Οικονομία και Πολιτική
“Πολιτική λύση”- μπάλωμα για τα νέα μέτρα

Μοσκοβισί, Λαγκάρντ και Σόιμπλε γεφυρώνουν τις διαφορές τους πάντα στο χειρότερο κοινό παρονομαστή για μας.

Με στόχο μια "πολιτική λύση" στη διαπραγμάτευση πηγαίνει αυτή την εβδομάδα ο Αλέξης Τσίπρας στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο. Ο λόγος είναι απλός: όλες οι άλλες λύσεις έχουν μέχρι τώρα αποτύχει.  

  Η κυβέρνηση βιάζεται να κλείσει τη δεύτερη αξιολόγηση το συντομότερο δυνατό έτσι ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να ενταχθεί στο πρόγραμμα της "ποσοτικής χαλάρωσης" της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μέχρι τον Μάρτη. Σύμφωνα με το σενάριο που έχει στήσει το υπουργείο Οικονομικών η ένταξη αυτή θα αποκλιμακώσει τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων (σήμερα βρίσκονται περίπου στο 6.5%) και θα επιτρέψει την έξοδο στις αγορές μέσα στο 2017 ή το αργότερο το 2018.

Το σενάριο αυτό, όμως, σκοντάφτει. Τη Δευτέρα τα τεχνικά κλιμάκια των “θεσμών” επέστρεψαν στην Αθήνα για να συνεχίσουν τους ελέγχους τους. Όμως, όπως ομολογούν οι ίδιοι, "η αξιολόγηση δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί εάν οι Ευρωπαίοι πιστωτές δεν συμφωνήσουν με το ΔΝΤ τον ρόλο του στο πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας".

Όπως έχει γίνει και στο παρελθόν, η ΕΕ και το ΔΝΤ γεφυρώνουν τις διαφορές τους καταλήγοντας σε ένα πακέτο που περιλαμβάνει τα χειρότερα μέτρα που προτείνει η κάθε πλευρά. Ο Σόιμπλε πιέζει έτσι ώστε ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος 3.5% του ΑΕΠ κάθε χρόνο να παραμείνει για μια δεκαετία. Το ΔΝΤ από την πλευρά του διαπιστώνει ότι τα μέτρα που έχουν ήδη αποφασιστεί και επιβληθεί μπορούν να εξασφαλίσουν το πολύ ένα πρωτογενές πλεόνασμα 1.5% του ΑΕΠ. Άρα για να χαρακτηριστεί βιώσιμο το χρέος θα πρέπει να επιβληθούν πρόσθετα μέτρα (αφορολόγητο στις 5000 ευρώ, περικοπές σε συντάξεις κλπ) εξοικονόμησης άλλων 4.2 δισεκατομμυρίων ευρώ. 

Άλυτη εξίσωση

Η κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε μια άλυτη εξίσωση. Στο Γιούρογκρουπ της 5ης Δεκέμβρη δέχτηκε μια "ασαφή" διατύπωση για τη "μεσοπρόθεσμη" διατήρηση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 3.5% του ΑΕΠ (για 3-5 χρόνια σύμφωνα με τον Ντάισελμπλουμ ή 10 χρόνια σύμφωνα με τον Σόιμπλε) - με τη δικαιολογία ότι ο στόχος μπορεί να αλλάξει σε κάποια επόμενη διαπραγμάτευση. Αλλά αδυνατεί να αποδεχτεί τους όρους του ΔΝΤ -και γιατί φοβάται τις επιπτώσεις που θα έχει μια τέτοια αφαίμαξη πάνω στην ελληνική οικονομία και γιατί (πολύ περισσότερο) φοβάται τις αντιδράσεις που ενδέχεται να πυροδοτήσει.

Στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο ο Τσίπρας θα προσπαθήσει να πείσει τους "εταίρους" και δανειστές μας να δώσουν το πράσινο φως για την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης ακόμα και χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η αξιολόγηση. Η κυβέρνηση βιάζεται για τρεις λόγους: πρώτον, το τρίτο μνημόνιο ολοκληρώνεται τυπικά τον Ιούλη του 2018 και εάν δεν έχει καταφέρει η Ελλάδα μέχρι τότε να βγει στις αγορές το τέταρτο μνημόνιο θα είναι μονόδρομος. 

Δεύτερον το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεν θα συνεχιστεί ακόμα για πολύ. Ήδη τα ποσά που διαθέτει η ΕΚΤ κάθε μήνα για την αγορά τίτλων έχουν μειωθεί, από τα 80 στα 60 δισεκατομμύρια. Και αναμένεται να μειωθεί ακόμα περισσότερο μέσα στους επόμενους μήνες -μέχρι να καταργηθεί. Τρίτον, τον Γενάρη εγκαθίσταται ο Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Οι προβλέψεις για το τι πρόκειται ακριβώς να κάνει είναι δύσκολες αυτή τη στιγμή. Αλλά πολλοί εκτιμούν ότι θα πιέσει για μια πιο σκληρή γραμμή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Τα 4.2 δις που απαιτεί τώρα η Λαγκάρντ μπορεί να μοιάζουν "συντηρητικά" ύστερα από μερικούς μήνες. 

Ο Τσίπρας ψάχνει αγωνιωδώς για κάποια «πολιτική» δικαιολογία-φερετζέ για να αποδεχθεί το νέο πακέτο σκληρών μέτρων. Ο Τσακαλώτος ξανάρχισε το ρεφρέν του «έντιμου συμβιβασμού». Το μόνο που δεν συζητάνε τα κυβερνητικά επιτελεία του ΣΥΡΙΖΑ είναι να αξιοποιήσουν την κρίση της ΕΕ λέγοντας επιτέλους το ΟΧΙ που είχε βγει από το δημοψήφισμα με το συντριπτικό 62%.