H πολυκρίση του συστήματος βαθαίνει και επιταχύνεται. Το πιο έκδηλο χαρακτηριστικό αυτής της εξέλιξης είναι ότι πλέον ολόκληρος ο πλανήτης έχει εισέλθει σε μια μόνιμη πολεμική κατάσταση.
Η Μέση Ανατολή βρίσκεται εγκλωβισμένη σε έναν πόλεμο που δεν λέει να τελειώσει. Ούτε δύο εβδομάδες δεν πέρασαν από τη μέρα που ανακοινώθηκε η «συμφωνία» ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη και οι ΗΠΑ βομβάρδισαν ξανά το Ιράν που απάντησε χτυπώντας βάσεις τους και εγκαταστάσεις στις χώρες του Κόλπου.
Οι πολεμικές επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να είναι αναπόσπαστο κομμάτι των «συνομιλιών» και των «συμφωνιών ειρήνης» όπως συμβαίνει άλλωστε εδώ και σχεδόν τρία χρόνια με τις αντίστοιχες «εκεχειρίες» στην Γάζα και στον Λίβανο.
Βασικός παράγοντας της πολεμικής κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή είναι η διπλή στρατηγική της εθνοκάθαρσης της Παλαιστίνης και του συνεχούς πολέμου που εφαρμόζει το κράτος του Ισραήλ.
Στην Γάζα συνεχίζει να επεκτείνει τη λεγόμενη «κίτρινη γραμμή» με τους Παλαιστίνιους της Λωρίδας να εγκλωβίζονται σε όλο και μικρότερο χώρο, αντιμέτωποι με μια συνεχή ανθρωπιστική κρίση αλλά και τις ισραηλινές βόμβες που συνεχίζουν να πέφτουν δολοφονώντας καθημερινά. Οι συνεχείς επιχειρήσεις εθνοκάθαρσης από τον ισραηλινό στρατό κατοχής και τους εποίκους στη Δυτική Όχθη διαλύουν την όποια επίφαση «Παλαιστινιακής Αρχής» είχε απομείνει. Το Ισραήλ συνεχίζει να βομβαρδίζει στον Λίβανο δηλώνοντας σε όλους τους τόνους ότι ο στρατός του θα παραμείνει στο νότιο τμήμα της χώρας -το οποίο ισοπεδώνει συστηματικά- και στη γειτονική Συρία όπου εισέβαλε μετά την πτώση του Άσαντ πριν από ενάμισι χρόνο.
Αλλά αυτή η στρατηγική έχει φτάσει στα όριά της. Μετά από αρκετές ανεπιτυχείς απόπειρες, τον Φλεβάρη το Ισραήλ πέτυχε να σύρει τις ΗΠΑ σε αυτό που εδώ και δεκαετίες ήταν η βασική του επιδίωξη, έναν πόλεμο που θα έβγαζε νοκ άουτ το Ιράν. Αυτή η επιχείρηση απέτυχε παταγωδώς. Η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση δεν κατάφερε να πετύχει ούτε έναν από τους στόχους που έθεταν ο Τραμπ και ο Νετανιάχου. Για την ακρίβεια, είχε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα, αντί να αποδυναμώσει, ενίσχυσε τον ρόλο του Ιράν στην περιοχή. Αυτή η εξέλιξη δημιουργεί βαθιά κρίση στο εσωτερικό της σιωνιστικής οντότητας που παραμένει εγκλωβισμένη στη στρατηγική της συνέχισης του πολέμου με κάθε μέσο.
Ιδίου αν όχι μεγαλύτερου μεγέθους ήταν η αποτυχία των ΗΠΑ, μέσα από τον πόλεμο στο Ιράν, να αναβαθμίσουν τον ρόλο τους στη Μέση Ανατολή και να κάνουν επίδειξη δύναμης στον πλανήτη. Και μόνο τα σημεία της συμφωνίας που συζητάει να υπογράψει ο Τραμπ με το Ιράν είναι η απόδειξη ότι πέτυχε μια τρύπα στο νερό. Αντί για επίδειξη δύναμης είχαμε μια επίδειξη αδυναμίας που τον έκανε περίγελο διεθνώς και στις ίδιες τις ΗΠΑ όπου η δημοτικότητά του έχει φτάσει στο ναδίρ.
Αυτή η εξέλιξη δεν έχει να κάνει απλά με την ιδιοσυγκρασία ή μια λάθος εκτίμηση του Τραμπ, που σύρθηκε σε ένα πόλεμο θεωρώντας ότι θα μπορούσε να πετύχει στο Ιράν ό,τι πέτυχε στη Βενεζουέλα. Έχει να κάνει με τη διαρκή πίεση που ασκεί στις ΗΠΑ, η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών με την Κίνα και τη Ρωσία σε συνθήκες κρίσης -και της αμερικανικής ηγεμονίας και του παγκόσμιου καπιταλισμού. Εκεί λογοδοτούν όλες οι ενέργειες του Τραμπ να «κάνει την Αμερική ξανά μεγάλη»: Αρχικά ο πόλεμος δασμών ενάντια σε αντιπάλους και συμμάχους, μετά η αναβίωση του Δόγματος Μονρόε στην αμερικανική ήπειρο, στη συνέχεια ο πόλεμος στο Ιράν.
Δεν μπορούν να ξελασπώσουν
Ο Τραμπ, με τον δικό του «τρόπο», προσπαθεί να ξελασπώσει τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Βέβαια, ο δρόμος σε αυτήν την κατεύθυνση είχε ανοίξει ήδη από τον Μπάιντεν που στήριξε και χρηματοδότησε αφειδώς την ισραηλινή κλιμάκωση στην Γάζα και στον Λίβανο. Καθώς και τον πόλεμο του ΝΑΤΟ εναντίον της Ρωσίας στην Ουκρανία, που σε αντίθεση με τις προεκλογικές διακηρύξεις του Τραμπ συνεχίζει να μαίνεται στην καρδιά της Ευρώπης μετά από τέσσερα χρόνια.
Στα στενά του Ορμούζ δεν έχει πιαστεί μόνο η διακυβέρνηση Τραμπ αλλά ολόκληρος ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός. Από τη μια θέλει να βάλει χέρι στο Ισραήλ ώστε να υπακούει τις εντολές του. Από την άλλη δεν μπορεί να αφήνει ξεκρέμαστο τον βασικό του σύμμαχο στην περιοχή. Από τη μια πιέζεται να κάνει πίσω στο Ιράν ξέροντας ότι η συνέχιση του πολέμου στη Μέση Ανατολή απειλεί με νέο παγκόσμιο ξέσπασμα της κρίσης και στις ίδιες τις ΗΠΑ. Από την άλλη πιέζει να αποσπάσει ό,τι μπορεί από τη διαπραγμάτευση, ώστε να μειώσει το κόστος της ήττας, ξανανοίγοντας το καπάκι του πολέμου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η συμφωνία Ισραήλ-κυβέρνησης Λιβάνου που επέβαλλαν αυτήν την εβδομάδα οι ΗΠΑ. Δίνοντας το ελεύθερο στον ισραηλινό στρατό να παραμείνει στον Λίβανο και σπρώχνοντας τη χώρα σε εμφύλιο πόλεμο, ανοίγουν ξανά το καπάκι της κλιμάκωσης όχι μόνο στο Λίβανο αλλά και στο Ιράν.
Από τους πολεμικούς ανταγωνισμούς δεν μένει απ’ έξω καμιά ιμπεριαλιστική δύναμη. Η Κίνα εκμεταλλεύεται την κατάσταση για να κάνει επίδειξη δύναμης με «ασκήσεις» γύρω από την Ταϊβάν στον Ειρηνικό. Ο ρωσικός στρατός συνεχίζει να παραμένει στο έδαφος της Ουκρανίας με τον Λαβρόφ να δηλώνει οργισμένος ότι δεν συζητάει με την ΕΕ. Οι χώρες της ΕΕ και η Βρετανία αποδέχτηκαν χωρίς δισταγμούς, τον ρόλο που τους όρισε ο Τραμπ, να στηρίξουν τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας στην Ουκρανία με δικά τους μέσα χρηματοδοτώντας ταυτόχρονα το Rearm Europe. Ελπίζουν έτσι να αναβαθμίσουν τις δικές τους ιμπεριαλιστικές βλέψεις. Το ρήγμα που ξεκίνησε στη συμμαχία ο Τραμπ με την πολιτική των δασμών στις χώρες του ΝΑΤΟ πήρε σαν απάντηση τη μη συμμετοχή τους στον πόλεμο του Τραμπ στη Μέση Ανατολή –αν και Γαλλία και Βρετανία προσπαθούν να εμπλακούν και εκεί.
Η πολεμική κλιμάκωση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών τείνει πλέον να γίνει η κανονικότητα. Τις συνέπειες τις βιώνει ήδη όλος ο πλανήτης. Το κόστος για την παγκόσμια οικονομία, και σε αυτό συμφωνούν όλοι, είναι ήδη τεράστιο. Ο πόλεμος, η γεωπολιτική αστάθεια, η εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου και του πληθωρισμού απειλούν τον παγκόσμιο καπιταλισμό, με μια κρίση μεγαλύτερη από αυτήν που ξέσπασε το 2008-9. Είναι ζήτημα χρόνου πότε η ενεργειακή, πληθωριστική και χρηματοπιστωτική κρίση θα τρυπήσει τη φούσκα των νέων τεχνολογιών και της ΑΙ.
Οι τραπεζίτες ταλαντεύονται τι θα προξενήσει λιγότερη ζημιά στον παγκόσμιο καπιταλισμό, να αυξήσουν τα επιτόκια ή να συνεχίσουν να τροφοδοτούν με όλο και πιο φθηνό χρήμα τις αγορές. Αλλά στο μόνο το οποίο όλοι τους συμφωνούν είναι ποιος θα πληρώσει και την κρίση και τον πολεμικό πυρετό που τη συνοδεύει. Η παγκόσμια εργατική τάξη, οι αγρότες, η νεολαία, η μεγάλη πλειοψηφία των φτωχών αυτού του πλανήτη. Όχι μόνο οι λαοί που βρίσκονται στην πιο δεινή κατάσταση στο επίκεντρο των πολέμων ή άλλων ανθρωπιστικών κρίσεων, αβοήθητοι όπως στη Βενεζουέλα μετά τον σεισμό ή στην κεντρική Αφρική απέναντι στην επιδημία του έμπολα -αλλά και όλοι οι υπόλοιποι που αύριο μπορεί να βρεθούμε στη θέση τους- και ήδη πληρώνουμε το μάρμαρο:
Μέσα από τη λιτότητα, τις περικοπές και τη σκληρή «δημοσιονομική σταθερότητα» που υπαγορεύουν τα κέρδη των καπιταλιστών και οι εξοπλισμοί για τον πόλεμο.
Μέσα από την επικίνδυνη κλιμάκωση της κλιματικής κρίσης καθώς, με πρωτεργάτη τον Τραμπ, οι άρχουσες τάξεις και οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο εγκαταλείπουν τα παραμύθια περί «πράσινης μετάβασης» –με την «προηγμένη» βόρεια Ευρώπη να θυμίζει αυτές τις μέρες βόρεια Αφρική και να μην μπορεί να εξασφαλίσει στον κόσμο ούτε ανεμιστήρες.
Μέσα από την ανθρωποφαγία στην οποία οδηγεί η κλιμάκωση του ρατσισμού, της ισλαμοφοβίας, του σεξισμού που χρησιμοποιούν συστηματικά και αναίσχυντα οι κυβερνήσεις, προκειμένου να διασπάσουν την εργατική τάξη -θρέφοντας το «αυγό του φιδιού» που είδαμε πρόσφατα να σπάει στους δρόμους του Μπέλφαστ με πογκρόμ που θύμιζαν Βερολίνο της δεκαετίας του ’30.
Απέναντι σε ένα σύστημα που καθημερινά κατρακυλάει στη βαρβαρότητα, είναι επείγουσα και επιτακτική ανάγκη να χτίσουμε μια σοσιαλιστική εναλλακτική. Ο καθένας καταλαβαίνει ότι κάτι τέτοιο συνεπάγεται ριζικές ανατροπές. Μπορούν στις μέρες μας να συμβούν τέτοιες ανατροπές;
Έχοντας διανύσει το πρώτο τέταρτο αυτού του αιώνα, ο κόσμος μας θυμίζει όλο και περισσότερο το πρώτο τέταρτο του προηγούμενου. Ο Λένιν υποστήριζε τότε ότι συνθήκες κατά τις οποίες οι από τα πάνω δεν μπορούν να κυβερνάνε όπως παλιά και οι από τα κάτω δεν θέλουν να κυβερνιόνται όπως παλιά, εγκυμονούν ανατροπές και επαναστάσεις.
Το συνεχές εκκρεμές και οι ταλαντεύσεις της διακυβέρνησης Τραμπ επιβεβαιώνουν πλήρως το πρώτο σκέλος της φράσης. Αλλά δεν είναι το μόνο παράδειγμα. Η παρατεταμένη πολιτική κρίση συνεχίζεται στη Γαλλία όπου η κυβέρνηση Μακρόν στηρίζεται σε δεκανίκια εν μέσω της μεγαλύτερης πολιτικής πόλωσης ανάμεσα στην ακροδεξιά και την Αριστερά. Η παραίτηση Στάρμερ στη Βρετανία, όπου έχουν αλλάξει έξι πρωθυπουργοί σε δέκα χρόνια, είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα μιας ακόμη παρατεταμένης κρίσης.
Η κρίση των από τα πάνω δεν θα υπήρχε χωρίς τις αντιστάσεις μιας εργατικής τάξης και μιας νεολαίας που αρνείται να κυβερνιέται όπως παλιά. Τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες εξεγέρσεων και επαναστάσεων σε όλο τον κόσμο. Στο Μπαγκλαντές το καλοκαίρι 2024 μια επανάσταση ανέτρεψε το αέναο καθεστώς της Χασίνα. Τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς η κινητοποίηση των συνδικάτων και της Αριστεράς εμπόδισε ένα πραξικόπημα στη Νότια Κορέα. Εξεγέρσεις που ξεκίνησαν από τη νεολαία, τη λεγόμενη GenZ, γκρέμισαν μέσα στο 2025 κυβερνήσεις στο Νεπάλ, τη Μαδαγασκάρη και το Περού, ενώ πήραν τεράστια έκταση στην Ινδονησία, το Μαρόκο, τις Φιλιππίνες και πολλές άλλες χώρες.
Τον Γενάρη του 2026 το Ιράν γνώρισε τη μεγαλύτερη εξέγερση εδώ και δεκαετίες με τους εξεγερμένους/ες, μετά την άγρια καταστολή του καθεστώτος, να αντιμετωπίζουν και τις αμερικανικοϊσραηλινές βόμβες που έπεσαν για να τους «απελευθερώσουν». Η εργατική τάξη δίνει το παρών με μαζικές γενικές απεργίες, ενάντια στον φασίστα Μιλέι στην Αργεντινή, ενάντια στις νεοφιλελεύθερες επιθέσεις του πρόεδρου Πας στη Βολιβία, όπως και στο Βέλγιο και την Πορτογαλία, στο πλευρό της Παλαιστίνης στην Ιταλία, την Ισπανία, τη Νορβηγία. Ενώ στις εξελίξεις των τελευταίων ημερών ο Βούτσιτς παραιτήθηκε στη Σερβία κάτω από την πίεση ενός μαζικού κινήματος διαρκείας μετά τα «σερβικά τέμπη» και στην Αλβανία ο Ράμα βρίσκεται σε κρίση αντιμέτωπος με ένα μαζικό δυναμικό κίνημα υπεράσπισης του περιβάλλοντος που απειλεί να πάρει χαρακτήρα εξέγερσης.
Ο ρόλος της αντίστασης των από τα κάτω «βγάζει μάτι» στην καρδιά του παγκόσμιου καπιταλισμού στις ΗΠΑ. Τα εκατομμύρια των εργαζομένων και της νεολαίας που συγκεντρώνονται φέτος στις διαδηλώσεις κατά του Τραμπ, έδωσαν μάχες ενάντια στα ρατσιστικά πογκρόμ της ICE και την εθνοφρουρά, συμμετείχαν σε απεργίες διαρκείας για αυξήσεις, συγκρούστηκαν με τις περικοπές του δημόσιου τομέα, τάσσονται πλειοψηφικά υπέρ της Παλαιστίνης και εναντίον του πολέμου στο Ιράν, συγκρούονται με κάθε σεξιστική επίθεση του κολλητού του Επστάιν, προέδρου Τραμπ. Στη Βρετανία, ο Στάρμερ έπεσε μόλις μέσα σε δύο χρόνια αντιμέτωπος με το πιο δυνατό κίνημα αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη στην Ευρώπη.
Παρόμοιας έντασης είναι η πολιτική κρίση στην Ελλάδα, παρότι ο Μητσοτάκης κομπάζει για την επταετία που έχει διανύσει. Ο πρώτος λόγος που συνεχίζει να κυβερνά ακόμη, είναι ότι η πολιτική κρίση που ξεκίνησε το 2010 στην Ελλάδα είναι τόσο βαθιά και η ελληνική άρχουσα τάξη τόσο τρομοκρατημένη από τον «εφιάλτη» του 2010-15, ώστε τρέμει κάθε αλλαγή, έχοντας ξεμείνει από έτοιμες, εύκολες «εναλλακτικές». Και ο δεύτερος λόγος, ότι οι ηγεσίες των κομμάτων της ρεφορμιστικής Αριστεράς δεν μπήκαν ποτέ στη διαδικασία να τον ανατρέψουν.
Ήταν η συνθηκολόγηση με τους «θεσμούς» το 2015 και η μνημονιακή διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ που έφερε τον Μητσοτάκη στην εξουσία το 2019. Ήταν η «υπεύθυνη» ανύπαρκτη αντιπολίτευση του Τσίπρα που του χάρισε μια δεύτερη τετραετία το 2023 οδηγώντας τον ΣΥΡΙΖΑ στη διάλυση το 2023-26. Όπως ακριβώς συνέβη και με το «κραταιό» ΠΑΣΟΚ μια δεκαετία νωρίτερα και συμβαίνει με το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη που ακόμη ταλαντεύεται αν θα προχωρήσει σε συνεργασίες με τη δεξιά. Ήταν επίσης η πάγια, ρητή, σταθερή άρνηση του ΚΚΕ να κλιμακώσει τους αγώνες από τα αγροτικά μπλόκα και τις απεργίες μέχρι τα συλλαλητήρια για τα Τέμπη και τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, στην κατεύθυνση της ανατροπής αυτής της κυβέρνησης –στη λογική του «όλοι ίδιοι είναι» και η μόνη διέξοδος είναι να ψηφίσετε το ΚΚΕ στις επόμενες εκλογές.
Κίνηση της τάξης
Ήταν η κίνηση της εργατικής τάξης, της νεολαίας και του κόσμου που τρία χρόνια τώρα ξεπέρασε στους δρόμους τη διαλυτική κρίση του ΣΥΡΙΖΑ και την εμμονή όλων των ηγεσιών της Αριστεράς στην ανάλυση περί «αρνητικών συσχετισμών». Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς από τους αγώνες των τελευταίων τριών χρόνων;
Την οργή που ξέσπασε, «με το καλημέρα» της δεύτερης θητείας Μητσοτάκη το καλοκαίρι-φθινόπωρο του 2023 για τα αίσχη της κάθε είδους που ανέδειξαν οι πυρκαγιές στον Έβρο και η καταστροφή του «Ντάνιελ»; Την απονομιμοποίηση του «σαρανταένατακατό» στην ήττα της ΝΔ στις δημοτικές εκλογές που ακολούθησαν;
Τις φοιτητικές καταλήψεις και τις πανεργατικές απεργίες του 2024; Τη μεγαλύτερη πανεργατική απεργία της μεταπολίτευσης -ακόμη μεγαλύτερη και από αυτές των μνημονίων- στις 28 Φλεβάρη του 2025 στην επέτειο των δύο χρόνων από τα Τέμπη, όταν η κυβέρνηση νόμιζε ότι θα ξεμπέρδευε από το έγκλημα με τον «σταθμάρχη»;
Το ασταμάτητο κυνηγητό του Γεωργιάδη από τους εργαζόμενους σε κάθε νοσοκομείο που επισκέφθηκε όλη την τριετία; Το καλοκαίρι του 2025 με τις ανεπανάληπτες συγκεντρώσεις στο πλευρό της Παλαιστίνης, σε λιμάνια, πόλεις και νησιά; Τα μεγαλύτερα αγροτικά μπλόκα των τελευταίων δεκαετιών τον χειμώνα που μας πέρασε;
Τον κόσμο που διαδηλώνει κατά χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες στα μαζικά συλλαλητήρια ενάντια στις επιθέσεις στις γυναίκες και τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στις 8 Μάρτη και στα Pride; Τις διαδηλώσεις ενάντια στις γυναικοκτονίες έξω από τα αστυνομικά τμήματα; Τις δεκάδες μεγάλες περιβαλλοντικές μάχες που δίνονται σε όλη την Ελλάδα από τις παραλίες ως τα κορφοβούνια από τον Βόλο και την Θάσο μέχρι τον Κοσμά και το Ελληνικό;
Το αντιρατσιστικό κίνημα που, σε ένα μαραθώνιο, για δικαίωση των 650 νεκρών της Πύλου, ανέτρεψε το αφήγημα Μητσοτάκη περί «διακινητών», αθωώνοντας τους «Εννέα τα Πύλου» και τώρα πιέζει να δικαστούν οι υπηρεσιακοί και πολιτικοί ένοχοι του εγκλήματος; Τις διαδηλώσεις των μεταναστών ντελιβεράδων (τις ίδιες μέρες που απεργούσαν για μισθούς και εργασιακά δικαιώματα) ενάντια στη συγκάλυψη της δολοφονίας του Μοχάμεντ Καμράν στο ΑΤ Αγίου Παντελεήμονα; Το αντιφασιστικό κίνημα που πήγε τον αγώνα ως το τέλος πετυχαίνοντας φέτος την άνοιξη την καταδίκη της Χ.Α και σε δεύτερο βαθμό; Τις αντιφασιστικές διαδηλώσεις ενάντια στις απόπειρες των φασιστών να επιστρέψουν στους δρόμους από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη;
Έτσι φτάσαμε σήμερα ο Μητσοτάκης να ηγείται μιας κυβέρνησης ζόμπι που από όπου και αν την πιάσεις βρωμάει πτωμαΐνη. Και οι αντιστάσεις συνεχίζονται και μέσα στην καλοκαιρινή ανεπίσημη προεκλογική περίοδο: Απεργίες στους ΟΤΑ, τους οικοδόμους, τα τρόφιμα-ποτά, τον τουρισμό-επισιτισμό, τους εμποροϋπάλληλους, τους εργαζόμενους στον ΟΑΕΔ, τους ναυτεργάτες στα πλοία της Ραφήνας, ενώ οι εκπαιδευτικοί προαναγγέλλουν απεργία το φθινόπωρο. Με το αντιρατσιστικό κίνημα να διαδηλώνει μαζικά για την Πύλο στις 19 Ιούνη και το κίνημα υπεράσπισης των Προσφυγικών και αλληλεγγύης στον απεργό πείνας Αριστοτέλη Χαντζή να αναγκάζει την κυβέρνηση σε υποχώρηση.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες κρίσης των από τα πάνω και αντίστασης των από τα κάτω, οι ανατροπές βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη διεθνώς και στην Ελλάδα.
Αυτό που χρειάζεται είναι να χτίσουμε μια δυνατή αντικαπιταλιστική Αριστερά αντίστοιχη των φοβερών αγώνων της εργατικής τάξης και της νεολαίας που δεν θα αφήσει τους αγώνες να πάνε χαμένοι, θυσία στον βωμό του «ρεαλισμού» και νέων καταστροφικών επώδυνων συμβιβασμών αλλά θα επιβάλει στην πράξη αυτές τις ανατροπές:
Την ανατροπή της κυβέρνησης Μητσοτάκη κλιμακώνοντας τους αγώνες και εξασφαλίζοντας μια «προεκλογική περίοδο» απεργιών και διαδηλώσεων που θα τους γκρεμίσει μια ώρα αρχύτερα και με τον κόσμο στο δρόμο.
Την ανατροπή συνολικά της πολιτικής του πολέμου, των εξοπλισμών, των περικοπών, των ιδιωτικοποιήσεων, του ρατσισμού, του σεξισμού, της καταστροφής του περιβάλλοντος και των ανθρώπινων ζωών.

