Κινηματογράφος: Η Σμύρνη

Το ντοκιμαντέρ της Μαρίας Ηλιού “Σμύρνη, η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης” προβάλλεται πλέον στις κινηματογραφικές αίθουσες. Είχε προηγηθεί στην αρχή της χρονιάς η προβολή του στο Μουσείο Μπενάκη. Μόνο και μόνο το σπάνιο φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό που αντλήθηκε από αρχεία και ιδιωτικές συλλογές, είναι λόγος για να δει κανείς την ταινία. Παρότι ασπρόμαυρες οι εικόνες, καταφέρνουν να αναδείξουν την πολυχρωμία της Οθωμανικής Σμύρνης, με τους ανθρώπους κάθε γλώσσας και φορεσιάς να αποτελούν τμήματα ενός μωσαϊκού, όπου κάθε ιδέα “εθνικής καθαρότητας” έμοιαζε παρανοϊκή. Από εκεί, μέσα σε είκοσι χρόνια, φτάνουμε στους ελληνορθόδοξους παπάδες να ευλογούν με το σταυρό και το θυμιατό τον ελληνικό στρατό που αφού κατέλαβε την Σμύρνη βάλθηκε να φτάσει μέχρι την Άγκυρα.

Όντας φτιαγμένο για ένα διεθνές κοινό, το ντοκιμαντέρ κρατάει μια ήπια αφήγηση. Η σύγκρουση στη Μικρά Ασία τοποθετείται ως αποτέλεσμα της ανόδου των εθνικών κρατών στα Βαλκάνια (με πρώτο το ελληνικό), τις επεκτατικές τους βλέψεις και τις “Μεγάλες ιδέες”, σε συνδυασμό με τη Μεγάλη Μοιρασιά που εξελισσόταν στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Η καταστροφή της Σμύρνης δεν παρουσιάζεται σαν ιδιαιτερότητα, αλλά μπαίνει δίπλα στο τέλος και άλλων κοσμοπολίτικων πόλεων της Αλεξάνδρειας και της Θεσσαλονίκης. Οι σφαγές που διέπραξε ο ελληνικός στρατός, τόσο κατά την εισβολή, όσο κυρίως κατά την αποχώρηση, τουλάχιστον αναφέρονται, με ιδιαίτερη αναφορά στην πόλη Μανίσα που ισοπεδώθηκε από τον ελληνικό στρατό ο οποίος εφάρμοζε την τακτική της “καμένης γης”.

Το έργο χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο αναφέρεται στην περίοδο 1900-1912 και έχει τίτλο “Μια κοσμοπολίτικη πόλη”. Το δεύτερο αναφέρεται στα χρόνια 1912-1922 με τίτλο “Δανεικός χρόνος” ενώ το τρίτο και τελευταίο αναφέρεται στην καταστροφή. Τα δύο πρώτα τμήματα είναι τα πιο δυνατά, εν μέρει γιατί στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κοινού είναι και πιο άγνωστα. Περιέχει εικόνες της πολυεθνικότητας, των σπιτιών, των ανθρώπων, της σύνδεσης της πόλης με την ύπαιθρο στην ενδοχώρα, αλλά και της Σμύρνη ως ένα από τα λιμάνια – κόμβους στο δίκτυο του παγκόσμιου εμπορίου, ένα δίκτυο από το οποίο η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήθελε να εξαιρεθεί.

Το τρίτο μέρος γίνεται πιο αδύναμο, γιατί είναι το μοναδικό όπου οι ιστορικοί που συμμετέχουν στο ντοκιμαντέρ, προσπαθούν να εξηγήσουν πράγματα εκτός από το να περιγράψουν. Όμως, όταν μέχρι το 1922 δεν έχει επιχειρηθεί ερμηνεία, τα γεγονότα της ήττας του ελληνικού στρατού και της καταστροφής της Πόλης μοιάζουν να πέφτουν σαν ξαφνική καταιγίδα πάνω στα κεφάλια των ανθρώπων. Τα κεμαλικά στρατεύματα καταφέρνουν και απωθούν τον ελληνικό στρατό, που μέχρι τότε έμοιαζε να κάνει περίπατο, παρόλο που έχει στα μετόπισθεν τη στήριξη διεθνών ναυτικών δυνάμεων. Οι “σύμμαχοι” (και το ελληνικό ναυτικό) αφήνουν τους κατοίκους της πόλης να καούν και να πνιγούν, παρόλο που βρίσκονταν εκεί ως “προστάτες” τους.

Η οπτική που έχει διαλέξει το ντοκιμαντέρ στα δύο πρώτα μέρη είναι να δει τα γεγονότα από τη μεριά των “Σμυρνιών”, που στην πλειονότητά τους δεν μπορούσαν να προβλέψουν το μακελειό που θα ακολουθούσε. Όμως, οι Σμυρνιοί που παρακολουθεί το ντοκιμαντέρ είναι πλούσιοι, πρόξενοι, μεγαλέμποροι, βιομήχανοι, γραφειοκράτες. Η εικόνα της Σμύρνης ως ένα διαρκές πάρτι μπορεί να ήταν πραγματική για αυτούς την πρώτη δεκαετία του αιώνα, όμως ο απλός κόσμος της ευρύτερης περιοχής (που στην πλειονότητά του, αν συμπεριληφθεί και η ύπαιθρος, ήταν Τούρκοι) μάλλον δεν είχε λάβει πρόσκληση. Η πραγματική ζωή των ανθρώπων, το πώς και πού δούλευαν, κάνει ελάχιστα την εμφάνισή της στο ντοκιμαντέρ. Πολλοί από τους αστούς στους οποίους επικεντρώνει το ντοκιμαντέρ, οι οποίοι είδαν την πόλη τους να χάνεται και να χάνεται μαζί της και ο “κοσμοπολιτισμός” τους, προετοίμαζαν (ίσως χωρίς να ξέρουν) αυτό το χαμό, αφού βρίσκονταν εκεί για να κόψουν κομματάκια την πόλη, όπως και ολόκληρη την Αυτοκρατορία που βρισκόταν στα τελευταία της. Λίγο μετά τον ελληνικό στρατό, το 1920, έφτασε στη Σμύρνη το πρώτο υποκατάστημα της “Εθνικής Τράπεζας”. Οι έλληνες τραπεζίτες δεν ήταν όμως απόστολοι του “κοσμοπολιτισμού”, αλλά του ελληνικού εθνικισμού.

Αντίθετα, υπήρχαν κι αυτοί που έβλεπαν από την αρχή ότι η εισβολή του ελληνικού στρατού δεν είχε σε τίποτα να κάνει με την “απελευθέρωση” και την αυτοδιάθεση”. Το κομμουνιστικό κίνημα που έκανε τα πρώτα του βήματα στην Ελλάδα είχε μπει στην πρώτη γραμμή για να οργανώσει το αντιπολεμικό κίνημα, προειδοποιώντας για την επερχόμενη καταστροφή. Αυτό είναι πάντα το πρόβλημα με τα πάρτι των αστών. Πληρώνουν το λογαριασμό αυτοί που δεν διασκέδασαν καθόλου.