη φορά το σύνθημα “Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη”, που ακούγεται στις διαδηλώσεις και τις απεργίες όλα αυτά τα 35 χρόνια. Δυο μήνες μετά το ξεκίνημα της απεργίας αποφάσισαν να κατέβουν στην Αθήνα για να δώσουν πιο κεντρικό χαρακτήρα στον αγώνα τους. Ξενυχτάνε μπροστά στη Βουλή και κάνουν συνελεύσεις στα Προπύλαια.
Η κυβέρνηση στέλνει αστυνομία να τους διώξει από τα Προπύλαια. Οι απεργοί υπερασπίζονται το χώρο μαζί με συμπαραστάτες. Αποφασίζουν τελικά να πάνε στο Πολυτεχνείο φωνάζοντας “Το δρόμο τον δείχνει ο Νοέμβρης”. Σε μια ανακοίνωσή τους έγραφαν: “Βαδίσαμε στο Πολυτεχνείο, εκεί όπου φοιτητές κι εργάτες πριν δυο χρόνια, άρχισαν το ξήλωμα του φασισμού κι άνοιξαν το δρόμο για τους αγώνες της εργατιάς.” Ήταν η ρητή ανακήρυξη του Πανεπιστημιακού ασύλου. Πέρα από τα σημερινά παραμύθια της Διαμαντοπούλου περί “ακαδημαϊκού ασύλου” και κατάχρησής του, το άσυλο δεν ήταν αποτέλεσμα καμιάς νομοθεσίας. Ήταν κατάκτηση αγώνων όπως αυτός της ΜΕΛ που έπαιρναν σαν οδηγό δράσης την εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Απεργία είχε ξεκινήσει και σε άλλο εργοστάσιο του ίδιου ιδιοκτήτη, του Λαδόπουλου, στην Πάτρα. Για ένα διάστημα, έρχονται και οι εργάτες της Πάτρας στην Αθήνα, όπου ενώθηκαν με τη ΜΕΛ. Αυτό είναι μια ακόμη τακτική που γενικεύτηκε στις απεργίες του '74-'76. Να απεργούν ταυτόχρονα σε πολλά μαγαζιά του ίδιου αφεντικού, για να αυξάνεται η πίεση.
Στο μεταξύ οι εργάτες της ΜΕΛ έχουν φτιάξει τη δική τους εφημερίδα, τη “Φωνή των απεργών της ΜΕΛ”, στην οποία εξηγούν την τακτική και τους στόχους τους. Η εφημερίδα μετατρέπεται και σε εργαλείο συμπαράστασης, με χιλιάδες φύλλα να πουλιούνται σε άλλα εργοστάσια. Εργάτες της Βιοχάλκο, της Βιαμάξ, της Αγροτικής Τράπεζας και άλλων χώρων συγκεντρώνουν χρήματα για να βοηθήσουν τους απεργούς.
Η ΜΕΛ οργανώνει συναυλίες αλληλεγγύης, και συγκεντρώσεις συμπαράστασης μέσα στο Πολυτεχνείο. Όμως, όσο πλησιάζει η επέτειος του Πολυτεχνείου, η ρεφορμιστική Αριστερά θέλει να γλιτώσει από το βάρος της ΜΕΛ. Η ελεγχόμενη από την Αριστερά, ΕΦΕΕ, απαιτεί από τους απεργούς να φύγουν. Το Πολυτεχνείο και ο γιορτασμός του υποτίθεται δεν προσφέρονται για “οικονομικούς αγώνες”. Προτεραιότητα έχουν οι εκδηλώσεις“κατά του ιμπεριαλισμού” και “υπέρ της Δημοκρατίας”.
Είχαν προσπαθήσει να στείλουν τους απεργούς στο Εργατικό Κέντρο αντί του Πολυτεχνείου. Όπως έγραφαν οι απεργοί:“ Αφού η αστυνομία απότυχε στην τρομοκρατική ενέργειά της, προσπάθησαν να μας κλείσουν στο Εργατικό Κέντρο για να μην ακούγεται πια η φωνή μας απ'το λαό της Αθήνας, για να απομονωθούμε απ'την συμπαράσταση, να μπορέσουν να μας λυγίσουν.”
Τελικά οι εργάτες αποφασίζουν να γυρίσουν στη Θεσσαλονίκη. Μπαίνουν μέσα στο εργοστάσιο και βάζουν μπρος τις μηχανές, κάτω από το δικό τους έλεγχο. Η εργοδοσία υποχώρησε, έδωσε αυξήσεις και πλήρωσε ακόμη και τις μέρες της απεργίας.
Οι αγώνες από τα κάτω συνέχιζαν να δίνουν μαθήματα σε όλους και να οδηγούν σε νίκες. Η Ιζόλα απεργούσε όλο τον Αύγουστο του '75 και κέρδισε αυξήσεις. Ακολούθησαν μεγάλοι αγώνες σε χαλυβουργεία, στους μεταλλωρύχους του Παρνασσού, στο Μαδέμ Λάκκο στη Χαλκιδική, και διαρκείας στον Μποδοσάκη. Στα περισσότερα τσαγκαράδικα θα φτιαχτούν σωματεία μέσα από επιτροπές βάσης που ξεκινάνε απεργίες.
Όμως, η κοινοβουλευτική Αριστερά, το ΚΚΕ και το ΚΚΕ Εσωτερικού, είτε έβαζαν εμπόδια, είτε στην καλύτερη περίπτωση συμπαραστέκονταν στα λόγια αλλά δεν οργάνωναν την έμπρακτη αλληλεγγύη, ούτε καλούσαν τους υπόλοιπους χώρους να γενικεύσουν την επίθεση κατά των αφεντικών και της κυβέρνησης. Η αντικαπιταλιστική Αριστερά, που σήκωσε αυτό το καθήκον στους ώμους της, ήταν “προβοκάτορες”.
Το παράδειγμα των επιτροπών αγώνα που οργανώνουν απεργίες, είτε υπάρχει, είτε δεν υπάρχει σωματείο, το ακολουθούν όχι μόνο στα εργοστάσια αλλά και σε άλλους χώρους. Όταν ξεκίνησαν απεργία οι νοσοκομειακοί γιατροί, ο Υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών του Καραμανλή αποφαινόταν πως: “Η Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα Νοσοκομειακών Γιατρών ουδέποτε υπήρξε νόμιμα συστημένη οργάνωση και επομένως δεν νομιμοποιείται να ασκήσει το δικαίωμα της απεργίας”.
Το 1976 ξεκίνησε με μεγάλη ορμή. Οι εργάτες του Πετζετάκη είναι σε απεργία και στην Αθήνα και στη Θήβα. Ενώ οι εργάτες στον Πίτσο είχαν ήδη κλείσει δύο βδομάδες απεργία. Οι εργαζόμενοι στο Παίδων Αγία Σοφία γυρνάνε στη δουλειά μόνο μετά από πολιτική επιστράτευση. Ήταν οι πρώτοι στους οποίους εφαρμόστηκε αυτή η απεργοσπαστική τακτική. Στον Πίτσο η κυβέρνηση θα κάνει πιο άγρια επίδειξη δύναμης. Μετά 40 μέρες απεργίας, και ενώ το αφεντικό έχει στρατολογήσει απεργοσπάστες από την επαρχία, η κυβέρνηση στέλνει την αστυνομία για να διώξει τους εργάτες που βρίσκονται μέσα στο χώρο του εργοστασίου. Με ξύλο, δακρυγόνα και αντλίες, η αστυνομία καταλαμβάνει το χώρο.
Αυξήσεις
Οι εργάτες ανασυγκροτούνται λίγο πιο πάνω, στο νεκροταφείο της Νίκαιας, και ξανασυγκρούονται με την αστυνομία. Για να μείνει το εργοστάσιο ανοιχτό, χρειάζεται συνέχεια αστυνομική περιφρούρηση και ασφαλίτες. Το αφεντικό απέλυσε τους 500 εργάτες, όμως οι περισσότεροι απεργοσπάστες όταν συνειδητοποίησαν για ποιο λόγο ήρθαν, τα παρατάνε. Δέκα μέρες αργότερα, οι εργάτες ξαναπροσλήφθηκαν και πήραν και αυξήσεις.
Για να αντιμετωπιστεί το κύμα των εργοστασιακών αγώνων θα χρειαστεί μια πιο συντονισμένη επίθεση. Από τη μια, μαζικές απολύσεις των πιο μαχητικών εργατών που πρωταγωνίστησαν στους αγώνες. Από την άλλη, κυβερνητική κάλυψη και στήριξη αυτού του κύματος απολύσεων και πειθάρχησης των εργατών. Ο νόμος 330 που ψηφίστηκε το Μάη του '76 ήταν η κορύφωση της επίθεσης. Οι απεργίες χωρίς προειδοποίηση μετατρέπονταν αυτόματα σε απόλυση, ενώ σε συνδυασμό με άλλες νόμους, έγινε υποχρεωτική η προσφυγή στη διαιτησία, και απαγορεύτηκε η απεργία ενώ εξελίσσεται διαπραγμάτευση.
Τα επόμενα χρόνια, θα ακολουθήσουν χιλιάδες απολύσεις που τσάκισαν τον πιο μαχητικό πυρήνα. Στις 24-25 Μάη του '76 έγινε η πρώτη 48ωρη γενική απεργία της Μεταπολίτευσης κόντρα στον 330. Στις οδομαχίες που έδωσε ο οργισμένος κόσμος η κοινοβουλευτική Αριστερά ανακάλυψε ξανά προβοκάτορες. Το ΚΚΕ ανακοίνωσε πως “φασιστικά και προβοκατόριακα στοιχεία βρήκαν την ευκαιρία...να δράσουν ανενόχλητα, εμφανίζοντας τους εαυτούς τους σαν απεργούς οικοδόμους”.
Το κύμα ριζοσπαστικοποίησης της Μεταπολίτευσης κάθε άλλο παρά σταμάτησε το '76. Αυτό που συνέβη όμως ήταν ότι με τη βοήθεια της καταστολής και του 330, ενισχύθηκαν οι απόψεις που έλεγαν πως οι αγώνες από τα κάτω δεν μπορούν να έχουν μέλλον. Η λύση έπρεπε να έρθει “πολιτικά”, μέσα από τις εκλογές και μέσα από τη συνολική αλλαγή των συσχετισμών.
Τα κλαδικά σωματεία παρουσιάζονταν από το ΚΚΕ, ως απάντηση απέναντι στον κίνδυνο απομόνωσης των εργοστασιακών σωματείων. Οι ομοσπονδίες και τα κλαδικά όμως ταυτόχρονα έπαιρναν την πρωτοβουλία κινήσεων από τη βάση, από τους ανθρώπους που δούλευαν και δρούσαν μέσα στους ίδιους τους χώρους.
Οι απαισιόδοξοι και οι γραφειοκράτες έμοιαζαν να δικαιώνονται από την εξέλιξη των πραγμάτων. Στη μεγάλη απεργία της AEG του '77, ο γραμματέας του Ερ- γατικού Κέντρου Πειραιά, κάλεσε τους εργατες να σταματήσουν τον αγώνα διότι όλες οι απεργίες της χρονιάς είχαν οδηγηθεί σε ήττα. Η άποψη της ΕΣΑΚ, της παράταξης του ΚΚΕ, ήταν παρόμοια.
Σε μια ανακοίνωση μελών της επιτροπής αγώνα της AEG μετά τη μεγάλη απεργία του '77, έδιναν μια καλή απάντηση: “Οχι ΓΣΕΕ και ΕΣΑΚ, δεν είναι καθόλου περίεργο που το '77 χαθήκανε όλες οι απεργίες. Χαθήκανε γιατί δεν είχαμε μόνο τα αφεντικά να αντιμετωπίσουμε, αλλα κι εσας τους εργατοπροδότες, που κάνατε το παν να πνίξετε τους αγώνες μας, για να κερδίσετε εσείς καρέκλες και ρουσφέτια και να δείξετε πόσο ήσυχα παιδιά είστε στ'αφεντικά σας. Πόσες φορές κύριοι εργατοπατέρες, κατεβάσατε τους εργάτες που ελέγχουν τα Εργατικά σας Κέντρα για ηθική συμπαρασταση; Πόσες φορές και πόσους εργάτες φέρατε στην AEG να φωνάξετε μαζί μας συνθήματα αλληλεγγύης και συμπαράστασης; Σε πόσα εργοστάσια ή άλλους χώρους το κάνατε αυτό; Σε πόσα άλλα εργοστάσια προτείνατε να κάνουν στάσεις εργασίας ή να μποϊκοτάρουν τα προϊόντα της AEG;”
Τα ρητορικά ερωτήματα των εργατών της AEG παραμένουν επίκαιρα μέχρι σήμερα. Η δύναμη της εργατικής τάξης βρίσκεται στην οργάνωση από τα κάτω. Αλλά, το “από τα κάτω” χρειάζεται να συντονιστεί και να συγκροτηθεί σε μια ενιαία δύναμη, όταν η μάχη συνολικεύεται. Οι αγώνες “από τα κάτω” έχουν ανάγκη μια Αριστερά αφοσιωμένη στον σοσιαλισμό από τα κάτω.

