Ο στόχος της συμφωνίας που επέβαλε το Ισραήλ -με τη συνδρομή όλων των συμμαχικών του δυτικών δυνάμεων- πάνω στην κυβέρνηση του Λιβάνου δεν πρόκειται να φέρει την ειρήνη. Αντίθετα, όπως δήλωσε ο ίδιος ο πρόεδρος της Βουλής του Λιβάνου απειλεί να οξύνει τις συγκρούσεις μέσα στην Λιβανική κοινωνία. Για την ακρίβεια, «ο στόχος της είναι να σπείρει τη διχόνοια μεταξύ των Λιβανέζων…» όπως χαρακτηριστικά είπε.
Ο Λίβανος κουβαλάει πίσω του μια μεγάλη ιστορία βίαιων εσωτερικών συγκρούσεων. Ο εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε το 1975 κράτησε δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια και άφησε πίσω του πάνω από 150 χιλιάδες νεκρούς και μια ερειπωμένη χώρα. Και, παρά το μικροσκοπικό του μέγεθος, ο Λίβανος έχει έναν από τους μεγαλύτερους καταλόγους πολιτικών δολοφονιών στον κόσμο.
Η ίδια η συμφωνία είναι προκλητική από την πρώτη μέχρι την τελευταία της γραμμή: «η λέξη ‘απόσυρση’ (των ισραηλινών δυνάμεων από τα κατεχόμενα Λιβανέζικα εδάφη) δεν εμφανίζεται πουθενά στο κείμενο της συμφωνίας», γράφει η εφημερίδα Financial Times. Αντί για αυτό μιλάει για «δυο πιλοτικές ζώνες» όπου θα «αναπτυχθούν» οι Λιβανέζικες Ένοπλες Δυνάμεις (ο επίσημος στρατός του Λιβάνου). Αυτή η διαδικασία θα ανοίξει, σύμφωνα με το κείμενο, τον δρόμο για την «σταδιακή από-ανάπτυξη» των Ισραηλινών δυνάμεων. Χρονοδιάγραμμα για αυτές τις «αναπτύξεις» και «από-αναπτύξεις» δεν υπάρχει στη συμφωνία.
Το Ισραήλ έχει καταλάβει μια ζώνη πλάτους περίπου δέκα χιλιομέτρων στο Νότιο Λίβανο -μια περιοχή που το ίδιο ονομάζει «ζώνη ασφαλείας». Τουλάχιστον 4000 Λιβανέζοι έχουν χάσει τη ζωή τους από τα ισραηλινά πυρά και ένα εκατομμύριο περίπου άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και τα χωριά του και να ζητήσουν καταφύγιο στο βόρειο τμήμα της χώρας. Η συμφωνία νομιμοποιεί, στην ουσία, αυτή την κατοχή –για άγνωστο πόσα χρόνια. «Μέχρι το Ισραήλ να τα προσαρτήσει τελικά», λένε κάποιοι.
Σε αντάλλαγμα για αυτές τις ισραηλινές «παραχωρήσεις» η κυβέρνηση και ο στρατός του Λιβάνου δεσμεύονται να αφοπλίσουν όλες τις «μη κρατικές ένοπλες δυνάμεις» που λειτουργούν στη χώρα. Δηλαδή μία, την Χεζμπολάχ.
Το Ισραήλ μισεί θανάσιμα την Χεζμπολάχ. Και έχει πολλούς λόγους για αυτό. Πρώτον η Χεζμπολάχ είναι μια οργάνωση με στενούς δεσμούς με το Ιράν. Η κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο ήταν ένας από τους βασικούς όρους που είχε θέσει η ιρανική ηγεσία στις διαπραγματεύσεις της Ελβετίας για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Το Ισραήλ έκανε ότι μπορούσε για να τορπιλίσει τη σύνοδο κορυφής της Ελβετίας – βομβάρδισε τα ξημερώματα της 19ης Ιούνη, της ημέρας που θα άρχιζαν οι συνομιλίες, ξανά τον Νότιο Λίβανο αναγκάζοντας με αυτόν τον τρόπο την Ιρανική αντιπροσωπεία να «μην προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων». Αλλά τελικά το μόνο που κατάφερε ήταν να την αναβάλλει για δυο μέρες –όχι να την ακυρώσει ολοκληρωτικά όπως θα ήθελε.
Κίνημα αντίστασης
Δεύτερον, η Χεζμπολάχ δεν αναγνωρίζει το κράτος του Ισραήλ. Στις διακηρύξεις της αναφέρει την «εξάλειψη του κράτους του Ισραήλ» σαν έναν από τους βασικούς της στόχους. Για την ακρίβεια η Χεζμπολάχ δημιουργήθηκε το 1982, σαν ένα κίνημα αντίστασης ενάντια στην εισβολή του ισραηλινού στρατού που είχε καταλάβει, όπως και τώρα, ένα μεγάλο τμήμα του Νότιου Λιβάνου, είχε ισοπεδώσει δεκάδες χωριά και είχε εξαναγκάσει εκατοντάδες χιλιάδες να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, η Χεζμπολάχ νίκησε το 2000 τον Ισραηλινό στρατό και τον ανάγκασε να εγκαταλείψει άρον – άρον τον Λίβανο. Αυτή την ατίμωση δεν μπορεί να την ξεχάσει ποτέ. Το Ισραήλ έχει δολοφονήσει, με γκανγκστερικό τρόπο, εκατοντάδες στελέχη της Χεζμπολάχ –ανάμεσά τους και τους δυο από τους τέσσερις ως τώρα αρχηγούς της.
Μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Λίβανος ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στη συνέχεια πέρασε, με τη διαβόητη μυστική συμφωνία Σάικς-Πικό, κάτω από τον έλεγχο της Γαλλίας. Τυπικά η περίοδος αυτή έκλεισε στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όπου και δημιουργήθηκε το σύγχρονο Λιβανέζικο κράτος. Η κληρονομιά της αποικιοκρατίας, όμως, συνέχισε να καταδιώκει την χώρα –και συνεχίζει να την καταδιώκει ακόμα και σήμερα.
Με δυο τρόπους: πρώτον η κληρονομιά της πολιτικής του «διαίρει να βασίλευε» έχει αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα πάνω στην κοινωνία. Οι κυβερνητικές θέσεις είναι μοιρασμένες, σχεδόν συνταγματικά, ανάμεσα στις ηγεσίες των διαφόρων «εθνο-θρησκευτικών» ομάδων –Καθολικοί Μαρωνίτες, Άραβες Δρούζοι, Μουσουλμάνοι Σουνίτες και Σιίτες, Χριστανοί Ορθόδοξοι– που εκμεταλλεύονται αυτές τις ταυτότητες για να λυμαίνονται την εξουσία. Η «Εθνική Συμφωνία», το άτυπο σύνταγμα που κληροδότησαν οι Γάλλοι στον Λίβανο, καθορίζει, για παράδειγμα, ότι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας θα είναι πάντα Μαρωνίτης (ήταν οι πιο πιστοί σύμμαχοι των Γάλλων), ο πρωθυπουργός Σουνίτης, ο αρχηγός του στρατού Δρούζος και ο πρόεδρος της Βουλής Σιίτης. Ο εμφύλιος πόλεμος χρωστάει πολλά σε αυτή την μοιρασιά των εξουσιών ανάμεσα στις ελίτ και στις προσπάθειές τους (και των συμμαχικών τους κρατών) να την ανατρέψουν η μια σε βάρος της άλλης.
Δεύτερον, η Γαλλία συνεχίζει να έχει στενούς δεσμούς με τον Λίβανο: εμπορικούς (πολλές γαλλικές εταιρίες λειτουργούν στον Λίβανο), στρατιωτικούς (Γάλλοι στρατιωτικοί έχουν τον κυρίαρχο ρόλο σε όλες σχεδόν τις «διεθνείς ειρηνευτικές αποστολές») και πολιτικούς –ο Μακρόν ήταν, για παράδειγμα, ο πρώτος ξένος ηγέτης που επισκέφθηκε τον Λίβανο μετά την καταστροφική έκρηξη του 2000.
Οι σχέσεις ανάμεσα στη Γαλλία και το Ισραήλ έχουν ψυχρανθεί, κάπως, τα τελευταία χρόνια. Ο Μακρόν, που μιλούσε στην αρχή για το «δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα» αναγκάστηκε, κάτω από την πίεση της κατακραυγής ενάντια στη γενοκτονία, να αναγνωρίσει, τυπικά, την Παλαιστίνη. Και οι σχέσεις του με τον Τραμπ δεν είναι οι καλύτερες.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συμμερίζεται τους απώτερους στόχους της επίθεσης ενάντια στο Ιράν και τον Λίβανο -την προσπάθεια να πάψει το Ιράν να αποτελεί μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη στη Μέση Ανατολή. Τους συμμερίζεται απόλυτα. Ο αφοπλισμός της Χεζμπολάχ είναι κοινός στόχος ολόκληρης της Δύσης.
Και αν αυτό οδηγήσει σε μια αιματηρή αποσταθεροποίηση στον Λίβανο; Την απάντηση την έχει δώσει πριν από πολλά χρόνια η Μαντλίν Όλπμραϊτ, η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ της εποχής του Κλίντον. «Στο Ιράκ σκοτώθηκαν 500 χιλιάδες παιδιά. Άξιζε το τίμημα;» την ρώτησε κάποτε ένας δημοσιογράφος. «Άξιζε» ήταν η απάντησή της.
«Μνημόνιο κατανόησης» χωρίς κατανόηση
Οι σποραδικές εχθροπραξίες στα στενά του Ορμούζ απειλούν να τινάξουν στον αέρα τη συμφωνία που υπέγραψαν οι αντιπροσωπείες των ΗΠΑ και του Ιράν στην «Σύνοδο Κορυφής» που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 21 Ιουνίου στην Ελβετία. Αλλά προς το παρόν, παρά τις ιρανικές επιθέσεις ενάντια στα πλοία που προσπάθησαν να περάσουν από «μη εγκεκριμένα σημεία» τα Στενά και τα αμερικανικά «αντίποινα», οι τιμές του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές παραμένουν σχετικά χαμηλές. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τον Τραμπ και το επιτελείο του. Για έναν πολύ απλό λόγο: η πτώση των τιμών του πετρελαίου ήταν το μοναδικό αντάλλαγμα που πήρε για τον τερματισμό του πολέμου στη σύνοδο της Ελβετίας.
«Παρόλο που ο Τραμπ αντιμετωπίζει κριτικές για την αποτυχία του να αποσπάσει οποιαδήποτε μεγάλη παραχώρηση από την Τεχεράνη», γράφει η εφημερίδα Financial Times, «η προοπτική τερματισμού του πολέμου έχει χαμηλώσει τις τιμές του πετρελαίου, κάτι που βοηθάει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στην τελική ευθεία προς τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου». Η αναθέρμανση του πολεμικού μετώπου ανέβασε τις τιμές του πετρελαίου το πρωί της Δευτέρας (29 Ιουνίου) αλλά μόνο κατά 1,9% –και αυτό μόνο προσωρινά, για λίγες ώρες.
Οι αγορές εκτιμούν ότι ο Τραμπ, παρά τις εμπρηστικές του δηλώσεις, θα κάνει ό,τι μπορεί για να τερματιστεί ο πόλεμος και να ανοίξουν οριστικά τα Στενά. Οι εκλογές του Νοέμβρη προφανώς παίζουν έναν ρόλο. Αλλά ούτε τον μοναδικό, ούτε τον κύριο. Το 20% των παγκοσμίων ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου περνούσε, πριν την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, από τα Στενά του Ορμούζ.
Οι ΗΠΑ είναι, χάρη στο «σχιστολιθικό πετρέλαιο», ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς ενέργειας στον κόσμο. Οι αμερικανικές εταιρείες κυριολεκτικά θησαύρισαν αυτούς τους μήνες από την αύξηση των τιμών. Αλλά η παγκόσμια οικονομία –και μαζί της η αμερικανική– βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού. Ο κίνδυνος μιας νέας παγκόσμιας κρίσης –σαν του 2008– ήταν ορατός «δια γυμνού οφθαλμού» στον ορίζοντα. Και η εθνική οικονομία έχει πάντα προτεραιότητα απέναντι στα συμφέροντα οποιουδήποτε κλάδου ή καπιταλιστή –ακόμα και όταν στον Λευκό Οίκο βρίσκεται κάποιος τόσο αλλοπρόσαλλος όσο ο Τραμπ.
Την Δευτέρα ο Τραμπ δήλωσε (ως συνήθως μέσα από το Truth Social, το δικό του, ιδιόκτητο κοινωνικό δίκτυο δηλαδή) ότι το Ιράν ζήτησε νέα συνάντηση, η οποία μάλιστα θα πραγματοποιηθεί στην Ντόχα του Κατάρ όπου τις ΗΠΑ θα εκπροσωπήσουν προσωπικά ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ.
Το Ιράν διέψευσε την είδηση.

