Ο τρόπος με τον οποίο η γαλλική Δεξιά και ακροδεξιά προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τους νεκρούς στην Τουλούζη και στο Μοντομπάν, πρέπει να λειτουργήσει σαν υπενθύμιση ότι η ρατσιστική πολιτική, η στοχοποίηση των μεταναστών και των μειονοτήτων βρίσκουν ολοένα και περισσότερο χώρο στην καρδιά της επίσημης ευρωπαϊκής πολιτικής.
Αυτές τις μέρες η κυβέρνηση Παπαδήμου απειλεί ότι θα πάει στις εκλογές με αντι-μεταναστευτική ατζέντα, κάνοντας μαζική επιχείρηση “σκούπα” στην Αθήνα και ανοίγοντας στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μπορεί να μοιάζει με ελληνικό φαινόμενο. Μια ξοφλημένη κυβέρνηση που ανέβηκε στην εξουσία για να επιβάλει τη συναίνεση της σιωπής και τελικά δεν κατάφερε να διοργανώσει ούτε μια ήσυχη παρέλαση στις 25 Μάρτη, καταφεύγει στις ρατσιστικές κραυγές, μπας και περισώσει καμιά ψήφο με τη μέθοδο του φόβου.
Όμως, σε αντίστοιχη θέση βρίσκονται μια σειρά ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ή τουλάχιστον βλέπουν μπροστά τους τον κίνδυνο να βρεθούν εκεί. Γι' αυτό η επιλογή του απροκάλυπτου ρατσισμού έχει μετατραπεί σε κοινό δόγμα, που πάει πακέτο με το κοινό δόγμα της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού.
Η Μέρκελ, ο Σαρκοζί και ο Κάμερον έχουν ήδη προχωρήσει σε συντονισμένες δηλώσεις εναντίον της “πολυπολιτισμικότητας”, που υποτίθεται απειλεί τη συνοχή και την οικονομία της ΕΕ. Η Μέρκελ, στη Γερμανία όπου οι ρατσιστικές δηλώσεις γίνονται συνήθως πολύ συγκαλυμμένα, λόγω του βάρους του ναζιστικού παρελθόντος είπε πως ο πολυπολιτισμός “απέτυχε και απέτυχε παταγωδώς”. Είπε επίσης πως ήταν λάθος η “τάση να λέμε «ας υιοθετήσουμε την πολυπολιτισμική προσέγγιση και ας ζήσουμε ευτυχισμένα δίπλα δίπλα, και χαρούμενοι που ζούμε όλοι μαζί»”.
Ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας και βασικός συνεταίρος της Μέρκελ, Χορστ Ζεεχόφερ, που στεκόταν δίπλα της όταν έκανε αυτή τη δήλωση, είχε φροντίσει να γίνει πιο συγκεκριμένος, καλώντας για δραστικό περιορισμό της μετανάστευσης. Ο γνωστός μας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε το 2010 είχε κάνει την αρχή, λέγοντας πως το μεγάλο λάθος ήταν η είσοδος Τούρκων εργατών στη Γερμανία τη δεκαετία του '60, για τους οποίους υποτίθεται αποδείχθηκε αδύνατο να ενσωματωθούν.
Στην Ιταλία, ο Μπερλουσκόνι συγκυβερνούσε για χρόνια με φασίστες και άλλους ακροδεξιούς, και σε κάθε δυσκολία στρεφόταν κατά των μεταναστών από την Αφρική ή κατά των μειονοτήτων. Σε μια χώρα όπου οι Ρομά αποτελούν το 0,2% του πληθυσμού, το 2008 κήρυξε “Κατάσταση έκακτης ανάγκης για τους νομάδες”, δίνοντας ειδικές εξουσίες στις Αρχές, ώστε να ανταποκρίνονται σε “απειλές κατά της ασφάλειας” από Ρομά. Κοινότητες Ρομά άρχισα να απελαύνονται συλλογικά, χωρίς να έχουν δικαίωμα έφεσης στην απόφαση.
Οι όροι “νομάδες” και Ρομά άρχισαν να χρησιμοποιούνται από τα ΜΜΕ και από τους ιταλούς πολιτικούς σαν συνώνυμα, αποκρύπτοντας ότι η μεγάλη πλειονότητα των Ρομά στην Ιταλία είναι κανονικά εγκατεστημένοι και όχι νομάδες. Πολλοί άρχισαν να αξιοποιούν την ομοιότητα των λέξεων Ρομά και Ρουμανίας, προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια σύγχυση ότι πρόκειται για “μετανάστες” που έρχονται από “κάπου αλλού”.
Αντίστοιχα μετά από πολυετείς εκστρατείες ρατσιστικού μίσους κατά των αφρικανών μεταναστών, η πρόσφατη δολοφονία δύο Σενεγαλέζων στη Φλωρεντία από έναν θαμώνα του φασιστικού κλαμπ “Κάζα Πάουντ” παρουσιάστηκε ως έργο ενός “μοναχικού παρανοϊκού” εντελώς άσχετη με τις επιλογές του Μπερλουσκόνι. Ο Μάριο Μόντι που αναλάμβανε πρωθυπουργός εκείνες τις μέρες, απέφυγε να κάνει ακόμα και τη συνηθισμένη δήλωση “αποτροπιασμού” για το έγκλημα.
Ο Σαρκοζί βρίσκεται ιδεολογικά στην πρώτη γραμμή του ρατσισμού. “Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις δημοκρατίες μας, μας απασχολεί υπερβολικά η ταυτότητα αυτών που έρχονται και όχι αρκετά με την ταυτότητα της χώρας που τους υποδέχεται” είναι μια πρόσφατη δήλωσή του. Άνοιξε ακόμα και τη συζήτηση για απαγόρευση της μουσουλμανικής προσευχής: “Στη Γαλλία δεν θέλουμε να βλέπουμε ανθρώπους να προσεύχονται με επιδεικτικό τρόπο. Δεν προσβάλλει κανέναν η προσευχή, αλλά δεν θέλουμε να βλέπουμε επιθετικό θρησκευτικό προσυλητισμό.”
Κλαμπ ισλαμοφοβίας
Ο Κάμερον είναι ο πιο καινούργιος ηγέτης στο κλαμπ της ισλαμοφοβίας. Οι δηλώσεις του έφτασαν να πάρουν τα συγχαρητήρια της Μαρίν Λεπέν, η οποία δήλωσε πως χαίρεται που ο Κάμερον κλέβει το πρόγραμμα του γαλλικού “Εθνικού Μετώπου”.
Αυτή η αλληλεπίδραση μεταξύ δεξιάς και ακροδεξιάς (με τα κόμματα της κεντροαριστεράς να ακολουθούν συνήθως στον ίδιο κατήφορο) είναι ένα φαινόμενο που επίσης απλώνεται πανευρωπαϊκά. Τα λεγόμενα “μεγάλα” κόμματα αποδέχονται και προωθούν τη ρατσιστική ρητορική της ακροδεξιάς και των φασιστών, για να αποπροσανατολίσουν και για λόγους ψηφοθηρίας.
Το αποτέλεσμα είναι να δίνουν ακόμη μεγαλύτερη πολιτική νομιμοποίηση στην ακροδεξιά, η οποία ξεπερνάει όλο και περισσότερο τα όρια των “άκρων”. Οι φασιστικές συμμορίες, τύπου Χρυσής Αυγής, “Αγγλικής Άμυνας” ή “Κάζα Πάουντ” ανακαλύπτουν το φυσικό τους περιβάλλον μέσα σε αυτό το βούρκο.
Οι εξελίξεις στην Ουγγαρία και στην Ολλανδία είναι χαρακτηριστικές και για το πού οδηγεί αυτός ο ανταγωνισμός προς τα δεξιά αλλά και για το κλίμα ανοχής που καλλιεργείται από τα πάνω. Στην Ουγγαρία, ο πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπάν, αλλάζει το Σύνταγμα προς το ρατσιστικότερο, ξεσπάει κατά των μειονοτήτων, σιγοντάρει πογκρόμ, κάνει άνοιγμα στις ουγγρικές μειονότητες των άλλων χωρών, επαναφέροντας ζήτημα Βοϊβοδίνας στη Σερβία, και η Ευρωπαϊκή Ένωση του κάνει απλώς παρατήρηση για τον “ασφυκτικό έλεγχο στην Τράπεζα της Ουγγαρίας”.
Στην Ολλανδία, το κόμμα του Χέρτ Βίλντερς (Κόμμα για την Ελευθερία) έχει μετατραπεί σε βασικό παίχτη της πολιτικής σκηνής, αφού η αντι-ισλαμική του υστερία έχει κάνει μετάσταση στα περισσότερα κόμματα της χώρας.
Ο ρατσισμός, η ισλαμοφοβία και η εμφάνιση φασιστικών συμμοριών αποτελούν πλέον οργανικό τμήμα του τρόπου με τον οποίο οι ευρωπαίοι καπιταλιστές και τα κόμματά τους έχουν αποφασίσει να διαχειριστούν την οικονομική και πολιτική κρίση.
Έχουν φτάσει στο σημείο να θεωρούν το ρατσιστικό δηλητήριο ως μοναδικό αντίδοτο απέναντι στην έκρηξη των εργατικών αγώνων. Οι χιτλερίσκοι που κυοφορούν στην αγκαλιά τους είναι βέβαια ακόμα αδύναμοι. Αυτός όμως είναι ένας ακόμα λόγος γιατί χρειάζεται να κινητοποιήσουμε το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρώπη ενάντια σε κάθε απόπειρα ρατσιστικού αποπροσανατολισμού, ενάντια σε κάθε απόπειρα των φασιστών να απειλήσουν την ενότητά μας.
Με τον ίδιο τρόπο που οι εργατικοί αγώνες στην Ελλάδα έπαιξαν ρόλο για να μπει σε κίνηση η εργατική τάξη όλης της Ευρώπης, οι αντιφασιστικές πρωτοβουλίες που παίρνουμε εδώ ενάντια στους Χρυσαυγίτες και τους υπόλοιπους γερμανοτσολιάδες γίνονται παράδειγμα για το κίνημα πανευρωπαϊκά.

