“H αμερικάνικη στρατηγική στο Αφγανιστάν και στην Νότια Ασία θα αλλάξει δραματικά…» είπε ο πρόεδρος Τραμπ στο έκτακτο τηλεοπτικό διάγγελμα με το οποίο την προηγούμενη βδομάδα ανακοίνωσε την αύξηση των αμερικάνικων στρατευμάτων που στρατοπεδεύουν στο Αφγανιστάν.
Ο Τραμπ δεν ανέφερε πόσοι στρατιώτες θα πάνε, αλλά ο υπουργός Άμυνας Τζέιμς Μάτις δήλωσε ότι σκοπεύει να στείλει περίπου 4.000 για να προστεθούν στους 8.400 που παραμένουν στη χώρα.
Το πόσο δραματική θα είναι η αλλαγή της στρατηγικής των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν που υπόσχεται ο Τραμπ είναι κάτι που πρόκειται να φανεί, αλλά το μόνο σίγουρο είναι το μεγάλο αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί η πολιτική των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και συνολικά στη Μέση Ανατολή.
16 ολόκληρα χρόνια από την κήρυξη του «πολέμου του Μπους ενάντια στην τρομοκρατία» και την στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στο Αφγανιστάν το 2001 μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, οι Ταλιμπάν εξακολουθούν να έχουν κάτω από τον έλεγχό τους τουλάχιστον το 40% ενώ ο αφγανικός στρατός με την υποστήριξη των αμερικάνων στρατιωτών είναι περιορισμένος σε ένα επισφαλή έλεγχο της Καμπούλ και κάποιων πόλεων.
Την -στρατιωτικά, γεωπολιτικά και οικονομικά- παταγώδη αποτυχία του σχέδιου Μπους να ελέγξει άμεσα την περιοχή μέσα από τον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία» σε Ιράκ και Αφγανιστάν, προσπάθησε να διαχειριστεί αρχικά ο Ομπάμα αυξάνοντας τους αμερικάνους στρατιώτες στο Αφγανιστάν σε 100.000 το 2009. Στη συνέχεια από το 2011 και μετά ο Ομπάμα αναγκάστηκε να ακολουθήσει μια πολιτική απόσυρσης και απόκτησης του ελέγχου μέσα από την ενίσχυση τοπικών καθεστώτων-μαριονέτα. Αλλά ούτε και αυτή η πολιτική μπόρεσε να εξασφαλίσει τον αμερικάνικο έλεγχο.
Η τωρινή απόφαση του Τραμπ να στείλει νέα στρατεύματα στο Αφγανιστάν έχει σαν στόχο την ενίσχυση και την περαιτέρω στήριξη και εκπαίδευση των Αφγανικών στρατευμάτων με στόχο «να αναγκαστούν οι Ταλιμπάν να συρθούν σε διαπραγματεύσεις με την αφγανική κυβέρνηση στέλνοντας το μήνυμα ότι δεν πρόκειται να φύγουμε» δήλωσε χαρακτηριστικά ο αμερικάνος υπουργός Εξωτερικών Τίλερσον.
Στρατηγικής σημασίας
Ο έλεγχος του Αφγανιστάν, μιας χώρας που βρίσκεται ανάμεσα στο Ιράν και στην Κίνα είναι στρατηγικής σημασίας για τις ΗΠΑ - ιδιαίτερα μετά και το πάγωμα των μέχρι πριν λίγα χρόνια πολύ καλών σχέσεων των ΗΠΑ με το Πακιστάν και τα ανοίγματα του τελευταίου στην Κίνα, τον βασικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ στη Νότια-Ν.Ανατολική Ασία και στον Ειρηνικό. Η πίεση του Τραμπ έχει σαν αποδέκτη και την «απείθαρχη» κυβέρνηση του Πακιστάν. Όπως τόνισε ο Τραμπ: «δεν μπορούμε να παραμένουμε σιωπηλοί με τον επίγειο παράδεισο που αποτελεί το Πακιστάν για τους Ταλιμπάν και άλλες τρομοκρατικές οργανώσεις».
Ο νέος πρωθυπουργός του Πακιστάν Αμπάσι δήλωσε από τη μεριά του ότι «από την πρώτη μέρα το λέμε ξεκάθαρα ότι η στρατηγική του πολέμου στο Αφγανιστάν δεν έχει λειτουργήσει ούτε πρόκειται να λειτουργήσει. Πρέπει να βρεθεί μια πολιτική διευθέτηση». Η κυβέρνηση του Πακιστάν ναι μεν βρίσκεται σε σύγκρουση με μια σειρά από ένοπλες ομάδες που δρουν στο έδαφός της αλλά δεν θέλει την κλιμάκωση της αμερικάνικης στρατιωτικής δράσης, ιδιαίτερα μέσα στο Πακιστάν.
Στα 16 χρόνια που κρατάει ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έχουν σκοτωθεί περισσότεροι από 100.000 άμαχοι. Οι δολοφονικές από αέρος επιθέσεις και επίγειες επιδρομές, που υποτίθεται θα απάλλασσαν τους κατοίκους από τους Ταλιμπάν, έχουν οδηγήσει στην απονομιμοποίηση της αμερικάνικης παρουσίας σε τέτοιο σημείο ώστε Αφγανοί στρατιώτες και αστυνομικοί αντί να βοηθάνε να ανοίγουν πυρ με στόχο τους αμερικάνους στρατιώτες.
Ο συνεχής πόλεμος έχει καταστρέψει τις όποιες υποδομές υπήρχαν. Διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες αντιμετωπίζονται με την καταστολή την ίδια στιγμή που το μόνο που μοιάζει να ανθεί στο Αφγανιστάν είναι η παπαρούνα, με τις καλλιέργειες και το εμπόριο οπίου να έχουν εκτιναχθεί από 8000 εκτάρια το 2001 σε 201.000 σήμερα. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ μισό εκατομμύριο παιδιά υποσιτίζονται σήμερα στο Αφγανιστάν, ενώ 650.000 Αφγανοί εγκατέλειψαν τη χώρα και έγιναν πρόσφυγες το 2016 – με την ΕΕ να “συζητά” αναίσχυντα αν θα τους αναγνωρίσει το καθεστώς πρόσφυγα.

