Η νέα τετραετία του Τραμπ δεν θα είναι σαν την προηγούμενη. Επιστρέφει στην εξουσία με ένα πρόγραμμα πολύ πιο επιθετικό σε όλους τους τομείς -από το μεταναστευτικό ως την εξωτερική πολιτική και την οικονομία- και με έναν σχεδόν απόλυτο έλεγχο πάνω, όχι μόνο στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα αλλά και τους θεσμούς – τη Γερουσία, τη Βουλή (τα οριστικά αποτελέσματα δεν έχουν βγει ακόμα όταν γραφόταν αυτό το κείμενο) και το Ανώτατο Δικαστήριο.
Ιστορικά οι διαφορές ανάμεσα στα δυο μεγάλα κόμματα των ΗΠΑ, τους Δημοκρατικούς και τους Ρεπουμπλικάνους, ήταν, από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα, μικρές. Όχι πια. Κάτω από την ηγεσία του Τραμπ το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θυμίζει όλο και περισσότερο τα κόμματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς -το Fintsz του Βίκτορ Ορμπάν που κυβερνάει την Ουγγαρία ή το γερμανικό AfD που σάρωσε στις τοπικές εκλογές της Θουριγγίας, της Σαξονίας και του Βρανδεμβούργου τον περασμένο Σεπτέμβρη. Ο Τραμπ, όπως αποκάλυψε ο πρώην προσωπάρχης του στον Λευκό Οίκο, «είναι φασίστας», δεν κρύβει τον θαυμασμό του για τον Χίτλερ -που όπως λέει «έκανε αρκετά καλά πράγματα».
Πως κατάφερε ένας ακροδεξιός, ακραίος ρατσιστής που υπόσχεται να απελάσει εκατομμύρια «παράτυπους» μετανάστες, ένας χυδαίος σεξιστής, καταδικασμένος για 34 αδικήματα -ανάμεσα στα άλλα και την απόπειρα εξαγοράς της σιωπής των θυμάτων του με εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια- να κερδίσει τις αμερικανικές εκλογές;
Η κυρίαρχη ερμηνεία ρίχνει το φταίξιμο στον ίδιο τον κόσμο: η κοινωνία «συντηρητικοποιείται», η εργατική τάξη στρέφεται στην ακροδεξιά και τον φασισμό. Πολλοί ρίχνουν το φταίξιμο στην στροφή των «προοδευτικών» κομμάτων προς τον «δικαιωματισμό».
Ο Φράνσις Φουκιουγιάμα, για παράδειγμα, αποκαλεί αυτή την στροφή «γουόκ φιλελευθερισμό», «στον οποίο το κέντρο βάρους έχει μετατοπιστεί από την εργατική τάξη σε προτάσεις προστασίας για ένα στενότερο σύνολο περιθωριοποιημένων ομάδων: φυλετικές μειονότητες, μετανάστες, σεξουαλικές μειονότητες και τα παρόμοια… Η εργατική τάξη θεωρεί ότι τα αριστερά πολιτικά κόμματα δεν υπερασπίζονταν πλέον τα συμφέροντά της και στρέφεται προς τα κόμματα της δεξιάς. Έτσι οι Δημοκρατικοί έχασαν την επαφή τους με την εργατική βάση τους και έγιναν ένα κόμμα που κυριαρχούνταν από μορφωμένους επαγγελματίες της πόλης».
Αυτή η θεωρία είναι απλά λάθος. Η εργατική τάξη της Αμερικής δεν εγκατέλειψε το Δημοκρατικό Κόμμα γιατί ο Μπάιντεν και η Κάμαλα Χάρις υπερασπίζονταν υπερβολικά τους μαύρους, τους πρόσφυγες, τις γυναίκες και τους ομοφυλόφιλους. Εγκατέλειψαν το Δημοκρατικό Κόμμα γιατί, εκτός από το να μιλάει, στην πράξη δεν έκανε τίποτα για τους Μαύρους, τους πρόσφυγες, τις γυναίκες και τους ομοφυλόφιλους. Όπως δεν έκανε και τίποτα γενικά για την εργατική τάξη – με την οποία υποτίθεται ότι έχει μια μακροχρόνια σχέση «φιλίας».
Το Δημοκρατικό Κόμμα δεν είναι το κόμμα των «μορφωμένων ελίτ». Είναι το κόμμα του κατεστημένου. Ο Νίαλ Φέργκιουσον, ένας Βρετανός συντηρητικός ιστορικός (και υποστηρικτής του Τραμπ) που έχει μετακομίσει στις ΗΠΑ παρομοιάζει το Δημοκρατικό Κόμμα με τα κομμουνιστικά κόμματα που είχαν την εξουσία στη Ρωσία και την Ανατολική Ευρώπη μέχρι το 1989: κόμματα που είχαν στην προμετωπίδα τους την «εργατική τάξη», δίδασκαν στα πανεπιστήμια «τον μαρξισμό – λενινισμό», κυμάτιζαν κόκκινες σημαίες με σφυροδρέπανα και μιλούσαν για την παγκόσμια ειρήνη και τον σοσιαλισμό. Και που δεν είχαν καμιά σχέση με τίποτα από όλα αυτά.
Σε όλες τις δημοσκοπήσεις η οικονομία ήταν το πρώτο ζήτημα που απασχολούσε τους Αμερικανούς ψηφοφόρους σε αυτές τις εκλογές. Καθόλου άδικα: μέσα στην τετραετία του Τζο Μπάιντεν και της Κάμαλα Χάρις οι πλειοψηφία των νοικοκυριών (με εξαίρεση τα πολύ πλούσια) φτώχυνε στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με την «επίσημη» έρευνα της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ (FED) το 65% των νοικοκυριών με ετήσιο εισόδημα κάτω από 25 χιλιάδες δολάρια αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα. Ακόμα και τα πιο ευκατάστατα νοικοκυριά, με εισόδημα από 75 ως 100 χιλιάδες το χρόνο, δήλωναν σε ποσοστό 42% ότι δυσκολεύονταν να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους.
Απάντηση
Ποια ήταν η πρόταση των Δημοκρατικών για να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα; Δεν υπήρχε απάντηση. «Η Αμερική είναι ήδη μεγάλη» ήταν η απάντηση της Χάρις στο σύνθημα του Τραμπ «να κάνουμε την Αμερική ξανά μεγάλη». Το μόνο που είχαν να πουν ήταν ότι η πολιτική των δασμών και των εμπορικών πολέμων που αντιπρότεινε ο Τραμπ θα κάνει την κατάσταση πολύ χειρότερη.
Το οικονομικό πρόγραμμα του Τραμπ, είναι αλήθεια, θα κάνει χειρότερα τα πράγματα για τους φτωχούς. Οι δασμοί δεν θα φέρουν τις «δουλειές πίσω στην Αμερική» όπως λέει. Το μόνο που θα κάνουν είναι να στερήσουν από τους φτωχούς τη δυνατότητα να αγοράζουν πχ φτηνά ρούχα ή παπούτσια από την Κίνα. Και μιας και θα συνεχίσουν να μην έχουν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν τα ακριβότερα (και ίσως καλύτερα) αμερικανικά προϊόντα θα μείνουν για πολύ περισσότερους μήνες με τα παλιά τους ρούχα και παπούτσια.
Ακόμα χειρότερα, οι δασμοί έχουν πολύ συχνά το αντίθετο αποτέλεσμα: αντί να δίνουν ώθηση στην οικονομία την οδηγούν σε ύφεση. Ο Τραμπ είχε επιβάλλει μεγάλους δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου στην προηγούμενή του θητεία. Όπως γράφει η αμερικανική ιστοσελίδα Tax Foundation «το 2018 μια ανάλυση των οικονομολόγων Κάντι Ρας και Λίντια Κοξ ανακάλυψε ότι οι δουλειές που κατανάλωναν (είχαν σαν πρώτη ύλη δηλαδή) ατσάλι ήταν 80 φορές περισσότερες από αυτές που παρήγαγαν ατσάλι, «παρέχοντας μια ένδειξη ότι οι δασμοί έφερναν περισσότερες απώλειες παρά κέρδη σε θέσεις εργασίας». Όπως εξηγεί ο Άλεξ Καλλίνικος στη διπλανή σελίδα το κίνητρο του Τραμπ (και του Μπάιντεν που δεν αντέστρεψε την δασμολογική πολιτική του Τραμπ) είναι πολύ περισσότερο γεωπολιτικό παρά οικονομικό.
Οι Δημοκρατικοί δεν είχαν να προσφέρουν τίποτα στους εργάτες και τους φτωχούς. Η καμπάνια τους ήταν κύρια μια καμπάνια ενάντια στον Τραμπ και τους κινδύνους που θα έφερνε σε όλα τα μέτωπα -την οικονομία, τη δημοκρατία, τα δικαιώματα, τις γυναίκες. Διόλου περίεργο η Κάμαλα Χάρις δεν κατάφερε να εμπνεύσει κανέναν. Ένα μεγάλο κομμάτι των ψηφοφόρων που απεχθάνεται τον Τραμπ δεν πήγε καθόλου να ψηφίσει. Πολλοί ψήφισαν τον Τραμπ απλά σαν αντίδραση ενάντια στον «κατεστημένο» - χωρίς καμιά αυταπάτη ότι τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα.
Ο Τραμπ θα προσπαθήσει τώρα να αξιοποιήσει τη «μεγάλη του νίκη» για να επιτεθεί σε όλα τα μέτωπα. Οι Δημοκρατικοί δεν πρόκειται να προβάλλουν καμιά απολύτως αντίσταση: το πρώτο πράγμα που έκανε ο Μπάιντεν μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων ήταν να καλέσει σε «ηρεμία».
Αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τον κόσμο, που βράζει – μέσα και έξω από την Αμερική. Όχι μόνο για το κίνημα αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, που στο Σικάγο διαδήλωνε την επόμενη των εκλογών, όχι μόνο για τις γυναίκες που διαδήλωσαν στην Ουάσιγκτον τη μεθεπόμενη, αλλά και τις χιλιάδες που ετοιμάζονται να διαδηλώσουν στο “συλλαλητήριο του λαού» στην Ουάσιγκτον το Σάββατο 18 Γενάρη του 2025 λίγες μέρες πριν την ορκωμοσία Τραμπ και για την οργανωμένη εργατική τάξη που απεργούσε μέχρι την παραμονή των εκλογών.

