Στις 25 Μάη του 1976 χιλιάδες εργάτες και εργάτριες συγκρούστηκαν για ώρες σε όλο το κέντρο της Αθήνας με τα ΜΑΤ και τις «Αύρες» της κυβέρνησης της ΝΔ με πρωθυπουργό τον «εθνάρχη» της Δεξιάς, τον γέρο Καραμανλή. Ήταν μια από τις κορυφαίες μάχες του εργατικού κινήματος της Μεταπολίτευσης που αξίζει να τη θυμηθούμε σήμερα στη συζήτηση για το πώς μπορούμε να ανατρέψουμε την κυβέρνηση της ΝΔ και την προοπτική που θα ανοίξει.
Επιφανειακά, το 1976 η κυβέρνηση της ΝΔ έμοιαζε ακλόνητη. Στις εκλογές του Νοέμβρη του 1974 είχε πάρει το 54%. Όμως, αυτός ο «θρίαμβος» δεν σταμάτησε το εργατικό κίνημα που έπαιρνε φόρα για να συγκρουστεί.
Μια νέα εργατική τάξη είχε έρθει να δουλέψει στα εργοστάσια και στις υπηρεσίες στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Κουβαλούσε τον ριζοσπαστισμό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, την οργή ενάντια στη χούντα και το σύστημα που στήριζε. Στις συνθήκες της μεταπολίτευσης το αίτημα για αποχουντοποίηση και δημοκρατικά δικαιώματα περνάει μέσα στα εργοστάσια στον αγώνα για αυξήσεις και συνδικαλισμό.
Η πρώτη τέτοια απεργία ήταν στο εργοστάσιο της Νάσιοναλ Καν στην Ελευσίνα στις αρχές Οκτώβρη του 1974 με πρωτοβουλία της εργοστασιακής επιτροπής που είχε συγκροτηθεί. Είναι επίσης η πρώτη απεργία που μετανάστες (Πακιστανοί) και ντόπιοι εργατες/ριες παλεύουν μαζί.
Τη Νάσιοναλ Καν ακολούθησαν οι τεχνικοί Τύπου, η ΗΒΗ, η Ολυμπιακή, η ΙΤΤ, η Πεσινέ, οι μεταλλωρύχοι του Μποδοσάκη, τα Ναυπηγεία της Ελευσίνας, οι έκτακτοι του ΟΠΑΠ, οι γιατροί του ΚΑΤ. Το 1975, στη μάχη μπαίνουν πλέον όλα τα μεγάλα εργοστάσια που γίνονται κάστρα του απεργιακού αγώνα: Βιαμάξ, Βιοχάλκο, όλα τα Ναυπηγεία, όλα τα Ορυχεία, Πίτσος, Εσκιμό, Ιζόλα, Τριαντέξ, Τρικοπί, Φούλγκορ, Βιοχρώμ, ΕΤΜΑ, Λαδόπουλος –ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Οι απεργοί οργανώνονται στις εργοστασιακές επιτροπές βάσης, οργανώνουν απεργιακές φρουρές και πολλές φορές έρχονται αντιμέτωπες όχι μόνο με τους απεργοσπάστες, αλλά και τους μπάτσους.
Το κίνημα περνάει από το ένα εργοστάσιο στο άλλο αγκαλιάζοντας ολόκληρους τους κλάδους αιχμής: Κλωστοϋφαντουργία, ηλεκτρικές συσκευές, ναυπηγεία, αμαξώματα, οικοδομές. Οι μαίες και οι νοσοκόμες που δουλεύουν στις κλινικές (ΕΣΥ βέβαια δεν υπήρχε) κατεβαίνουν στους δρόμους, οι τηλεφωνήτριες του ΟΤΕ ξεκινάνε απεργίες. Ο αέρας του ξεσηκωμού φτάνει παντού. Στη Βραζιλία, ναυτικοί καταλαμβάνουν το πλοίο «Αιόλιαν Γουίντ» και κρεμάνε στη γέφυρα το πανό «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη». Το 1976, στο αποκορύφωμα αυτού του κινήματος έγιναν 575 απεργίες με 294.000 απεργούς.
H κυβέρνηση και η άρχουσα τάξη συνολικά ανησυχούσαν και τρομάζανε από αυτή την εξέλιξη. Ήδη από τον Ιούνη του 1975 ο Λάσκαρης, υπουργός Εργασίας -που έμεινε διάσημος για τη μετέπειτα δήλωσή του «καταργήσαμε την πάλη των τάξεων»- φοβέριζε: «η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να πατάξει κάθε αναρχική εκδήλωση και να προασπίσει τα συμφέροντα της Δημοκρατίας και της Χώρας και θα το πράξει αν οι εξτρεμιστές συνεχίσουν τις προκλήσεις τους». Και λίγες μέρες μετά ο ίδιος ο Καραμανλής μίλησε στην Κ.Ο της ΝΔ για «αναρχικές απεργίες».
Οι απεργοί της χαρτοποιίας ΜΕΛ που το φθινόπωρο του 1975 έφτιαξαν σωματείο, κατέλαβαν το εργοστάσιο και κατέβηκαν στην Αθήνα με το σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» ήταν προφανώς ενσάρκωση των «εξτρεμιστών». Η άρχουσα τάξη έβλεπε τι γινόταν στην Πορτογαλία της Επανάστασης των Γαρυφάλλων, το συγκλονιστικό εργατικό κίνημα που γκρέμιζε την δικτατορία.
Συγκεντρωτικό χτύπημα
Η κλιμάκωση της καταστολής, με την αστυνομία και τις απολύσεις ήταν η μια απάντηση σε αυτή την κατάσταση. Όμως χρειαζόταν και ένα πιο συγκεντρωτικό χτύπημα. Αυτός ήταν ο αντεργατικός νόμος 330 περί «εργατικών οργανώσεων και συνδικαλιστικών ελευθεριών».
Στις αρχές του Μάρτη του 1976 ο ΣΕΒ ζήτησε με συνέντευξη Τύπου τη λήψη μέτρων, και στο υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησης του γέρου Καραμανλή που έγινε τέσσερις μέρες μετά, αποφασίστηκε η κυβερνητική επίθεση που μεταφράστηκε στον 330 και άλλους νόμους μετά από αυτόν. Στα πρακτικά, είναι χαρακτηριστική η πρώτη φράση του Καραμανλή: «Όπως γνωρίζετε, Κύριοι, το θέμα το οποίον τελευταίως μας απασχολεί έντονα είναι το θέμα των απεργιών. Είναι ένα φαινόμενον δυσάρεστον, που ημπορεί να εξελιχθεί κατά τρόπον επικίνδυνον, εάν δεν εύρωμε τους καταλλήλους τρόπους να το αναχαιτίσωμεν ...πρέπει να δαμάσωμεν τις απεργίες».
Ο νόμος 330 περιόριζε δραστικά το δικαίωμα στην απεργία, νομιμοποιούσε την ανταπεργία (λοκ άουτ) και τη συγκρότηση απεργοσπαστικών μηχανισμών. Απαγόρευε την «πολιτική απεργία», τις απεργίες αλληλεγγύης, αλλά και κάθε άλλη απεργιακή κινητοποίηση που δεν στρέφεται κατά του συγκεκριμένου εργοδότη και δεν περιορίζεται σε καθαρά μισθολογικά αιτήματα. Απαγορεύτηκαν οι απεργίες που δεν κηρύσσονταν «υπό του νομίμως συνεστημένου σωματείου» (αλλά από συνελεύσεις εργαζομένων) ή αποφασίζονταν με πλειοψηφία κάτω του 75%. Επιβλήθηκε υποχρεωτική οκταήμερη προειδοποίηση των απεργών προς τον εργοδότη, ποινικοποιήθηκε η «άσκησις επιρροής επί της συστάσεως σωματείου», αναζωογονήθηκε η μετεμφυλιακή νομοθεσία που επέτρεπε την απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών για «απείθεια σε δικαιολογημένη εντολή του εργοδότη» ή «εξύβρισή» του.
Και τότε οι συνδικαλιστικές ηγεσίες καλούσαν σε αυτοσυγκράτηση και οικονομία δυνάμεων, μιας και οι συσχετισμοί -και τότε- ήταν «αρνητικοί». Αυτή ήταν η γραμμή των συνδικαλιστών και του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσωτερικού και του ΠΑΣΟΚ. Όμως, όταν ο νόμος κατατέθηκε στη Βουλή στις 24 Μάη δεν μπορούσαν παρά να κινηθούν. Κήρυξαν 48ωρη απεργία για εκείνη τη μέρα και την επόμενη.
Ήταν μια πανεργατική σεισμός. Υπολογίζεται ότι απέργησαν περίπου μισό εκατομμύριο εργάτες και εργάτριες. Μια συνέντευξη σε παλιότερο φύλο της Εργατικής Αλληλεγγύης περιγράφει τι έγινε τη δεύτερη μέρα της απεργίας:
«Η απεργιακή συγκέντρωση ήταν στο θέατρο Διάνα στην Ιπποκράτους. Είχε χιλιάδες κόσμο. Υπήρχε η κλασσική διαδικασία με συνδικαλιστές σαν κεντρικούς ομιλητές, βουλευτές της Αριστεράς που συμπαραστέκονταν κλπ. Από τα κάτω όμως γίνεται μεγάλη συζήτηση ότι δεν μπορούμε να περιοριστούμε σε αυτά, πρέπει να γίνει διαδήλωση. Από τα πάνω ανακοινώνεται η λήξη της συγκέντρωσης και τα συνήθη “βρισκόμαστε σε αγωνιστική ετοιμότητα” κλπ. Οι απεργοί όμως αρνήθηκαν να φύγουν και συγκρότησαν διαδήλωση στην Πανεπιστημίου με προορισμό το υπουργείο Εργασίας στην Πειραιώς.
Δεν ήταν μόνο οι οικοδόμοι. Οι συμπαραστάτες ήταν χιλιάδες. Αμέτρητοι εργατικοί χώροι που έβγαλαν απεργία και κατέβηκαν οργανωμένα με πορείες από τα εργοστάσια, αλλά και νεολαία, φοιτητές κλπ. Η αστυνομία δεν δίστασε να επιτεθεί άγρια στη διαδήλωση. Αύρες –τα τεθωρακισμένα οχήματα που είχαν τότε που πέταγαν δακρυγόνα και νερό– χημικά, ξύλο κλπ. Οι απεργοί όμως δεν διαλύθηκαν».
Συγκρούσεις
Όπως αναφέρει μια μελέτη για το εργατικό κίνημα της περιόδου: «Κατά τις συγκρούσεις, στις οποίες η αστυνομία εφορμούσε με τεθωρακισμένα, δολοφονήθηκε στη συμβολή των οδών Αιόλου και Σταδίου μια πλανόδια μικροπωλήτρια, η Αναστασία Τσιβίκα, από αύρα η οποία ανέβηκε στο πεζοδρόμιο. Αργότερα αναφέρθηκε ότι εννέα άτομα τραυματίστηκαν από σφαίρες. Εκατόν ενενήντα διαδηλωτές προσήχθησαν και 37 από αυτούς συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν στις 29 Μαΐου».
Ο νόμος τελικά ψηφίστηκε. Η απόπειρα της ΝΔ και της άρχουσας τάξης να σταματήσει τις απεργίες ήταν σκληρή –χιλιάδες συνδικαλιστές της βάσης που πρωτοστατούσαν στους χώρους τους απολύθηκαν τα επόμενα χρόνια. Αλλά οι απεργίες κάθε άλλο παρά σταμάτησαν μετά το 1976. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι χαμένες ώρες εργασίας από απεργίες ακόμη και σε προεκλογική περίοδο το 1980 ήταν 20.494.744, τριπλάσιες από τις 6.145.000 του 1976, καθώς δίπλα σε αρκετά από τα εργοστάσια που συνεχίζουν τους αγώνες προστέθηκαν οι νοσοκομειακοί γιατροί στο ιδιωτικό ακόμη σύστημα Υγείας, οι τραπεζοϋπάλληλοι, οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ, οι εκπαιδευτικοί και άλλα κομμάτια του δημόσιου τομέα.
Ο νόμος 330 δεν πέτυχε να σταματήσει τις απεργίες, αλλά μπόρεσε να βάλει φρένο σε μεγάλο βαθμό στην οργάνωση των εργαζομένων από τα κάτω, στις εργοστασιακές επιτροπές, τις πρωτοβουλίες της βάσης. Και το πέτυχε αυτό χάρη στην στάση των κομμάτων της ρεφορμιστικής Αριστεράς. Με την ίδια λογική με την οποία αντιμετώπισαν την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 σαν ένα «τυχοδιωκτισμό» που θα εμπόδιζε την «ομαλή μετάβαση», οι ηγεσίες της κοινοβουλευτικής Αριστεράς τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης συνιστούσαν αυτοσυγκράτηση απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αναγκάστηκε τελικά να καταργήσει το ν.330 το 1982 κάτω από την πίεση του κινήματος της μεταπολίτευσης. Σήμερα η άρχουσα τάξη βάζει συστηματικά στο στόχαστρο τον συνδικαλισμό και την απεργία. Όμως, η εργατική τάξη έχει μεγαλύτερες εμπειρίες και δύναμη από το 1974-76. Μπορούμε να δυναμώσουμε τα συνδικάτα μας και τους αγώνες μας και να φτάσουμε ακόμα πιο μακριά από ό,τι τότε, να κάνουμε πράξη το σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη».

