Οικονομία και Πολιτική
Ο νέος εκλογικός νόμος ΔΕΝ είναι απλή αναλογική
Το βράδυ της Παρασκευής 1η Ιουλίου η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δημοσιοποίησε το νέο εκλογικό νόμο με ημερομηνία λήξης της «δημόσιας διαβούλευσης» την Δευτέρα 4 Ιουλίου (!) και στόχο την ψήφισή του στη Βουλή μέσα στις επόμενες μέρες.
Το νομοσχέδιο προβλέπει την κατάργηση του μπόνους των 50 εδρών για το πρώτο κόμμα, ψήφο από τα 17 και διατήρηση του ορίου 3% για να εισέλθει ένα κόμμα στη Βουλή. Η κυβερνητική εκπρόσωπος Όλγα Γεροβασίλη δήλωσε σχετικά ότι «η κυβέρνηση εκπληρώνει σήμερα ένα ιστορικό χρέος και υλοποιεί μια πάγια θέση της Αριστεράς και του προοδευτικού χώρου».
Θα μπορούσε να το ισχυριστεί αυτό η κυβέρνηση αν η ψήφος στα 17 και η κατάργηση του μπόνους για το πρώτο κόμμα συνοδευόταν από την κατάργηση του ορίου του 3% για να μπει ένα κόμμα στη Βουλή. Δυστυχώς το σύστημα που εισηγείται η κυβέρνηση ΔΕΝ είναι απλή αναλογική. Μπορεί η αφαίρεση του μπόνους των 50 βουλευτών στο πρώτο κόμμα να δίνει την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα αναλογικότερο σύστημα αλλά στην ουσία μπορεί να είναι εξίσου ληστρικό, καλπονοθευτικό και αντιδημοκρατικό.
Λαθροχειρία
Πώς; Μέσα ακριβώς από τη λαθροχειρία της παραμονής του ορίου 3% για να μπει ένα κόμμα στη Βουλή. Ας πάρουμε το παράδειγμα των εκλογών του Μαϊου του 2012: Δεκατρία κόμματα έμειναν εκτός Βουλής παίρνοντας τουλάχιστον 1%. Συνολικά το ποσοστό των κομμάτων που δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το όριο 3% πήραν τις ψήφους του 19% του εκλογικού σώματος. Αυτό, με βάση τον προηγούμενο εκλογικό νόμο, σήμανε ότι 57 βουλευτές (που αν υπήρχε απλή αναλογική θα μοιράζονταν σε όλα αυτά τα κόμματα) κατέληξαν κατά κύριο λόγο (οι 50) στο πρώτο κόμμα και οι 7 στα υπόλοιπα!
Αυτό που παρουσιάζει σήμερα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σαν «απλή αναλογική» είναι η συνέχιση αυτής της ληστείας - μόνο που τους βουλευτές που χάνουν τα εκτός Βουλής κόμματα- δεν θα τους παίρνει το πρώτο κόμμα, αλλά θα τους μοιράζονται αναλογικά όλα τα υπόλοιπα έτσι ώστε να διευκολύνονται «συμμαχικές κυβερνήσεις».
Πρόκειται για μια ακόμα κωλοτούμπα του ΣΥΡΙΖΑ που ενώ μέχρι πριν γίνει κυβέρνηση δεσμευόταν για απλή αναλογική με κατάργηση του ορίου 3%, σήμερα μέσω του διευθυντή της κοινοβουλευτικής του ομάδας, υποστηρίζει: «Εμείς αυτό (σ.σ. την κατάργηση του 3%) το είχαμε προτείνει στο παρελθόν σε μια λογική πολυφωνικότητας του Κοινοβουλίου, διότι θα θυμάστε ότι ιδίως στη δεκαετία του '80 και του '90 ήταν τα τρία μεγάλα κόμματα και όσες φορές έμπαινε στη Βουλή το ΚΚΕ Εσωτερικού, αργότερα ο Συνασπισμός, μετά ο ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα πλέον έχουμε ένα πολυφωνικό Κοινοβούλιο, μετέχουν οκτώ κόμματα, δεν νομίζω ότι υπάρχει ζήτημα αντιπροσώπευσης (…)»!
Πολυφωνικότητα α λα καρτ και μνήμη χρυσόψαρου από ένα κόμμα που στις εκλογές του 1993 είχε μείνει εκτός Βουλής με ποσοστό 2,94%.
Αναζητείται συναίνεση από τα δεξιά
Για να μπορέσει ο εκλογικός νόμος να εφαρμοστεί στις αμέσως επόμενες εκλογές θα πρέπει να ψηφιστεί με τουλάχιστον 200 ψήφους, διαφορετικά θα εφαρμοστεί στις μεθεπόμενες.
Με δεδομένη τη δυσκολία εξασφάλισης μιας τέτοιας πλειοψηφίας, κάποιοι υποστηρίζουν ότι η πρεμούρα της κυβέρνησης να κατεβάσει το νέο εκλογικό νόμο είναι ένα πυροτέχνημα που στόχο έχει να αποπροσανατολίσει τον κόσμο από τις περικοπές των συντάξεων, τις ιδιωτικοποιήσεις και την επίθεση λιτότητας που βρίσκεται σε εξέλιξη ένα χρόνο μετά το μεγάλο ΟΧΙ της 5ης Ιουλίου 2015. Όμως είναι κάτι περισσότερο από αυτό.
Καταρχάς, δεν πρόκειται απλά για μια (oύτως ή άλλως ανέξοδη ως προς τα μνημόνια) επίδειξη δημοκρατικής ευαισθησίας. Γιατί δεν είναι καν τέτοια. Όπως αναλύεται και στις παραπάνω στήλες, δεν πρόκειται για υλοποίηση αλλά για πλήρη αθέτηση της δέσμευσης του ΣΥΡΙΖΑ και της πάγιας θέσης της Αριστεράς για απλή ανόθευτη αναλογική.
Κατά δεύτερον, εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες. Παρά το προφίλ της «αλώβητης» διακυβέρνησης που προσπαθεί να προβάλει για τον εαυτό της, η κυβέρνηση γνωρίζει ότι ήδη βρίσκεται αντιμέτωπη με τις αντιστάσεις από τα κάτω όπως εκφράζονται στο λιμάνι, στους σιδηροδρόμους, τις συγκοινωνίες, τα νοσοκομεία τη ΒΙΟΜΕ, τις Σκουριές, το Ελληνικό, τα στρατόπεδα προσφύγων, για να αναφέρουμε μόνο τις τρέχουσες. Ξέρει ότι η Τζετ Όιλ, το Λήδρα και ο Μαρινόπουλος, δεν είναι οι «εξαιρέσεις». Ξέρει πολύ καλά ότι όσο θα εντείνονται και θα φαίνονται στην πράξη τα αποτελέσματα της εφαρμογής των μνημονίων, τόσο θα δυσκολεύεται να πείσει τον κόσμο που την ψήφισε καθώς και τα ίδια τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ για την «ανάπτυξη» που όλο έρχεται και τη λιτότητα που παραμένει, μαζί με την εφαρμογή της ρατσιστικής συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας για τους πρόσφυγες.
Χάνοντας τη συναίνεση του κόσμου η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αναζητά τη συναίνεση και τις συμμαχίες της αλλού. Στο εξωτερικό, στα συγχαρητήρια του Κάμερον για τη στήριξη του Τσίπρα στο βρετανικό δημοψήφισμα, στη συμμετοχή στο Ευρωπαϊκό Κόμμα των Σοσιαλιστών, στους «επενδυτές» από την Κίνα. Και στο εσωτερικό, στα ανοίγματα στο «κέντρο» της Φώφης, του ΓΑΠ, του Λεβέντη, του Θεοδωράκη και, γιατί όχι, κάποιων συναινετικών μέσα στην ίδια τη ΝΔ.
Όρεξη
Όμως αυτή ακριβώς η στάση αντί να «μαλακώνει» όλους αυτούς, τους ανοίγει την όρεξη για περισσότερες διεκδικήσεις. Ο Μητσοτάκης δηλώνει σε όλους τους τόνους ότι δεν πρόκειται να ψηφίσει το νομοσχέδιο και ζητάει να ενταχθεί το ζήτημα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού (με την ελπίδα ότι θα λειτουργήσουν υπέρ του) και της κατάτμησης των περιφερειών. Ο Θεοδωράκης αποκαλεί το νομοσχέδιο «έγκλημα ακυβερνησίας» και ζητάει επίσης την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού. Η Γεννηματά απαιτεί σαν όρο την αποδοχή των 5 σημείων, ανάμεσα στα οποία είναι η συνέχιση μπόνους 25-30 εδρών στο πρώτο κόμμα αν έχει πάνω από 42%.
Η στάση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και το μέχρι που είναι διατεθειμένη να παζαρέψει, θα φανεί τις επόμενες μέρες - με το Μαξίμου, σύμφωνα με τα Νέα, να δηλώνει ότι διατίθεται να εντάξει τις απαιτήσεις για ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού και την κατάτμηση περιφερειών στην ατζέντα.
Εγκληματική το λιγότερο είναι η στάση του πρόεδρου της Βουλής Βούτση, που για άλλη μια φορά έκλεισε το μάτι στη Χρυσή Αυγή δηλώνοντας ότι «στη Βουλή δεν υπάρχουν ευπρόσδεκτες και μη ευπρόσδεκτες ψήφοι». Για να προσθέσει ότι «αυτό που σας λέω δεν αποτελεί πρόσκληση προς την Χρυσή Αυγή… αλλά επειδή ο εκλογικός νόμος είναι ένα κορυφαίο ζήτημα και κάθε κόμμα έχει τη δική του άποψη, περιμένουμε να δούμε τι θα πει και η Χρυσή Αυγή».
Την ίδια ώρα που μέσα στα δικαστήρια αποκαλύπτεται βήμα προς βήμα η δολοφονική δράση της ναζιστικής συμμορίας της Χ.Α και η κάλυψη που της παρείχε το ελληνικό κράτος, ο πρόεδρος της Βουλής αδημονεί να μάθει «την άποψη» της Χ.Α για τον εκλογικό νόμο… Τι άποψη έχουν οι ναζί για τις εκλογές το γνωρίζει αλήθεια;
Όριο 3% για τους «γνωστούς λόγους»
H νομοθέτηση του ορίου 3% που πρέπει να εξασφαλίσει στην επικράτεια επί του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων ένα κόμμα, εκλογικός συνασπισμός ή ανεξάρτητος υποψήφιος προκειμένου να μπορέσει να μπει στη Βουλή, έγινε το 1990.
Ο νόμος 1907/90 ήταν από τους πρώτους που ψήφισε τότε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και μαζί με τη θέσπιση του 3%, πριμοδοτούσε με παραπάνω βουλευτές το πρώτο κόμμα. Η εξέλιξη αυτού του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος οδήγησε στο σύστημα που έχουμε σήμερα και χαρίζει 50 ολόκληρες βουλευτικές έδρες, το 16% του συνόλου, στο πρώτο κόμμα.
Ο λόγος τον οποίον επικαλέστηκε επίσημα η κυβέρνηση Μητσοτάκη γι’ αυτές τις αλλαγές ήταν η «ακυβερνησία» και η πολιτική αστάθεια που είχε επικρατήσει τότε οδηγώντας σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις σε διάστημα σχεδόν ενός έτους, όταν κανένα κόμμα δεν μπορούσε να πάρει την αυτοδυναμία με αποτέλεσμα αρχικά την κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ-Συνασπισμού με πρωθυπουργό τον Τζαννετάκη, στη συνέχεια την Οικουμενική κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-Συνασπισμού του Ζολώτα, και μετά την τρίτη εκλογική αναμέτρηση, την κυβέρνηση αυτοδυναμίας του Μητσοτάκη. Όμως βασικός λόγος για τον οποίο ψηφίστηκε αυτός ο νόμος ήταν και ο αποκλεισμός της μειονότητας στην Θράκη να έχει δικούς της υποψήφιους.
Διακρίσεις
Μια μακρά περίοδος πολιτικής διακρίσεων απέναντι στη μειονότητα (που συνεχίστηκε στην πρώτη οκταετία του ΠΑΣΟΚ) είχε διαψεύσει τις ελπίδες της για πραγματική «αλλαγή», τουλάχιστον όσο αυτή αφορούσε στα δικαιώματά της. Έτσι διάφοροι μειονοτικοί υποψήφιοι επέλεξαν να κατέβουν στις εκλογές αυτόνομα με αποτέλεσμα στην εκλογική αναμέτρηση του Ιουνίου του 1989 να εκλεγεί ένας βουλευτής με το μειονοτικό συνδυασμό Εμπιστοσύνη στη Ροδόπη. Ακολούθως στις εκλογές του Νοέμβρη του 1989 να εκλεγούν δυο, ένας με την «Εμπιστοσύνη» στη Ροδόπη και ένας με το συνδυασμό «Πεπρωμένο» στο νομό Ξάνθης. Και στις εκλογές του 1990 ξανά δύο κάτω από τον κοινό συνδυασμό Εμπιστοσύνη-Πεπρωμένο που πήρε ποσοστό 0.7%.
Και στις τρεις αυτές αναμετρήσεις το κράτος και τα κόμματα της άρχουσας τάξης είχαν εξαντλήσει όλα τα «μέσα», θεμιτά και αθέμιτα, που διέθεταν: Πριν τις πρώτες εκλογές του 1989, και παρά την πόλωση ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα, ο Μητσοτάκης ζητούσε από τη μειονότητα να ψηφίσει ακόμα και τον υποψήφιο του ΠΑΣΟΚ προκειμένου να μην ψηφίσει τους υποψηφίους με τους μειονοτικούς συνδυασμούς. Στην Ξάνθη η πασοκική «πατριωτική» πτέρυγα του Χαραλαμπίδη οργάνωνε συγκεντρώσεις με παρόμοιο περιεχόμενο αυτών που οργάνωνε στην Κομοτηνή ο μητροπολίτης Δαμασκηνός αγκαζέ με τους φασίστες του Στόχου που καλούσαν σε «κατάληψη του τουρκικού προξενείου».
Το σαββατοκύριακο των πρώτων εκλογών έγινε απόπειρα παραποίησης του αποτελέσματος. Ολόκληρα τμήματα του 4ου Σώματος Στρατού μεταφέρθηκαν από τον Έβρο στη Ροδόπη και την Ξάνθη για να ψηφίσουν. Οι ετεροδημότες δημόσιοι υπάλληλοι που βρίσκονταν στη Θράκη εξαναγκάστηκαν να ψηφίσουν εκεί. Ταυτόχρονα μια στημένη «απεργία» των τελωνειακών απέκλειε στην άλλη πλευρά των συνόρων τους πολίτες της μειονότητας που εξαιτίας των έντονων διακρίσεων ζούσαν είτε στην Τουρκία είτε μεταξύ Ελλάδας Τουρκίας σπουδάζοντας και δουλεύοντας.
Στις δεύτερες εκλογές του 1989 συνέβησαν όλα τα παραπάνω συν το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο Ροδόπης απέρριψε ως απαράδεκτες τις αιτήσεις των δύο κύριων υποψήφιων μειονοτικών βουλευτών με πρόσχημα γραφειοκρατικές λεπτομέρειες και κοινοποιώντας τους την απόρριψη λίγα λεπτά πριν την εκπνοή της προθεσμίας ώστε να μην μπορέσουν να τις διορθώσουν.
Δίπλα σε αυτά υπήρξε η ωμή τρομοκρατία του κράτους και των φασιστικών συμμοριών ενάντια στη μειονότητα που κορυφώθηκε στο πογκρόμ της Κομοτηνής τέλη Γενάρη του 1990, όταν φασίστες με την κάλυψη της αστυνομίας και παρόντος του ίδιου του υπουργού Δημοσίας Τάξης που βρισκόταν στην πόλη, προπηλάκισαν, λεηλάτησαν και έσπασαν τα μαγαζιά κατοίκων από τη μειονότητα. Τα συνθήματά τους ήταν «μέσα ο Σαδίκ» (ένας από τους βουλευτές της μειονότητας που κλείστηκε στη φυλακή) «έξω ο Μελίστας» (ο δολοφόνος αστυνομικός του μαθητή Καλτεζά), «έξω ο Παπαδόπουλος», «Δαμανάκη έλα να βάλεις φερετζέ», «κομμούνια θα γίνετε σαπούνια».
Τις ίδιες μέρες, στις 31 Γενάρη, οι φασίστες είχαν προκαλέσει εμπρησμό και είχαν κάψει στην Αθήνα τα γραφεία της ΟΣΕ (της οργάνωσης από την οποία προήλθε το ΣΕΚ) γιατί όλο αυτό το διάστημα είχε συμπαρασταθεί στην μειονότητα. Το ίδιο διάστημα σύσσωμη η αστική προπαγάνδα χρέωνε όλη τη μειονότητα στους Γκρίζους Λύκους και σε πράκτορες του τουρκικού κράτους.
Η επιβολή του ορίου 3% στις επόμενες εκλογές σήμανε τον αποκλεισμό της μειονότητας – και μαζί της όλων των συνδυασμών που δεν κατάφερναν να περάσουν το όριο στερώντας τους στην ουσία το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Για άλλη μια φορά αποδείχθηκε στην πράξη ότι οι ρατσιστικές ή εθνικιστικές επιθέσεις στις μειονότητες σύντομα μεταφράζονται σε επιθέσεις ενάντια σε ολόκληρο το κίνημα και τα δημοκρατικά δικαιώματα.
Αφού ορίστηκε το 3% που ουσιαστικά επέβαλλε ότι για να εκλεγεί ένας μειονοτικός έπρεπε να είναι υποψήφιος με ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα, οι επόμενες κυβερνήσεις άφησαν κατά μέρους την τρομοκρατία και αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν άλλου τύπου πολιτική, δίνοντας κάποια δικαιώματα στη μειονότητα που μέχρι τις αρχές της δεκαετίες του 1990 ήταν σε καθεστώς διακρίσεων, αν όχι διωγμού.
Σήμερα η κρίση και η λιτότητα έχει χτυπήσει αλύπητα όλη τη Θράκη και βέβαια και τη μειονότητα. Ταυτόχρονα ενώ συνεχίζεται η πολιτική χειραγώγησης της μειονότητας εκ μέρους του ελληνικού κράτους, την εμφάνισή τους έχουν κάνει ξανά οι φασιστικές συμμορίες που προκαλούν (βλ. παραπάνω). Με τον ίδιο τρόπο που τη δεκαετία του ’80 η διάψευση των προσδοκιών για την αλλαγή του που θα έφερνε το ΠΑΣΟΚ έσπρωχνε κομμάτια της μειονότητας στο Σαδίκ, σήμερα η διάψευση των προσδοκιών για τον ΣΥΡΙΖΑ οδηγεί ένα κομμάτι να κοιτάζει προς το κόμμα DEB. Ό, τι και να λέει ο υπουργός Εξωτερικών Κοτζιάς ότι δεν θα επιτρέψει να μετατραπεί «σε εργαλείο εξωτερικής πολιτικής» η μειονότητα, είναι ακριβώς η συνέχιση της πολιτικής των διακρίσεων που μπορεί να στρέψει τη μειονότητα να αναζητά αλλού προστασία.
Και αν είναι αναμενόμενο ο Καμμένος να παρουσιάζεται σαν υπερασπιστής της συνέχισης αυτής της πολιτικής των διακρίσεων δηλώνοντας ότι «για τους γνωστούς λόγους πρέπει να παραμείνει το 3% για την είσοδο στη Βουλή», είναι τραγωδία ο Τσίπρας, που μέχρι το 2012 θεωρούσε απαράδεκτο αυτό το όριο, σήμερα να συμφωνεί.

