«Σε “προεκλογικούς” ρυθμούς εν μέσω θέρους, ιδιότυπους βέβαια μιας και πρόκειται για εσωκομματικές εκλογές, κινούνται τα επιτελεία των τεσσάρων διεκδικητών της προεδρίας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία», γράφει στο ρεπορτάζ της η Αυγή. Πιο λακωνικά το πρωτοσέλιδο της Εφημερίδας των Συντακτών του Σαββατοκύριακου μας ενημερώνει «Ποιος στηρίζει ποιον». Τέσσερις υποψήφιοι και τα «επιτελεία» τους, λοιπόν, οργανώνουν μια καμπάνια με συναντήσεις, συνεντεύξεις και «προβολή».
Ο Ν. Παππάς έχει κάνει δυο συναντήσεις, μας ενημερώνει η Αυγή, «με εκπροσώπους της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας… με σκοπό να αναδείξει τη σημασία της στήριξής τους». Η Ε. Αχτσιόγλου θα μιλήσει σε εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη «με μέλη της πανεπιστημιακής και ακαδημαϊκής κοινότητας». Το επιτελείο του Ε. Τσακαλώτου «ετοιμάζει τις πρώτες του περιοδείες». Ο Σ. Τζουμάκας δεν έχει ανοίξει τα χαρτιά του…
Διαδικασία
Το μοντέλο της διαδικασίας της «κούρσας των υποψηφίων» είναι δανεισμένο από το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ. Οι υποψήφιοι με τα επιτελεία τους που απευθύνονται ουσιαστικά στους ψηφοφόρους για να πάρουν το χρίσμα. Μέχρι και τηλεοπτικό ντιμπέητ έχουν συμφωνήσει, πάλι κατά τα πρότυπα των Αμερικάνων Δημοκρατικών που έχουν αντιγράψει τα «κεντροαριστερά» κόμματα της Ευρώπης. Τα μέλη θα πάνε να ψηφίσουν -υπάρχει συζήτηση αν θα ψηφίσουν και οι «φίλοι»- στις 10 και 16 Σεπτέμβρη και αυτό είναι όλο.
Πριν ενάμισι χρόνο, τον Γενάρη του 2022 όταν ο Τσίπρας επέβαλε το «άνοιγμα στην κοινωνία» με την κατευθείαν εκλογή προέδρου ώστε το «κόμμα να βγει από τη γυάλα του», η τάση της Ομπρέλας είχε καταψηφίσει την πρόταση μιλώντας για «ρευστοποίηση του κόμματος». Τώρα αυτή η ρευστοποίηση προχωράει κοινή συναινέσει. Θεωρείται από όλους ως «κανονικότητα» τόσο αδιαμφισβήτητη ώστε η Αυγή να μας πληροφορεί ότι τη διενέργεια των εκλογών θα την αναλάβει εταιρεία γιατί η διαδικασία είναι «περίπλοκη».
Η μορφή πάει μαζί με το περιεχόμενο, δηλαδή την πολιτική που προτείνουν οι υποψήφιοι. Πέρα από τις κοινοτυπίες περί «ανοίγματος στην κοινωνία» για «δημιουργική» ή/και «μαχητική» αντιπολίτευση, οι διαφορές μοιάζει να εντοπίζονται στο περίφημο ζήτημα της διεύρυνσης και του ανοίγματος προς το λεγόμενο «κέντρο». Να ξεκινήσουμε από την Αριστερά για να κάνουμε συμμαχίες και να κερδίσουμε τον ενδιάμεσο χώρο ή εξαρχής να προσελκύσουμε τους «κεντρώους, μετριοπαθείς». Ο Τσακαλώτος υπονοεί το πρώτο, ο Παππάς λέει ευθαρσώς το δεύτερο και η Αχτσιόγλου λέει και τα δύο.
Το άνοιγμα στο «κέντρο» ήταν το σύνθημα με το οποίο τις προηγούμενες δεκαετίες όλα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα κινήθηκαν με καλπασμό προς τα δεξιά, υιοθετώντας τον νεοφιλελευθερισμό. Αυτό που εκτόξευσε την επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ πριν δέκα χρόνια δεν ήταν το «άνοιγμα στο κέντρο». Ήταν η μαζική στροφή της εργατικής τάξης και της νεολαίας προς τ’ αριστερά μέσα από τις εμπειρίες των αγώνων, των απεργιών, των διαδηλώσεων της σύγκρουσης με τις μνημονιακές κυβερνήσεις, τους φασίστες και το ρατσισμό.
Όμως, η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ορίζοντα τη ρήξη με το σύστημα και το κράτος του αλλά καθοριζόταν πάντοτε από τα όρια που έβαζε η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα και διεθνώς. Αυτό μας φέρνει σε ένα ακόμα βαθύτερο ζήτημα που προκύπτει από την όποια συζήτηση αναπτύσσεται στην «κούρσα» των υποψηφίων: τι σημαίνει η αναφορά στην Αριστερά;
Ταυτότητα
Ο Αγγ. Τσέκερης, μέλος της Κ.Ε του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην διευθυντής της Αυγής σε μια ανάρτησή του στο facebook κάνει μια σωστή επισήμανση: «Η ταυτότητα δεν είναι ένα σημείο στον άξονα Αριστεράς - Δεξιάς, ούτε μπαλόνι να τη φουσκώσεις να πιάσει ευρύτερο χώρο, ούτε κοκτέιλ, να βάλεις δυο κομμάτια Αριστεράς και ένα κομμάτι προοδευτικού Κέντρου και να την βγάλεις όπως την θέλεις.
Η ταυτότητα δεν είναι καν μία για κάθε χώρο. Είναι άλλη η αριστερή ταυτότητα του ΚΚΕ, άλλη του ΣΕΚ και άλλη του Πάνου του Λαμπρου».
Η αναφορά στην Αριστερά, όσο καλοδεχούμενη κι αν είναι, από μόνη της δεν πάει πολύ μακριά αν δεν ανοίγει το θέμα της στρατηγικής. Αριστερά του κοινοβουλευτικού δρόμου που ξανά και ξανά έχει σπαταλήσει τη δυναμική του κινήματος, ή Αριστερά του επαναστατικού δρόμου, της ανατροπής του καπιταλισμού και του κράτους του, η οποία «ποντάρει» στην ενίσχυση της δυναμικής των αγώνων μας; Η εμπειρία και η ιστορική και η πιο πρόσφατη δείχνει ότι ο πρώτος δρόμος οδηγεί σε ήττες και σε περαιτέρω προσαρμογές προς τα δεξιά. Είναι ώρα να δυναμώσουμε την Αριστερά που παλεύει για την Επανάσταση και τον Σοσιαλισμό.
Το ταξικό “μαξιλάρι”
Ένα από τα θέματα που προέκυψε στο ΣΥΡΙΖΑ είναι το περίφημο «μαξιλάρι» των 37 δις. Πίσω στο 2018 υποτίθεται ότι αυτό το «μαξιλάρι» ήταν η διασφάλιση ότι η χώρα θα βγει από το 3ο μνημόνιο. Τότε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ γιόρτασε αυτή τη μεγάλη «επιτυχία» με την πρώτη «έξοδο στις αγορές».
Σήμερα, όμως, ο Ν. Παππάς ανακαλύπτει ότι: «Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι πληγώσαμε τη μεσαία τάξη και την πληγώσαμε σημαντικά. Και αν δεν αναγνωρίσουμε ότι τα €37 δισ. που μαζέψαμε ήταν ή άλλη όψη μιας υπερφορολόγησης, θα έχουμε κάνει ένα τεράστιο σφάλμα. Τα 37 δισ. ευρώ μαζεύονται με φόρους, δεν πάθαινε κανένας τίποτα εάν ήταν 30».
Κι έτσι η συζήτηση πάει και έρχεται, με παρεμβάσεις όπως του Καρανίκα που κατηγορεί τον Τσακαλώτο και τον Χουλιαράκη ως «δογματικούς κρατιστές» που δεν νοιάζονται για την «ανάπτυξη και το επιχειρείν», και απαντήσεις από την άλλη πλευρά για το πόσο χρήσιμο ήταν το «μαξιλάρι».
Είναι εντυπωσιακό ότι όλη αυτή η συζήτηση ανοίγει τώρα. Όταν ξεκινούσε η δημιουργία του «μαξιλαριού» κανείς/μια στα ηγετικά κλιμάκια του ΣΥΡΙΖΑ δεν άνοιγε το στόμα του για το πώς και για το γιατί. Ήταν ακόμα ένα βήμα στη «ρεαλιστική» πορεία της κυβέρνησής του. Η συζήτηση δεν άνοιξε ούτε με την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2019. Αντίθετα, η αντιπολιτευτική γραμμή του ήταν ότι ο Μητσοτάκης ροκανίζει το ιερό μαξιλάρι.
Είναι πραγματικά προκλητική διαστρέβλωση της πραγματικότητας ο ισχυρισμός ότι το «μαξιλάρι» φτιάχτηκε από τις θυσίες της «μεσαίας τάξης». Προήλθε από τις περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες που χτυπάνε την εργατική τάξη. Γι’ αυτό η Εργατική Αλληλεγγύη έγραφε τον Νοέμβρη του 2018 ότι
«Η αλήθεια είναι ότι αυτό το ‘μαξιλάρι’ ΕΙΝΑΙ το τέταρτο μνημόνιο. Για να συγκεντρώσει αυτή την ‘καβάντζα’ ο Τσακαλώτος και το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης κάνουν όλες τις χάρες στους τραπεζίτες και τους ‘θεσμούς’ τους. Όχι μόνο ικανοποιώντας όλα τα ‘προαπαιτούμενα’ του τρίτου μνημόνιου που λεηλατούν μισθούς, συντάξεις, δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες, αλλά και προεκτείνοντας αυτή τη λεηλασία στο μέλλον. Πρόκειται για ακραίο σκάνδαλο. Η κυβέρνηση που λέει ότι δεν έχει λεφτά για προσλήψεις στην Παιδεία, στην Υγεία, σε όλες τις υπηρεσίες που έχει ανάγκη η εργατική τάξη, αφήνει τους τραπεζίτες, ντόπιους και διεθνείς, να κάθονται πάνω σε ένα βουνό από χρήματα».
Όταν η συζήτηση φτάνει στα «συγκεκριμένα» διαπιστώνουμε πόσο μακριά από τις ανάγκες και τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης είναι όλοι οι διεκδικητές της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ.

