Ο θάνατος του Γιώργου Βαρδινογιάννη έφερε ξανά στην επικαιρότητα, και την ιστορία του «Καπετάνιου». Ανάμεσα στα εγκωμιαστικά αφιερώματα-ξέπλυμα για την επιχειρηματική του διαδρομή και την παρουσία του στον Παναθηναϊκό, ξεχώρισε και το «κατόρθωμα» του να «σπάσει» τον ναυτικό αποκλεισμό του ρατσιστικού κράτους-απαρτχάιντ της Ροδεσίας.
Τον Απρίλη του 1966, το ελληνικό πετρελαιοφόρο Joanna V, με πλοίαρχο τον Γιώργο Βαρδινογιάννη, έφτασε στο λιμάνι της Μπέιρα, στην πορτογαλική αποικία της Μοζαμβίκης, μεταφέροντας περίπου 19 χιλιάδες τόνους πετρελαίου. Από την Μπέιρα ξεκινούσε ο πετρελαιαγωγός που τροφοδοτούσε με πετρέλαιο την αποκλεισμένη Ροδεσία.
Το βρετανικό πολεμικό ναυτικό προσπάθησε να αποτρέψει την παράδοση του φορτίου αλλά ο Βαρδινογιάννης συνέχισε την πορεία του και το πλοίο μπήκε στο λιμάνι. Αυτό το «κατόρθωμα» τον συνέδεσε με το προσωνύμιο «Καπετάνιος», που τον ακολούθησε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Στην πραγματικότητα, ήταν ένα ακόμα επεισόδιο στη μακρά ιστορία των ελλήνων εφοπλιστών να «σπάνε» τα εμπάργκο των «διεθνών οργανισμών», ακόμα και αν οι ελληνικές κυβερνήσεις τα «υπογράφουν», με μοναδικό στόχο τα κέρδη τους. Εδώ, επιπλέον, ήταν και μία στήριξη σε ένα καθεστώς όπου μια χούφτα λευκών αποικιοκρατών καπιταλιστών καταπίεζε εκατομμύρια μαύρους εργάτες και αγρότες, στερώντας τους ακόμα και τα πιο στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα.
Το 1979, παραμονές της πτώσης του ρατσιστικού καθεστώτος, οι λευκοί αποτελούσαν περίπου το 5% του πληθυσμού, αλλά έλεγχαν το 70% της πιο εύφορης γης.
Η Ροδεσία, η σημερινή Ζιμπάμπουε, πήρε το όνομά της από τον ρατσιστή Σέσιλ Ρόουντς, έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του βρετανικού ιμπεριαλισμού.
Ο Ρόουντς έβγαλε τα χρήματά του από διαμάντια στη Νότια Αφρική τη δεκαετία του 1870. Εκείνη την εποχή, η Νότια Αφρική αποτελούνταν από δύο βρετανικές αποικίες και τους Ολλανδούς αποίκους στην «Ελεύθερη Πολιτεία των Μπόερς». Ο Ρόουντς αγόρασε τα δικαιώματα εξόρυξης στο αγρόκτημα De Beers και ίδρυσε την Βρετανική Εταιρεία Νότιας Αφρικής (BSAC), μια εταιρεία με δική της παραστρατιωτική δύναμη. Ένα όχημα για τις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες του Ρόουντς σε όλη τη νότια Αφρική.
Το 1893 εισέβαλε στη σημερινή Ζιμπάμπουε. Οπλισμένα με μια δολοφονική νέα εφεύρεση, το πολυβόλο Maxim, τα στρατεύματα της BSAC σάρωσαν και κυρίευσαν τη περιοχή. Ο Ρόουντς ήταν ένας τυχοδιώκτης που συχνά συγκρούστηκε με τη βρετανική κυβέρνηση αλλά όταν η Ζιμπάμπουε αποικίστηκε, τα συμφέροντά τους συνέπεσαν.
Οι μαύροι αγρότες εκδιώχθηκαν από τις εύφορες εκτάσεις τους. Φόροι και περιορισμοί στη γη τούς ανάγκαζαν να δουλεύουν για εξευτελιστικούς μισθούς στα ορυχεία και στις φυτείες. Οι ρατσιστικές φυλετικές διακρίσεις έγιναν βασικός μηχανισμός οργάνωσης της εκμετάλλευσης.
Ταυτόχρονα, λευκοί έποικοι μετακόμισαν στη Ροδεσία και οι επιχορηγήσεις της BSAC τους ενθάρρυναν να παραμείνουν. Μια λευκή άρχουσα τάξη εποίκων αναπτύχτηκε δίπλα στους Βρετανούς αποικιακούς αξιωματούχους.
Τη δεκαετία του 1930, η Ροδεσία προώθησε ένα πρόγραμμα ταχείας εκβιομηχάνισης. Τα κέρδη των λευκών καπιταλιστών αυξήθηκαν. Αλλά, ταυτόχρονα, μεγάλωσε και η μαύρη εργατική τάξη που, παρά την καταστολή και τις φυλακίσεις, ίδρυσε συνδικάτα και αναζήτησε τη δική της πολιτική εκπροσώπηση.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι αντιαποικιακοί αγώνες έφερναν την ανεξαρτησία σε δεκάδες χώρες στην Αφρική. Στη Ροδεσία, η Βρετανία και οι λευκοί άποικοι αντιμετώπιζαν ένα αυξανόμενο κύμα αντίστασης από την εργατική μαύρη πλειοψηφία. Το 1947, ο ηγέτης των σιδηροδρομικών εργατών, Τζόσουα Νκόμο, ίδρυσε το παράρτημα του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου στη Ροδεσία εμπνευσμένος από τον αγώνα των μαύρων εργατών στην Νότια Αφρική.

Ίαν Σμιθ. Φωτό: Paul Harris/Getty
Άνεμος αλλαγής
Το 1960, ο πρωθυπουργός των Συντηρητικών, ΜακΜίλαν, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι «ο άνεμος της αλλαγής φυσάει σε αυτή την ήπειρο». Όμως, οι λευκοί ηγεμόνες της Ροδεσίας δεν ήθελαν να χάσουν την εξουσία τους και στήριξαν το «Ροδεσιανό Μέτωπο» του Ίαν Σμιθ, ενός ανοιχτά ρατσιστή και με δεσμούς με την βρετανική βασιλική οικογένεια, για να πάρει την εξουσία.
Στις 11 Νοέμβρη 1965, ο Σμιθ ανακήρυξε μονομερώς την ανεξαρτησία της Ροδεσίας από τη Βρετανία. Δεν επρόκειτο για μια εξέγερση ενάντια στην αποικιοκρατία, αλλά για μια προσπάθεια διαιώνισής της. Περίπου 225.000 λευκοί διατηρούσαν την πολιτική εξουσία πάνω σε περισσότερους από πέντε εκατομμύρια μαύρους με άγρια καταστολή.
Η κυβέρνηση των Εργατικών του Γουίλσον στη Βρετανία, μη θέλοντας να σαμποτάρει τα συμφέροντά του βρετανικού ιμπεριαλισμού, προχώρησε σε συνομιλίες με τον Σμιθ. Επιβλήθηκαν κάποιες κυρώσεις μέσω του ΟΗΕ αλλά οι βρετανικές πετρελαϊκές εταιρείες, με την βοήθεια και του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου, συνέχισαν να διοχετεύουν κρυφά χρήματα στην οικονομία της Ροδεσίας μέσω της Νότιας Αφρικής και της Μοζαμβίκης.
Μέσα στην ίδια τη Βρετανία ξεκίνησε ένα κίνημα αλληλεγγύης στον αγώνα των μαύρων της Ροδεσίας, με πρωταγωνιστές φοιτητές, εργάτες και οργανώσεις της Αριστεράς. Στις 26 Ιούνη 1966, πάνω από 5.000 διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Τραφάλγκαρ του Λονδίνου απαιτώντας να περάσει η εξουσία στη μαύρη πλειοψηφία.
Ιδιαίτερη σημασία, όμως, είχε η εξέγερση των φοιτητών στο London School of Economics (LSE), το 1966-67. Αφορμή ήταν η επιλογή του Walter Adams ως νέου διευθυντή. Ο Adams είχε διατελέσει επικεφαλής του University College of Rhodesia and Nyasaland και ήταν φιλικός στο ρατσιστικό καθεστώς του Σμιθ.
Τα μέλη των International Socialists, πρόδρομου του SWP, της αδερφής οργάνωσης του ΣΕΚ στη Βρετανία και μαζί τους η σ. Μαρία Στύλλου, πρωτοστάτησαν στην εκστρατεία. Η διοίκηση του LSE απάντησε με πειθαρχικές διώξεις. Στις 13 Μάρτη 1967, όταν ανακοινώθηκε η αποβολή δύο φοιτητών, περισσότερα από 800 άτομα συμμετείχαν σε μαζική συνέλευση που ξεκίνησε μια οκταήμερη κατάληψη. Ήταν μια από τις πρώτες μεγάλες φοιτητικές καταλήψεις στη Βρετανία. Η κινητοποίηση συνέδεσε την αλληλεγγύη στους μαύρους της Ροδεσίας με τον αγώνα για δημοκρατικές ελευθερίες μέσα στα βρετανικά πανεπιστήμια και αποτέλεσε πρόδρομο του κύματος φοιτητικής ριζοσπαστικοποίησης που θα κορυφωνόταν το 1968.
Ριζοσπαστικοποίηση
Αυτή η ριζοσπαστικοποίηση έδωσε νέα ώθηση στο κίνημα. Τον Φλεβάρη του 1972, πάνω από 15.000 διαδήλωσαν στο Λονδίνο ενάντια σε μια προτεινόμενη συμφωνία της βρετανικής κυβέρνησης με τον Σμιθ που δεν εξασφάλιζε την εξουσία της μαύρης πλειοψηφίας.
Η καθοριστική δύναμη, όμως, για την ανατροπή του καθεστώτος βρισκόταν μέσα στην ίδια τη Ροδεσία. Οι σιδηροδρομικοί εργάτες, με ηγέτες όπως ο Τζόσουα Νκόμο, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Οι οργανώσεις ZAPU και η ZANU, στην ηγεσία της οποίας αναδείχθηκε ο Ρόμπερτ Μουγκάμπε, οργάνωσαν τον αγώνα ενάντια στη λευκή κυριαρχία.
Το 1974, ο Σμιθ ξεκίνησε μια μαζική τρομοκρατική εκστρατεία, βασισμένη στις τακτικές των ΗΠΑ που χρησιμοποιήθηκαν στο Βιετνάμ, κατά του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και συνολικά του μαύρου πληθυσμού με φυλακίσεις, βασανιστήρια, στρατιωτικές επιχειρήσεις και μαζικούς εκτοπισμούς του αγροτικού πληθυσμού.
Η μεγάλη καμπή ήρθε με την Επανάσταση των Γαρυφάλλων στην Πορτογαλία το 1974 και την ανεξαρτησία της Μοζαμβίκης το 1975 που ανέτρεψε τους Πορτογάλους ιμπεριαλιστές. Το καθεστώς Σμιθ έχασε έναν πολύτιμο σύμμαχο, ενώ οι εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις μπόρεσαν να τη χρησιμοποιήσουν ως βάση για τις εξορμήσεις τους.
Ο Σμιθ αναγκάστηκε να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και συμφώνησε σε ελεύθερες εκλογές με συμμετοχή της μαύρης πλειοψηφίας. Η Βρετανία, τώρα υπό την Μάργκαρετ Θάτσερ, ήλπιζε να ανακτήσει τον έλεγχο της κατάστασης υποστηρίζοντας μετριοπαθείς μαύρους ηγέτες. Αλλά ήταν ο Μουγκάμπε που κέρδισε τις εκλογές, το 1980, επειδή είχε υποσχεθεί να μην συμβιβαστεί με την κυριαρχία των λευκών. Η νίκη του ήταν ιστορική. Έβαλε τέλος σε δεκαετίες κυριαρχίας της λευκής μειοψηφίας.
Στα πρώτα χρόνια του Μουγκάμπε σημειώθηκαν σημαντικές βελτιώσεις στην Εκπαίδευση και την Υγεία. Όμως οι συμφωνίες της ανεξαρτησίας της Ζιμπάμπουε προστάτευαν όλα τα οικονομικά συμφέροντα των λευκών καπιταλιστών και γαιοκτημόνων και ο Μουγκάμπε συμβιβάστηκε με αυτές. Σε συνεργασία με το ΔΝΤ και τους δυτικούς ιμπεριαλιστές, στράφηκε στην καταστολή των εργατικών αγώνων και, το 1991, υιοθέτησε ένα πρόγραμμα νεοφιλελεύθερης «διαρθρωτικής προσαρμογής», με περικοπές και ιδιωτικοποιήσεις. Οι εργάτες και οι φτωχοί αγρότες που είχαν παλέψει για την ανεξαρτησία βρέθηκαν ξανά αντιμέτωποι με την εκμετάλλευση και την κρατική καταστολή.
Εξήντα χρόνια μετά την υπόθεση του Joanna V, ο θάνατος του «καπετάνιου» μας θυμίζει την βρώμικη ιστορία του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου που έχει τα χέρια του βαμμένα με αίμα. Αλλά και μας υπενθυμίζει ότι η πάλη ενάντια στην αποικιοκρατία και τον ρατσισμό πρέπει να είναι αξεχώριστη από την πάλη ενάντια στην ταξική εκμετάλλευση και την ανατροπή αυτού του συστήματος.

