Ταϊλάνδη: Οι νοσταλγοί της χούντας δεν είναι κίνημα

Πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους που επιδίωξαν και υποστήριξαν το στρατιωτικό πραξικόπημα του 2006. Τότε τους έλεγαν “Κίτρινα πουκάμισα” και δεν αποδέχονταν απανωτά αποτελέσματα εκλογών τα οποία έδιναν μεγάλες πλειοψηφίες στο κόμμα Τάι Ρακ Τάι, στο οποίο ηγείται ο Τακσίν. Ισχυρίζονταν, και ακόμη ισχυρίζονται, πως η πλειοψηφία των Ταϊλανδών είναι “υπερβολικά ηλίθιοι και αμόρφωτοι” για να έχουν το δικαίωμα στην ψήφο. Ζητάνε από το στρατό ή το βασιλιά να παρέμβουν στην πολιτική. Υποστηρίζουν τον διορισμό γερουσιαστών αντί για εκλογή τους.

Το 2008, αφού το Δημοκρατικό Κόμμα έχασε ξανά τις δημοκρατικές εκλογές, κατέλαβαν τα διεθνή αεροδρόμια και επιτέθηκαν σε κυβερνητικά κτίρια μέχρι που τα φιλο-στρατιωτικά δικαστήρια ανέτρεψαν την εκλεγμένη κυβέρνηση και ο στρατός εγκατέστησε τον Αμπισίτ Βετζαβίβα ως Πρωθυπουργό του Δημοκρατικού Κόμματος. Το δημοκρατικό κίνημα “Κόκκινα πουκάμισα” χτίστηκε σε απάντηση αυτών των κινήσεων.

Οι σημερινοί διαδηλωτές είναι επίσης αυτοί που υποστήριξαν το ματοκύλισμα κατά των “Κόκκινων πουκάμισων” το 2010, όταν 90 άνθρωποι δολοφονήθηκαν από το στρατό. Σήμερα, ο αρχηγός του Δημοκρατικού Κόμματος, Σουτέπ Τουεκσουμπάν, καλεί σε “αποκατάσταση της απόλυτης μοναρχίας”. Αυτοί οι αντιδραστικοί ποτέ τους δεν θα μπορούσαν να κερδίσουν μια εκλογική αναμέτρηση. Αυτό αποδείχθηκε πολλές φορές από το 2006. Λένε ψέματα ότι είναι υπέρ της δημοκρατίας και τους αρέσει να φοράνε μάσκες “Γκάι Φοκς”, παριστάνοντας ότι είναι κάτι σαν το κίνημα “Occupy”.

Νεοφιλελεύθεροι

Πέρα από τις αντιδημοκρατικές τους απόψεις, είναι και ακραίοι νεοφιλελεύθεροι. Μιλάνε συνεχώς για τη “δημοσιονομική πειθαρχία” και διαφωνούν με το να ξοδεύεται κρατικό χρήμα για υγεία και κοινωνικές δαπάνες προς τους φτωχούς. Αντιτίθενται στην υποστήριξη της κυβέρνησης προς τους ρυζοκαλλιεργητές και στην αναβάθμιση και επιτάχυνση του σάπιου σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας. Ωστόσο, δεν αντιτίθενται στις τεράστιες σπατάλες για το στρατό και τη βασιλική οικογένεια.

Λένε ψέματα ότι είναι “ενάντια στη διαφθορά”. Το ζήτημα της διαφθοράς το χρησιμοποιούν για να επιτεθούν στον πρωθυπουργό, αλλά κρατάνε το στόμα τους κλειστό για τη θεσμική διαφθορά του στρατού εδώ και δεκαετίες. Όπως και για την καταφανή νόμιμη διαφθορά της μοναρχίας που σημαίνει ότι ο βασιλιάς Μπουμιμπόλ είναι ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον πλανήτη.

Όταν οι δημοσιογράφοι προειδοποιούν για την πιθανότητα “βίας” στην Μπανγκόκ, χρειάζεται να θυμούνται μερικά γεγονότα: ήταν ο στρατός και το Δημοκρατικό Κόμμα που δολοφόνησαν εσκεμμένα πυροβολώντας ανθρώπους στις δημοκρατικές διαδηλώσεις του 2010. Αλλά ακόμη αρέσει να λένε βλακείες περί “συγκρούσεων” μεταξύ του στρατού και των “Κόκκινων πουκάμισων”, όταν αυτό που συνέβη ήταν ο στρατός να χτυπάει στο ψαχνό.

Η κυβέρνηση του κόμματος Πουά Τάι προκάλεσε αυτή την κρίση στον ίδιο της τον εαυτό, όταν προσπάθησε να προωθήσει ένα νομοσχέδιο για γενική αμνηστία, αφήνοντας ελεύθερους όλους τους δολοφόνους του στρατού και του Δημοκρατικού Κόμματος. Θα άφηνε επίσης τον Τακσίν να επιστρέψει.

Η αμνηστία για τον Τακσίν εξόργισε τα Κίτρινα Πουκάμισα, αλλά ήταν και ένα χαστούκι για το Κόκκινα Πουκάμισα που είχαν δει νεκρούς στη μάχη τους ενάντια στη δικτατορία. Η αμνηστία επίσης δεν κάλυπτε τους πολιτικούς κρατοόυμενους για “προσβολή κατά του βασιλιά”. Κανείς δεν μπορεί να εμπιστευτεί την κυβέρνηση και τους πιθανούς συμβιβασμούς που θα κάνει με τους αντιπάλους της. Η τραγωδία είναι ότι οι προοδευτικές δυνάμεις της Αριστεράς είναι προς το παρόν πολύ αδύναμες για να πάρουν την ηγεσία του κινήματος των Κόκκινων Πουκάμισων.

Τζάιλς Ουνγκπακόρν