11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 2001 - 11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 2011: Ο δεκαετής πόλεμος “κατά της τρομοκρατίας”

Οι επιθέσεις στη Νέα Υόρκη και την Ουάσινγκτον στις 11 Σεπτέμβρη του 2001 έμοιαζαν λες και κυριολεκτικά έπεσαν από τον ουρανό -λες και ξαφνικά έβρεξε θάνατο. Οι πολιτικοί και τα ΜΜΕ διακήρυξαν πως ο κόσμος θα άλλαζε συθέμελα λόγω εκείνων των γεγονότων. Πώς όμως φαίνονται τα ίδια γεγονότα σήμερα;

Οι επιθέσεις των τζιχαντιστών στις ΗΠΑ κυοφορούνταν για μια δεκαετία. Η Αλ Κάιντα είχε συσπειρώσει ριζοσπάστες ισλαμιστές διαφόρων προελεύσεων. Κυρίως από το αντάρτικο κατά της σοβιετικής κατοχής στο Αφγανιστάν και από την αποτυχημένη εκστρατεία των τζιχαντιστών στην Αίγυπτο κατά του καθεστώτος Μουμπάρακ.

Υπό την ηγεσία του Οσάμα Μπιν Λάντεν, η αλ-Κάιντα άρχισε να επικεντρώνει στις ΗΠΑ, αντιμετωπίζοντάς τες ως τον εγγυητή των διάφορων αραβικών καθεστώτων που ήθελε να ανατρέψει. Το αμερικάνικο ίδρυμα συμβουλών σε ζητήματα ασφάλειας, Stratfor, υποστήριζε λίγο μετά τις 11/9 πως αν οι ΗΠΑ αντιδρούσαν επιτιθέμενες κατά “διάφορων ισλαμικών χωρών” θα εξυπηρετούσαν τους “δύο στρατηγικούς στόχους” της Αλ-Κάιντα.

“Πρώτον, να εξαντληθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες στρατηγικά όσο και επιχειρησιακά, παγκόσμια όσο και τοπικά, προσπαθώντας να αντεπεξέλθουν σε προκλήσεις που ξεπερνούν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες. Δεύτερον, να γίνει ξεκάθαρο στον ισλαμικό κόσμο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι αδιακρίτως εχθρικές προς το Ισλάμ. Αυτά τα δύο στοιχεία θα μπορούσαν να ανοίξουν την πόρτα σε αυτό που η Αλ-Κάιντα ήθελε περισσότερο από οτιδήποτε -να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε μια στρατιωτική ήττα στον ισλαμικό κόσμο.”

Κοιτώντας αυτές τις εκτιμήσεις δέκα χρόνια μετά, το 2011, φαίνεται πως η αλ-Κάιντα πέτυχε εκείνους τους στόχους. Ωστόσο κερδισμένη δεν βγήκε η ίδια. Σήμερα είναι περιθωριοποιημένη στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, ενώ ο ο ίδιος ο Μπιν Λάντεν δολοφονήθηκε από τους Αμφίβιους Καταδρομείς των ΗΠΑ πριν από μερικούς μήνες. Παρόλα αυτά, οι ΗΠΑ έπεσαν στην παγίδα που τους είχε στήσει η αλ-Κάιντα. Οι αιτίες πάλι είχαν βαθιές ρίζες. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης είχε αφήσει την Αμερική εντελώς μόνη στην παγκόσμια κυριαρχία, ήταν η “μοναχική υπερδύναμη”.

Όμως, η παγκόσμια διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου οδηγούσε αδυσώπητα σε μια αναδιανομή της οικονομικής ισχύος σε βάρος των ΗΠΑ. Στα τέλη της δεκαετίας του '90, ο νεοσυντηρητικός διανοούμενος Πολ Γούλφοβιτς συνέκρινε το τέλος του 20ού αιώνα με το τέλος του 19ου αιώνα. Όπως και τότε, η ανάδυση νέων δυνάμεων λόγω της οικονομικής τους ανάπτυξης αποσταθεροποιούσε το διεθνές σύστημα.

Ένα από τα κύρια πλεονεκτήματα που είχαν οι ΗΠΑ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο ήταν η από κάθε άποψη ασύγκριτη στρατιωτική τους ανωτερότητα απέναντι σε οποιοδήποτε άλλο κράτος ή συμμαχία κρατών. Στη δεκαετία του '90, οι κυβερνήσεις του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου και του Μπιλ Κλίντον όλο και περισσότερο κατέφευγαν στη στρατιωτική ισχύ για να επιλύσουν κρίσεις -στο Ιράκ, τη Σομαλία, τη Βοσνία και το Κόσοβο.

Ρωσία και Κίνα

Ο πόλεμος του 1991 κατά του Ιράκ πήρε την έγκριση των Ηνωμένων Εθνών. Αλλά με τα χρόνια, όλο και περισσότερο η Ρωσία και η Κίνα έβαζαν εμπόδια στο Συμβούλιο Ασφαλείας και οι ΗΠΑ κατέφευγαν σε μονομερή στρατιωτική δράση, συνήθως ακολουθούμενες πιστά από τη Βρετανία.

Το 1999, ο κάθε άλλο παρά περιθωριακός αναλυτής της αμερικάνικης πολιτικής, Σάμιουελ Χάντινγκτον, έγραφε: “Ενώ οι ΗΠΑ καταγγέλλουν σταθερά διάφορες χώρες ως κράτη-εγκληματίες, στα μάτια πολλών χωρών γίνονται οι ίδιες υπερδύναμη-εγκληματίας.”

Μετά την ανάδειξη του Τζορτζ Μπους του νεώτερου στην Προεδρία, το Γενάρη του 2001, αυτές οι τάσεις ριζοσπαστικοποιήθηκαν. Η κυβέρνησή του ήταν γεμάτη από δεξιούς εθνικιστές όπως ο αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι και ο Υπουργός Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ, και νεοσυντηρητικούς όπως ο Γούλφοβιτς που διορίστηκε αναπληρωτής του Ράμσφελντ.

Πολλοί από αυτούς ήταν υποστηρικτές του Σχεδίου για τον Νέο Αμερικάνικο Αιώνα. Ήταν ένα λόμπι που δημιουργήθηκε το 1997 από τη ρεπουμπλικανική δεξιά και έβαζε στόχο την διασφάλιση της παγκόσμιας θέσης των ΗΠΑ, μέσα από την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Πενταγώνου.

Η 11η Σεπτέμβρη τούς έδωσε την ευκαιρία που αναζητούσαν. Ο “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας” που κήρυξε ο Μπους μετά τις επιθέσεις ήταν συνεπώς κάτι περισσότερο από μια αντανακλαστική στρατιωτική αντίδραση στην πρόκληση της αλ-Κάιντα.

Μετατράπηκε σε ένα φιλόδοξο στοίχημα για να διαιωνιστεί η παγκόσμια ηγεμονία του αμερικάνικου καπιταλισμού. Το κλειδί δεν ήταν τόσο το Αφγανιστάν -παρόλο που η πρώτη επίθεση των ΗΠΑ έγινε εκεί- αλλά το Ιράκ, το οποίο δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τις 11 Σεπτέμβρη.

Αρπάζοντας το Ιράκ, οι ΗΠΑ θα ενίσχυαν ακόμη περισσότερο την κυριαρχία τους στη Μέση Ανατολή. Θα τους πρόσφερε σφιχτότερο έλεγχο πάνω σε αυτό που ο μαρξιστής γεωγράφος και οικονομολόγος Ντέιβιντ Χάρβεϊ αποκαλεί την “κάνουλα του παγκόσμιου πετρελαίου”, ρυθμίζοντας την πρόσβαση των επίδοξων ανταγωνιστών τους από την Ευρώπη και την Ασία πάνω στα ενεργειακά αποθέματα της Μέσης Ανατολής.

Δίπλα σε αυτή τη στρατηγική στόχευση ήταν και ένας πιο ουτοπικός στόχος που προωθούσε η νεοσυντηρητική πτέρυγα της κυβέρνησης, αλλά υιοθετήθηκε με ενθουσιασμό και από τον πιστό σύμμαχο του Μπους, Τόνι Μπλερ. Ο στόχος αυτός ήταν η “αναδιάταξη του κόσμου” χρησιμοποιώντας τη στρατιωτική δύναμη της Δύσης για να ξεσπάσουν “δημοκρατικές επαναστάσεις” στον Αραβικό κόσμο.

Όμως το στοίχημα απέτυχε παταγωδώς. Οι αμερικανικές και βρετανικές δυνάμεις εισβολής άρπαξαν ταχύτατα το Ιράκ το Μάρτη-Απρίλη του 2003, αλλά σύντομα βρέθηκαν αντιμετωπες με ένα αντάρτικο που δεν μπορούσαν να δαμάσουν.

Όλες οι θεωρίες του Ράμσφελντ περί “μετασχηματιστικού πολέμου” που διεξάγεται από μικρούς στρατούς υψηλής τεχνολογίας αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές μπροστά στην πανάρχαια αλήθεια που λέει πως όσο και υπέρμετρη να είναι η συμβατική στρατιωτική ισχύς δεν μπορεί να επιβάλει την υπακοή σε έναν εξεγερμένο πληθυσμό.

Διχασμοί

Για να νικήσουν την ιρακινή αντίσταση, οι κατακτητές προσπάθησαν να διεγείρουν τους διχασμούς ανάμεσα στην πλειονότητα των Σιιτών, που καταπιέζονταν χρόνια από τον Σαντάμ Χουσεΐν, και τη μειονότητα των Σουνιτών. Η τακτική αυτή πυροδότησε μια τρομαχτική λογική εμφυλίου πολέμου και εθνοκάθαρσης που απειλούσε να καταστρέψει και το Ιράκ και την κατοχή.

Μια αλλαγή στην αμερικανική τακτική το 2007-8 κατάφερε τελικά να φέρει ένα βαθμό σταθερότητας στο Ιράκ. Δεν ήταν κάποια στρατιωτική νίκη, αλλά ένας πολιτικός συμβιβασμός με τον οποίο ενσωματώθηκε στο κρατικό μηχανισμό το μεγαλύτερο μέρος των σουνιτών ανταρτών, ενώ η εξουσία παρέμεινε στα χέρια σιιτικών ισλαμιστικών κομμάτων που ευθυγραμμίζονταν με το Ιράν. Γεωπολιτικά, ήταν ένα τεράστιο πισωγύρισμα για τις ΗΠΑ.

Ο Μπαράκ Ομπάμα διαδέχθηκε τον Μπους το Γενάρη του 2009 υποσχόμενος την αποχώρηση από το Ιράκ με ταυτόχρονη κλιμάκωση στο Αφγανιστάν. Και εκεί, οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ έχουν μπλεχτεί σε έναν πόλεμο που δεν μπορούν να νικήσουν ενάντια στους παλιούς συμμάχους της αλ-Κάιντα, τους Ταλιμπάν, οι οποίοι είναι πολύ ενσωματωμένοι στην κοινωνία του νότιου Αφγανιστάν για να τους ξεριζώσουν οι κατακτητές.

Έτσι, ο “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας” που υποτίθεται θα ενίσχυε την παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ, έχει στην πραγματικότητα επιταχύνει την υποχώρησή τους. Δεν ήταν η μόνη διαδικασία που οδήγησε στην ίδια κατεύθυνση. Η παγκόσμια οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση αντιμετωπίζεται διεθνώς ως κατάρρευση του αγγλο-αμερικανικού καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς, τον οποίο η κυβέρνηση Μπους είχε ανακηρύξει ως “το μόνο βιώσιμο μοντέλο εθνικής επιτυχίας”.

Ακόμη περισσότερο, η στασιμότητα της αμερικανικής οικονομίας μετά την Μεγάλη Ύφεση του 2008-9 κάνει μεγάλη αντίθεση με τη γρήγορη ανάκαμψη της Κίνας -που σήμερα είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου και όσον αφορά στη βιομηχανική παραγωγή, ξεπερνάει οριακά τις ΗΠΑ, παράγοντας το ένα πέμπτο του παγκόσμιου προϊόντος. Η κρίση έχει επιταχύνει την αναδιάταξη των παγκόσμιων γεωπολιτικών σχέσεων για να ληφθεί υπόψιν η ισχύς της Κίνας.

Μια ιστοριούλα που υπογραμμίζει αυτή τη στροφή ήταν η αποκάλυψη τον περασμένο μήνα ότι οι πακιστανικές αρχές επέτρεψαν σε Κινέζους μηχανικούς να επιθεωρήσουν το ελικόπτερο Μπλακ Χοκ που συνετρίβη κατά την αμερικανική επιχείρηση δολοφονίας του Μπιν Λάντεν. Ακόμη και ένας σύμμαχος των ΗΠΑ τόσο στενός όσο το Πακιστάν, έχει τη δυνατότητα να παίζει παιχνίδια με την Κίνα.

Στο μεταξύ, η δημοκρατία έρχεται στη Μέση Ανατολή, όχι χάρη στις ΗΠΑ ή στην αλ-Κάιντα, αλλά μέσα από τις επαναστάσεις που ανέτρεψαν τα υποτακτικά στις ΗΠΑ καθεστώτα σε Αίγυπτο και Τυνησία. Η επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη είναι μια απεγνωσμένη, σχεδόν σίγουρα ανεπιτυχής προσπάθεια να ξαναπάρει η Ουάσινγκτον την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Η αποφασιστικότητα του Ομπάμα να ξεκινήσει την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν εκφράζει εκτός των άλλων και μια αναγνώριση ότι η αμερικανική παγκόσμια στρατηγική πρέπει να επικεντρώσει στην αντιμετώπιση της ανόδου της Κίνας.

Αυτό δεν σημαίνει πως ο “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας” τελείωσε -οι βομβαρδισμοί από μη-επανδρωμένα αεροσκάφη και η παρουσία Ειδικών Δυνάμεων θα συνεχιστεί σε άτυχες χώρες όπως το Πακιστάν και η Υεμένη. Ενώ, η αντι-τρομοκρατική νομοθεσία στο εσωτερικό των ΗΠΑ είναι πολύ χρήσιμη για να ξηλωθεί. Όμως, κανένας δεν φαντάζεται πλέον ότι ο 21ος αιώνας θα ανήκει στην Αμερική.

Διαβάστε επίσης

Μαζικό κίνημα αντίστασης

Όχι στην ισλαμοφοβία