Οικονομία και Πολιτική
Κεντροαριστερά: “Νέος φορέας”, παλιά κρίση

Κεντροαριστερά: “Νέος φορέας”, παλιά κρίση

Με τη Γεννηματά και τον Ανδρουλάκη να διεκδικούν την προεδρεία του νέου πολιτικού φορέα της κεντροαριστεράς ολοκληρώθηκε ο πρώτος γύρος των «ανοικτών» εκλογών της Κυριακής 5/11. Παρά τις θριαμβολογίες για «μαζική προσέλευση στις κάλπες» η ουσία, όμως, δεν κρύβεται: οι εκλογές έδειξαν ανάγλυφα την έκταση, αλλά και τη συνέχεια, της κατάρρευσης του κεντροαριστερού χώρου όλα τα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης και των μνημονίων.

Το Φλεβάρη του 2004, όταν ο Γιώργος Παπανδρέου εκλέχτηκε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, 1.000.000 κόσμος συμμετείχε στην «ανοιχτή» ψηφοφορία. Στις εκλογές για πρόεδρο του κεντροαριστερού φορέα την Κυριακή η συμμετοχή μόλις ξεπέρασε τις 200.000 –αριθμός μικρότερος και από τις εσωκομματικές εκλογές του ΠΑΣΟΚ το Μάη του 2012 όταν εκλέχτηκε πρόεδρος ο Βενιζέλος. Η εικόνα της «μαζικής προσέλευσης» την Κυριακή γίνεται ακόμα περισσότερο προβληματική αν πάρουμε υπόψη ότι σύμφωνα με το in.gr το 65% των ψηφισάντων είχαν ηλικία πάνω από 55 χρόνια.

Πού οφείλεται η αποτυχία συσπείρωσης κόσμου, ακόμα και σε μια στοιχειώδη εκλογική διαδικασία;

Από τη μια πλευρά, στο γεγονός ότι όλοι οι υποψήφιοι επιχείρησαν να προβάλουν τους εαυτούς τους ως ικανούς να ηγηθούν μιας ανάκαμψης του χώρου χωρίς να κάνουν την παραμικρή απόπειρα να εξηγήσουν γιατί κατέρρευσε. Σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου κανείς από τους εννιά διεκδικητές του «τίτλου» δεν είπε κουβέντα για το πώς φτάσανε εκεί.

Η πραγματική και ουσιαστική αιτία της κρίσης της σοσιαλδημοκρατίας (που αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί το βασικό κορμό της κεντροαριστεράς) βρίσκεται στην πολιτική που ακολούθησε όλα τα προηγούμενα χρόνια –και ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης. Το ΠΑΣΟΚ ταυτίστηκε με την επιβολή της άγριας λιτότητας των μνημονίων της Τρόικας ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ, την ευθυγράμμιση με τα συμφέροντα των τραπεζιτών και των βιομηχάνων, τη συγκυβέρνηση με τους Σαμαράδες και τους Παπαδήμους. Ταυτίστηκε, επίσης, με τα ρατσιστικά μέτρα ενάντια στους μετανάστες, την ανοχή στα πογκρόμ της Χρυσής Αυγής, την αυταρχική καταστολή, τις αγκαλιές με τους αμερικάνους ιμπεριαλιστές και τα μαντρόσκυλά τους στην περιοχή μας, όπως το Ισραήλ.

Αυτή η κατρακύλα δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Την ίδια πτωτική πορεία είχαν, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στη Γαλλία, την Ισπανία, τη Γερμανία, την Ολλανδία και αλλού, χωρίς να υπάρχουν πουθενά σημάδια ανάκαμψης. Μόνο στη Βρετανία υπάρχει ανάκαμψη της επιρροής του Εργατικού Κόμματος, αλλά κι αυτό οφείλεται στην ακριβώς αντίθετη αιτία από εκεί που «το ψάχνουν» (όσο «το ψάχνουν») οι διεκδικούντες την προεδρεία της ελληνικής κεντροαριστεράς: στη μέχρι τώρα ριζοσπαστική στροφή του Τζέρεμι Κόρμπιν και την αποστασιοποίησή του από τον κεντρώο «τρίτο δρόμο» που βάδιζαν οι προκάτοχοί του στην ηγεσία του κόμματος.

Όλα αυτά όμως άφησαν παγερά αδιάφορους τους υποψήφιους πρόεδρους. Για την ακρίβεια, κανείς και καμιά τους δεν διανοήθηκε καν να αποστασιοποιηθεί, πολύ περισσότερο να καταγγείλει, αυτές τις πολιτικές. Αντίθετα, η προεκλογική εκστρατεία τους περιστράφηκε σε αφηρημένες διακηρύξεις για την ανάγκη «ενός φορέα που χωρούν όλοι οι προοδευτικοί μετριοπαθείς πολίτες», που «θα στείλει μήνυμα ανατροπής»(;) και «θα συγκρουστεί με το σάπιο καθεστώς της αναξιοκρατίας», για «να μπορέσει επιτέλους η κοινωνία να εκφραστεί αυθεντικά», επειδή «δεν αξίζει στην Ελλάδα η μιζέρια». Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε, δηλαδή.

 Όμως και ίδια η «ποιότητα» των εννιά υποψήφιων δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο απωθητική για όσους και όσες θα έτρεφαν κάποιες ψευδαισθήσεις ότι «κάτι καινούργιο και θετικό μπορεί να προκύψει». Μπορεί ο Γ. Παπανδρέου και ο Ε. Βενιζέλος να μην βρίσκονταν στη λίστα, αλλά από τους εννιά, όσοι δεν ήταν κυριολεκτικά ανύπαρκτοι και δεν είχαν απολύτως τίποτα να πουν, οι υπόλοιποι είχαν «βεβαρημένο ιστορικό»: σαν υπουργοί (Γεννηματά, Ραγκούσης, Μανιάτης), ευρωβουλευτές (Ανδρουλάκης, γραμματέας του ΠΑΣΟΚ επί Βενιζέλου), δήμαρχοι (Καμίνης) ή «αντιπολιτευόμενοι» από τα δεξιά (Θεοδωράκης). Όλοι, ο καθένας από το πόστο του, είχαν συνεισφέρει στην υλοποίηση των μνημονίων. Όλοι κατά διαστήματα έχουν δηλώσει πως είναι «ανοικτοί σε συμμαχικές κυβερνήσεις» και προς τις δυο πλευρές. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Μητσοτάκης έγραψε στο twiter για το «πόσο ειλικρινά χάρηκε» με τέτοιες «ανοικτές συμμετοχικές διαδικασίες που είναι οξυγόνο για τη δημοκρατία».

Η πραγματικότητα είναι ότι σε μια περίοδο που η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου αναζητά μια αριστερή εναλλακτική απέναντι στη δεξιά κατρακύλα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η προοπτική ενός κεντροαριστερού φορέα που θα συμβάλει σαν τσόντα είτε του Μητσοτάκη είτε του Τσίπρα για την επιβολή της ίδιας πολιτικής, δεν συγκινεί παρά ελάχιστους. Σε αυτές τις αριστερές αναζητήσεις, οι διεκδικούντες την «ανάκαμψη της κεντροαριστεράς» δεν έχουν να πουν και να προσφέρουν τίποτα ούτε για το πριν, ούτε για το μετά. Γι’ αυτό και αδυνατούν να συσπειρώσουν τον κόσμο και στο τώρα.