Ιδέες
Ιστορία: Το πραξικόπημα Σπίνολα, Πορτογαλία 1975
«Σιωπηλή πλειοψηφία»: αυτή η φράση είναι από τις πιο αγαπημένες των απανταχού δεξιών πολιτικών και ΜΜΕ. Είναι οι «νοικοκυραίοι» (για να θυμηθούμε τον Μητσοτάκη) εκείνοι που δεν θέλουν ριζοσπαστικά κοινωνικά «πειράματα» αλλά ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Την χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ένας Πορτογάλος στρατηγός, ο Αντόνιο Σπίνολα το 1974. Στις 11 Μάρτη του 1975 αυτός και οι ομοϊδεάτες του προσπάθησαν να την κάνουν πράξη. Το πραξικόπημα που οργάνωσαν εκείνη τη μέρα ήταν μια απόπειρα να μπει τέλος στην Πορτογαλική Επανάσταση.
Η επανάσταση είχε ξεκινήσει στις 25 Απρίλη του 1974. Εκείνη τη μέρα κατέρρευσε ένα δικτατορικό καθεστώς που είχε επιζήσει για πενήντα χρόνια. Το «νέο κράτος» του Σαλαζάρ (και όταν πέθανε του Καετάνο) ήταν η πορτογαλική ποικιλία του φασισμού. Σε τόσο μεγάλη κρίση ήταν πια το ’74 αυτό το καθεστώς, που άρκεσε μια κίνηση από μονάδες του στρατού για να πέσει, σε ένα πρωινό.
H Λισαβόνα ξύπνησε τα χαράματα στη θέα στρατιωτών να φυλάνε κεντρικά σημεία. Όσο γινόταν γνωστό τι είχε γίνει, χιλιάδες διαδηλωτές κατέκλυζαν τους δρόμους, βάζοντας γαρύφαλλα στα όπλα των στρατιωτών. Εξ’ ου και «Επανάσταση των Γαρυφάλλων» -κόκκινα για την επανάσταση αλλά και λουλούδια μιας και ήταν ειρηνική, σχεδόν αναίμακτη.
Οι οργανωτές αυτής της κίνησης ήταν μια οργάνωση μεσαίων αξιωματικών με την ονομασία Κίνημα Ενόπλων Δυνάμεων (MFA). Όμως, μιας και ήταν σχετικά χαμηλόβαθμοι και άγνωστοι, στηρίχτηκαν στους στρατηγούς της «Επιτροπής Εθνικής Σωτηρίας». Ο «ήρωας» εκείνης της μέρας και εμπνευστής αυτής της δεύτερης ομάδας ήταν ο στρατηγός Σπίνολα. Τον Μάη ορκίστηκε ως ο πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Δράση
Βέβαια, η σχέση του Σπίνολα με τη δημοκρατία ήταν ανύπαρκτη πριν το 1974. Αριστοκρατικής καταγωγής, αναπληρωτής αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, με «λαμπρή» θητεία στις αποικίες στην Αφρική, ο Σπίνολα με το χαρακτηριστικό μονόκλ είχε στο ενεργητικό του και συμμετοχή στον Ισπανικό Εμφύλιο στο πλευρό του Φράνκο και δράση στο ανατολικό μέτωπο στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Βέρμαχτ.
Ήταν ο εκπρόσωπος της πτέρυγας του καθεστώτος και της άρχουσας τάξης που ήθελε την «αναγέννηση» του κράτους: σταδιακή απεμπλοκή από τους αποικιακούς πολέμους που έχανε, στροφή στην τότε ΕΟΚ και όλα αυτά με τις λιγότερο δυνατές κοινωνικές αναταράξεις. Μια «ελεγχόμενη μετάβαση» δηλαδή. Όμως, μόνο ελεγχόμενη δεν ήταν η «μετάβαση». Η επανάσταση πέρασε με αστραπιαία ταχύτητα από τα γαρύφαλλα στα εργοστάσια και τους στρατώνες.
Η μια διαδικασία που τροφοδοτούσε αυτή τη δυναμική ήταν αυτό που έμεινε γνωστό ως «σενεαμέντο»: το ξήλωμα διευθυντών, αφεντικών, κρατικών αξιωματούχων σε όλους τους τομείς, που είχαν σχέση με το φασιστικό καθεστώς και τη μυστική αστυνομία του, την PIDE. Η δεύτερη διαδικασία ήταν οι οικονομικοί αγώνες, απεργίες και καταλήψεις. Είχαν ξεκινήσει πριν τον Απρίλη του 1974 και πήραν πελώριες διαστάσεις τους μήνες που ακολούθησαν. Μέσα σε αυτούς τους αγώνες τα συνδικάτα μεγάλωναν αλλά γεννιούνταν και νέες μορφές οργάνωσης: εργατικές επιτροπές, συντονισμοί τους, όπως οι inter-empresas, που περισσότερο ή λιγότερο αποφασιστικά έβαζαν το ζήτημα του εργατικού ελέγχου. Και το παράδειγμά τους έφτανε παντού: στις εργατογειτονιές και τις παραγκουπόλεις με τις καταλήψεις σπιτιών από αστέγους ή κόσμο που έμενε σε άθλια σπίτια, στην ύπαιθρο με τις καταλήψεις γης από ακτήμονες αγρότες και εργάτες γης, στα σχολεία και τα πανεπιστήμια.
Η τρίτη διαδικασία και η πιο ανησυχητική για την άρχουσα τάξη ήταν ότι έχανε τον έλεγχο του σκληρού πυρήνα του κράτους, του στρατού. Ολόκληρες μονάδες στασίαζαν για να μην πάνε να πολεμήσουν ενάντια στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, π.χ στην Αγκόλα. Οι φαντάροι, και κάμποσοι αξιωματικοί, προτιμούσαν να κάνουν συνελεύσεις, να διαβάζουν αριστερές εφημερίδες ή να εκδίδουν δικές τους, όπως για παράδειγμα στο σύνταγμα ελαφρού πυροβολικού της Λισαβόνας, το RAL-1. Πολλές φορές αρνιόνταν να εκτελέσουν διαταγές για καταστολή ενάντια σε απεργούς και καταληψίες.
Ο Σπίνολα τυπικά ήταν επικεφαλής μιας κυβέρνησης με την συμμετοχή του ΚΚ Πορτογαλίας και του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Όμως, αυτή η κυβέρνηση παρά τις προσπάθειές της δεν μπορούσε να επιβάλλει την «αυτοσυγκράτηση». Κάποιος έπρεπε να το κάνει κι ο Σπίνολα δέχτηκε με προθυμία αυτό το ρόλο.
Πανικός
Η πρώτη προσπάθεια έγινε στις 28 Σεπτέμβρη του 1974. Τα δεξιά κόμματα (μεταμφιεσμένοι χουντικοί) αποφάσισαν να καλέσουν μια μεγάλη συγκέντρωση στη Λισαβόνα. Τα «επεισόδια» θα έδιναν το πρόσχημα για επέμβαση των «νομιμοφρόνων» τμημάτων του στρατού και της στρατοχωροφυλακής. Τότε ήταν που ο Σπίνολα εκφώνησε την ομιλία περί «σιωπηλής πλειοψηφίας». Η προσπάθεια κατέληξε σε φιάσκο, μετά από μια συγκλονιστική κινητοποίηση του μαζικού κινήματος: δρόμοι και γέφυρες αποκλείστηκαν με οδοφράγματα για να μην έρθουν τα πούλμαν και τα τρένα των «σιωπηλών».
Οι επόμενοι μήνες μετέτρεψαν σε πανικό τους φόβους του Σπίνολα και όσων τον στήριζαν (και της αμερικάνικης πρεσβείας). Τον Φλεβάρη του 1975 για παράδειγμα, οι inter-empresas οργάνωσαν μια διαδήλωση δεκάδων χιλιάδων εργατών στη Λισαβόνα, ενάντια στις απολύσεις. Η κυβέρνηση προσπάθησε να απαγορέψει τη διαδήλωση γιατί συνέπιπτε με την επίσκεψη του αμερικάνικου Έκτου Στόλου. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες (με πλειοψηφία του ΚΚΠ) κατήγγειλαν τους «αριστεριστές προβοκάτορες». Και η πορεία όχι μόνο έγινε, αλλά πέρασε μπροστά από την αμερικάνικη πρεσβεία. Και οι φαντάροι που φρουρούσαν την πρεσβεία και το υπουργείο Εργασίας ενώθηκαν με τους διαδηλωτές.
Ήταν η ώρα για πιο δραστικά μέτρα. Το πρωί της 11 Μάρτη, μονάδες αλεξιπτωτιστών περικύκλωσαν το στρατόπεδο του RAL-1 κοντά στο αεροδρόμιο της Λισαβόνας. Τέσσερα στρατιωτικά ελικόπτερα και δυο μαχητικά αεροσκάφη βομβάρδισαν τον στρατώνα. Ευτυχώς υπήρξε μόνο ένας νεκρός, λίγα λεπτά νωρίτερα να γινόταν ο βομβαρδισμός οι νεκροί θα ήταν δεκάδες μιας και οι βόμβες χτύπησαν το χώρο όπου οι φαντάροι πήραν το πρωινό τους. Κι από ’κει και πέρα όλα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά για τους επίδοξους πραξικοπηματίες.
Καταρχήν, οι αλεξιπτωτιστές ενώθηκαν με τους συναδέλφους τους του RAL-1: Μονάδες της COPCON άρχισαν να κινούνται για να αντιμετωπίσουν την απειλή. Η COPCON (Κέντρο Ηπειρωτικών Επιχειρήσεων) ήταν μια δύναμη που είχε συγκροτήσει το MFA. Επικεφαλής της ήταν ο Οτέλο ντι Καρβάλιο, που όπως και οι φαντάροι του είχαν στραφεί ριζοσπαστικά προς τα αριστερά τους προηγούμενους μήνες.
Όμως, την πιο συντριπτική απάντηση την έδωσαν οι εργάτες. Τα μπλόκα και τα οδοφράγματα επανεμφανίστηκαν σε όλη την περιφέρεια της Λισαβόνας, με ένοπλες περιπολίες εργατών να τα φρουρούν. Στο Πόρτο, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, μια τεράστια διαδήλωση εισέβαλε στα γραφεία του CDS, ενός «κεντρώου, χριστιανοδημοκρατικού» κόμματος που ήταν η στέγη κάθε χουντικού (σήμερα το κόμμα συμμετέχει στη δεξιά κυβέρνηση της Πορτογαλίας) και τα έκαψε. Το ίδιο έγινε και στη Λισαβόνα –ούτε η έπαυλη του Σπίνολα γλύτωσε από την οργή των διαδηλωτών.
Οι εργαζόμενοι στα ναυπηγεία Λισνάβε έκαναν κατάληψη και οργάνωσαν ομάδες που απλώθηκαν στη γύρω περιοχή κάνοντας ελέγχους ακόμα και σε αυτοκίνητα. Οι εργαζόμενοι στο ράδιο Renascenca (ανήκε στην Εκκλησία) που ήταν σε απεργία αποφάσισαν να καταλάβουν το ραδιοσταθμό και να αρχίσουν να εκπέμπουν τη φωνή του κινήματος. Η εργασιακή επιτροπή στην εφημερίδα Ο Seculo επέταξε τις εγκαταστάσεις για να βγάλει έκτακτο παράρτημα.
Οι τραπεζοϋπάλληλοι κατέβηκαν σε απεργία και συνέλαβαν τους διευθυντές τους. Το ΔΣ της τράπεζας Espirito Santo Bank, ετοιμαζόταν να συνεδριάσει όταν μια ομάδα ένοπλων εργαζομένων εισέβαλε στην αίθουσα και έστησε τα σεβαστά μέλη του στον τοίχο (τα μόνα θύματα ήταν τα λερωμένα παντελόνια τους). Το συνδικάτο των τραπεζοϋπάλληλων στο Πόρτο έστειλε την εξής εντολή στα μέλη του: «Κλείστε αμέσως τις τράπεζες. Σταματήστε κάθε συναλλαγή. Οργανώστε ομάδες περιφρούρησης για να ελέγχουν την είσοδο και την έξοδο. Εξασφαλίστε τον έλεγχο τηλεφώνων και τέλεξ».
Ελικόπτερα
Η απόπειρα πραξικοπήματος κατέρρευσε. Ο Σπίνολα την κοπάνησε (πήγε στην Ισπανία και μετά στη Βραζιλία, που είχαν ακόμα δικτατορία) με τα «ελικόπτερα της αντίδρασης».
Οι πραξικοπηματίες στα πιο έντονα όνειρά τους μιμούνταν τον στρατηγό Πινοσέτ στη Χιλή. Η χούντα του ενάμισι χρόνο πριν είχε ανατρέψει την αριστερή κυβέρνηση του Αλιέντε και είχε κατασφάξει το εργατικό κίνημα. Αλλά η διαφορά με τη Χιλή ήταν ότι το κίνημα είχε μπει στους στρατώνες και το εργατικό κίνημα, ήταν στη φάση που έπαιρνε φόρα. Γι’ αυτό το πραξικόπημα θύμιζε περισσότερο κωμωδία.
Το άμεσο αποτέλεσμα της νίκης ενάντια στον Σπίνολα ήταν η ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος. Οι φαντάροι του RAL-1 έβγαλαν μια απόφαση στην οποία προειδοποιούσαν ότι «ξέρουν καλά να στρέφουν τα όπλα τους ενάντια στην αστική τάξη και τους φασίστες». Και τους επόμενους μήνες, επιτροπές φαντάρων του κινήματος SUV άρχισαν να οργανώνουν αγώνες στους στρατώνες αμφισβητώντας ακόμα και την αριστερή πτέρυγα του MFA.
Εκατοντάδες εργοστάσια, εταιρείες, μεγάλα αγροκτήματα παρέμεναν υπό κατάληψη, στα χέρια του κόσμου που τα δούλευε. Το νέο κυβερνητικό σώμα αναγκάστηκε να εθνικοποιήσει όλες σχεδόν τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες και λίγο μετά όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις στην παραγωγή χάλυβα, στην ενέργεια, στις συγκοινωνίες.
Η Πορτογαλική Επανάσταση δεν είχε τελειώσει. Η άρχουσα τάξη χρειάστηκε ακόμα έξι και περισσότερους μήνες για να ελέγξει την κατάσταση και δεν θα τα κατάφερνε χωρίς την «ανάσα» που της πρόσφεραν τα ρεφορμιστικά κόμματα. Όμως, τον Μάρτη του 1975 η εργατική τάξη της είχε δείξει με τον πιο αποφασιστικό τρόπο ποια είναι η δύναμη που μπορεί να συντρίψει τους εκβιασμούς και το σαμποτάζ της κυρίαρχης τάξης.

