Διεθνή
Ιρλανδία: Τα αδιέξοδα του ένοπλου ρεφορμισμού

Δεν συνηθίζεται όταν πεθαίνει ένας καταδικασμένος ως τρομοκράτης η οικογένειά του να δέχεται συλλυπητήρια από διεθνείς ηγέτες. Αυτό όμως έγινε με τον Μάρτιν ΜακΓκίνες που πέθανε στις 21 Μάρτη. Το ίδρυμα Κλίντον έβγαλε ανακοίνωση με προσωπική δήλωση του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, εξυμνώντας την αφοσίωση του ΜακΓκίνες στον αφοπλισμό στην Ιρλανδία. Ο Τόνι Μπλερ μίλησε με τα καλύτερα λόγια για το ρόλο που έπαιξε ο ΜακΓκίνες στην ειρηνευτική διαδικασία.

Ο ΜακΓκίνες υπήρξε ηγέτης του ΙRΑ, του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Συνελήφθη και φυλακίστηκε, δηλώνοντας στο δικαστήριο περήφανος για τη δράση του. Το 1982 του απαγορεύτηκε η είσοδος στη Βρετανία με βάση τον αντιτρομοκρατικό νόμο. Τις πρώτες δυο δεκαετίες της ενήλικης ζωής του ήταν στέλεχος της οργάνωσης που το βρετανικό κράτος θεωρούσε Νο 1 κίνδυνο για την ασφάλεια της αστυνομίας και των ειδικών του δυνάμεων. Στο άλλο άκρο, ολόκληρη την τελευταία δεκαετία της ζωής του ο ΜακΓκίνες υπήρξε αναπληρωτής πρωθυπουργός της Βόρειας Ιρλανδίας.

Στην περίπτωσή του δεν λειτουργούν τα κλισέ για τους νέους που επαναστατούν στα 20 αλλά βολεύονται στα 40. Ο συμβιβασμός του ΜακΓκίνες δεν ήταν ένα προσωπικό καπρίτσιο. Συμβολίζει την πορεία που ακολούθησε ολόκληρο το ρεπουμπλικανικό εθνικιστικό ρεύμα στην Ιρλανδία. Η πορεία από τα όπλα στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων ήταν η φυσική κατάληξη της στρατηγικής του ιρλανδικού εθνικισμού. Ούτε πρόκειται για κάποια ιρλανδική εξαίρεση. Το στρατηγικό αδιέξοδο πολλών ένοπλων εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων έχει οδηγήσει σε παρόμοιες πορείες τα τελευταία χρόνια.

Ειρηνικά

Το 1984 ο ΜακΓκίνες έλεγε πως: “Ξέρουμε ότι οι εκλογές, παρότι σημαντικές δεν θα φέρουν την απόσυρση των Βρετανών. Ακόμη και αν το Σιν Φέιν [το κόμμα στο οποίο αναφερόταν πολιτικά ο ΙRΑ] κέρδιζε όλες τις εκλογές, πάλι δεν θα μπορούσε να φτάσει σε συμφωνία για την αποχώρηση. Αναγνωρίζουμε την αξία και τα όρια των εκλογικών επιτυχιών. Αναγνωρίζουμε ότι μόνο ο πειθαρχημένος, επαναστατικός ένοπλος αγώνας του ΙRΑ θα τερματίσει την βρετανική κυριαρχία”. Το 2011 αντίθετα υποστήριζε πως: “Η επανένωση της Ιρλανδίας θα επιτευθεί μόνο με αμιγώς ειρηνικά και δημοκρατικά μέσα”.

Ο ΜακΓκίνες, γεννημένος το 1950, ανήκει σε εκείνη τη γενιά της βορειοϊρλανδικής νεολαίας που ριζοσπαστικοποιήθηκε από τις προκλήσεις των βρετανικών δυνάμεων και των Ενωτικών ακροδεξιών στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 και αναζήτησε διέξοδο στην ένοπλη δράση. Ο “Προσωρινός ΙRΑ” ξεφυτρώνει εκείνη την εποχή και στελεχώνεται από νέους Καθολικούς που είδαν τις ειρηνικές τους διαδηλώσεις να σακατεύονται από τις συμμορίες των Προτεσταντών, και κατηγορούν την παλιά ηγεσία για συμβιβασμό. Ζητάνε και οργανώνουν να γίνει η ένοπλη δράση και όχι η “πολιτική” το βασικό εργαλείο της ιρλανδικής απελευθέρωσης. Ο ΜακΓκίνες μόλις 22 χρόνων είναι στην ομάδα που πάει στο Λονδίνο για να κάνει άμεσε διαπραγματεύσεις με τη Βρετανική κυβέρνηση μετά τη Ματωμένη Κυριακή του 1972 και τα γεγονότα που ακολούθησαν. Είναι όμως αυτή ακριβώς η νέα ηγεσία που θα οδηγήσει μετά από μερικές δεκαετίες στον μεγαλύτερο συμβιβασμό και με το βρετανικό και με το ιρλανδικό κράτος, τη συμφωνία της “Μεγάλης Παρασκευής” το 1998. Ο ΜακΓκίνες γίνεται ένας από τους αρχιτέκτονες της συμφωνίας και αναλαμβάνει προσωπικά να επιβλέψει ότι ο ΙRΑ θα αφοπλιστεί.

Είναι σημαντικό να προσέξει κανείς ότι αυτή η δυναμική είχε ήδη επαναληφθεί περισσότερες από μία φορές στο ιρλανδικό κίνημα. Ο Μάικλ Κόλινς από ηγέτης της ιρλανδικής αντίστασης μετά την Εξέγερση του Πάσχα το 1916, αποδέχθηκε τη διχοτόμηση του νησιού το 1921 και έγινε ο πρώτος ηγέτης του “Ελεύθερου” Ιρλανδικού κράτους στο Νότο. Δολοφονήθηκε το 1922 από τους διαφωνούντες. Ο ηγέτης των “σκληρών” που δεν αναγνώριζαν το νέο κράτος ήταν ο Έιμον ντε Βαλέρα. Ο ντε Βαλέρα θα γίνει τελικά ο μακροβιότερος πρωθυπουργός και πρόεδρος του κράτους που.. δεν αναγνώριζε, από το 1937 ως το 1973. Το κόμμα του ντε Βαλέρα, το Φιάνα Φόιλ, μετατράπηκε στο βασικό κόμμα του ιρλανδικού καπιταλισμού. Το σενάριο επαναλήφθηκε σε μικρότερη ή μεγαλύτερη κλίμακα κι άλλες φορές μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Υπάρχουν δυο χαρακτηριστικά στην καρδιά της στρατηγικής της ένοπλης σύγκρουσης που ανακυκλώνουν το συμβιβασμό. Το πρώτο είναι ότι η εθνική ενότητα μπαίνει πάνω από τις κοινωνικές τάξεις. Από τη μια μεριά είναι η βρετανική παρουσία, από την άλλη ο “ιρλανδικός λαός”. Όμως οι Ιρλανδοί καπιταλιστές ελάχιστο συμφέρον είχαν από τη συνέχιση μιας ανεξέλεγκτης σύγκρουσης στο Βορρά. Η εργατική τάξη από την άλλη πρέπει να παραμερίσει τα “οικονομικά” της αιτήματα για χάρη της εθνικής υπόθεσης. Αυτό που απομένει είναι μια ηγεσία που θεωρεί ότι η ίδια εκφράζει τα “συμφέροντα του έθνους”, όπως αυτή η ίδια έχει φανταστεί αυτό το έθνος.

Βαθιές ρίζες

Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι ακριβώς επειδή όλη η στρατηγική πηγάζει από αυτή τη φωτισμένη ηγεσία, η μαζική δράση είναι είτε δευτερεύουσα, είτε πολλές φορές πρόβλημα. Οι ένοπλες συγκρούσεις και οι βομβιστικές επιθέσεις στηρίζονταν στη λογική της πρόκλησης εντυπωσιακών γεγονότων, στο ξάφνιασμα του εχθρού. Άνθρωποι όμως σαν τον ΜακΓκίνες ήξεραν καλύτερα από κάθε άλλον ότι ο βρετανικός στρατός δεν μπορούσε να νικηθεί με τέτοιες κινήσεις. Το ένοπλο είναι μόνο μια μέθοδος για να στηθεί ένα τραπέζι διαπραγματεύσεων στο οποίο θα παζαρευτούν λύσεις. Μοιάζει παράδοξο σαν έκφραση, αλλά ο ένοπλος ρεφορμισμός είναι ένα φαινόμενο με βαθιές ρίζες.

Παρότι σεσημασμένοι ως “τρομοκράτες”, ο ΜακΓκίνες και οι σύντροφοί του βρίσκονταν σε μυστικές συνομιλίες με τη βρετανική κυβέρνηση ολόκληρη τη δεκαετία του ‘80. Στα μέσα της δεκαετία του ‘90 το ίδιο το βρετανικό κράτος έβλεπε ότι θα βόλευε μια καλύτερη διευθέτηση στη Βόρεια Ιρλανδία. Άνοιξε η διαδικασία που κατέληξε τελικά στη “Μεγάλη Παρασκευή” του 1998 και στο στήσιμο μιας κυβέρνησης στη Βόρεια Ιρλανδία. Όταν ο ΜακΓκίνες έγινε αναπληρωτής πρωθυπουργός, πρωθυπουργός του ήταν ο Ιαν Πέισλι, ο πολιτικός πάτρονας των προτεσταντικών συμμοριών που σκότωναν τους φίλους και τις φίλες του ΜακΓκίνες στις “ταραχές” του ‘60 και του ‘70. Πλέον ο ΜακΓκίνες μπορούσε να αστειεύεται μαζί του, να δηλώνει ότι συμπαθεί τη βασίλισσα και να έχει ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας με τον Τόνι Μπλερ.

Η λογική της ένοπλης διαπραγμάτευσης πέρα από το ότι έκοβε τη φόρα στο μαζικό κίνημα, βήμα το βήμα επένδυε όλες τις ελπίδες στην παρέμβαση ισχυρών “συμμάχων” εντός και εκτός χώρας. Το Ιρλανδικό κράτος από “ψευδοκράτος” μετατράπηκε σε “διεθνή σύμμαχο” που θα πιέσει τη Βρετανία. Η αμερικάνικη κυβέρνηση το ίδιο. Στο τέλος ο ίδιος ο Τόνι Μπλερ και η βασίλισσα Ελισάβετ ήταν οι σύμμαχοι που είχαν στα χέρια τους τη δύναμη να βάλουν φρένο στις παραστρατιωτικές οργανώσεις των Προτεσταντών. Ένα εσωτερικό έγγραφο του ΙRΑ το 1984 διατύπωνε ξεκάθαρα πως “δεν έχουμε από μόνοι μας τη δύναμη να επιβάλουμε τους στόχους μας. Ο αγώνας χρειάζεται ενίσχυση από άλλα εθνικιστικά ρεύματα, υπό την ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, της κυβέρνησης του Δουβλίνου και άλλων δυνάμεων στην ΕΕ που μπορούν να συνταχθούν και να επιταχύνουν τη δυναμική που έχει επιτευχθεί”.

Αυτές τις μέρες στο ισπανικό κράτος βρίσκεται σε εξέλιξη μια παράλληλη αντιπαράθεση, σχετικά με τον αφοπλισμό της ΕΤΑ, της ένοπλης βασικής οργάνωσης που τα τελευταία χρόνια έχει αποφασίσει αδράνεια. Ο Τζέρι Άνταμς, ηγέτης του Σιν Φέιν, και στενός φίλος του ΜακΓκίνες, είναι μέρος των διαπραγματεύσεων, μεταφέροντας τη “γνώση” του ΙRΑ. Το EH Bildu, στο οποίο έχουν πρωτεύοντα ρόλο δυνάμεις που συνδέεονταν πολιτικά με την ΕΤΑ δεν έχει κάνει τις κωλοτούμπες του Σιν Φέιν, αλλά αναπαράγει ίδιες λογικές. Η ηγεσία του θεωρεί ότι όσο λιγότερο ριζοσπαστικές είναι οι θέσεις του κόμματος, τόσο ισχυρότερα θα είναι τα επιχειρήματά της για να σταματήσει η απάνθρωπη μεταχείριση των κρατουμένων της ΕΤΑ στις ισπανικές και γαλλικές φυλακές. Στην πραγματικότητα δίνουν περισσότερο χώρο στο Ραχόι να πιέζει και να εκβιάζει.

Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα έχουν πολλές φορές δυνατότητα να μετατραπούν σε καταλύτη για εκρήξεις και αποσταθεροποίηση ολόκληρων καθεστώτων. Ο εθνικισμός όμως, ακόμη κι όταν είναι ένοπλος και ριζοσπαστικός, αντί να βοηθάει για το ξεδίπλωμα αυτής της κίνησης, της κόβει το ταξικό περιεχόμενο και την περιορίζει στη λογική της πατρίδας και των συμφωνιών από τα πάνω.